Μπορούν οι συντηρητικοί να είναι φιλελεύθεροι;
Αυτό που τους διαχωρίζει από τους φιλελεύθερους είναι η αδυναμία -ή απροθυμία- των συντηρητικών να αντιληφθούν ότι η μη ποινικοποίηση δεν ισοδυναμεί με επιδοκιμασία.
Ετικέτες: Παρεμβατισμός, Πολιτική Θεωρία, Ελεύθερες Αγορές, Συντηρητισμός
Άρθρο του Gerard N. Casey, δημοσιευμένο στις 16/5/2011.
Μια συντριπτική προκατάληψη υπέρ των αρχαίων και υπαρχόντων συνηθειών ήταν ανέκαθεν, και πιθανότατα θα συνεχίσει να είναι για πολύ καιρό, ένα από τα πιο εξέχοντα χαρακτηριστικά της ανθρωπότητας. Όσο εντελώς ασύμβατοι κι αν είναι με την υπάρχουσα κατάσταση της κοινωνίας (όσο εντελώς παράλογα, τόσο βάσει αρχών όσο και στην πράξη, όσο εξαιρετικά παράλογοι, από κάθε άποψη, μπορεί να είναι αυτοί οι θεσμοί ή τα έθιμα) ωστόσο, αν έχουν απλά την όψη του τρέχοντος συρμού ή της αρχαιότητας (αν απλώς έχουν υιοθετηθεί και μας έχουν κληροδοτηθεί από τους προπάτορές μας) οι κραυγαλέες τους ασυνέπειες, τα ελαττώματά τους και τα παιδαριώδη χαρακτηριστικά τους είναι τόσο εντελώς κρυμμένα από το ακτινοβόλο φωτοστέφανο με το οποίο τα έχει περιβάλει μια τυφλή ευλάβεια, που είναι σχεδόν αδύνατο να ανοίξουμε τα θαμπωμένα μάτια του κόσμου σε μια απροκατάληπτη θέασή τους.
—Herbert Spencer, Η Ορθή Σφαίρα της Διακυβέρνησης
Όπως μαρτυρά η εισαγωγική αναφορά, πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, άνθρωποι έχουν μια βαθιά ριζωμένη προδιάθεση να διατηρούν τα πράγματα όπως είναι. Για κάθε άτομο που επιθυμεί έντονα την αλλαγή, υπάρχουν 99 που ενστικτωδώς αντιστέκονται σε αυτήν. Αυτή η έμφυτη αντίσταση στην αλλαγή βρίσκει έκφραση στην πολιτική φιλοσοφία που ονομάζεται συντηρητισμός.
Σε αντίθεση με τους συντηρητικούς, η στάση των φιλελεύθερων απέναντι στην αλλαγή δεν συνάγεται από την ονομασία τους. Ενώ η ονομασία των φιλελεύθερων μαρτυρά την υψηλή εκτίμησή τους για την ελευθερία, το να είσαι φιλελεύθερος δεν σημαίνει ότι υιοθετείς εξ αρχής κάποια συγκεκριμένη στάση απέναντι στο status quo, εκτός εάν το status quo περιορίζει ή εμποδίζει την ανθρώπινη ελευθερία. Άραγε είναι αυτές οι πολιτικές φιλοσοφίες εγγενώς αντίθετες μεταξύ τους ή είναι δυνατόν να είσαι ταυτόχρονα συντηρητικός και φιλελεύθερος;
Ο Russell Kirk πιστεύει ότι, εκτός από την κοινή τους απέχθεια για τον κολεκτιβισμό και τις κυβερνήσεις που υπερβαίνουν τις αρμοδιότητές τους, οι συντηρητικοί και οι φιλελεύθεροι έχουν ελάχιστα ή καθόλου κοινά. Το πρόβλημα με τους φιλελεύθερους, σύμφωνα με τον Kirk, είναι η «φανατική τους προσκόλληση... στην έννοια της προσωπικής ελευθερίας ως ολόκληρου του σκοπού της πολιτικής διευθέτησης της κοινωνίας, και μάλιστα της ανθρώπινης ύπαρξης». Η παθολογική τους ανησυχία για την ελευθερία τους οδηγεί στο να υιοθετούν μια στάση ανοχής σε κάθε είδους απόψεις και γνώμες, μια ανοχή που τελικά οδηγεί στη δική τους προγραφή! Κατά την άποψη του Kirk, «Είναι μια απόλυτη ανοησία να ανεχόμαστε κάθε ποικιλία απόψεων, για κάθε θέμα, από αφοσίωση σε μια αφηρημένη «ελευθερία» », επειδή «η γνώμη σύντομα βρίσκει την έκφρασή της στην πράξη, και οι φανατικοί που ανεχθήκαμε δεν θα μας ανεχτούν όταν θα έχουν την εξουσία».
Αυτό που φοβούνται περισσότερο οι φιλελεύθεροι, όπως φαίνεται, είναι η υπακοή στις επιταγές του εθίμου. Δεν ανέχονται καμία εξουσία, και στην ηθική μια τέτοια μισαλλοδοξία μπορεί να οδηγήσει σε διαστροφή. Τελικά, «δεν υπάρχει μεγάλο χάσμα μεταξύ του φιλελευθερισμού και του λιμπερτινισμού (σ.σ. ελευθεριάζουσα συμπεριφορά)». Σαν να μην έφτανε αυτό, οι φιλελεύθεροι υποφέρουν επίσης από ένα είδος μεταφυσικής τρέλας, καθώς, παρά το γεγονός ότι οι διδασκαλίες τους απορρίπτονται επανειλημμένα τόσο λογικά όσο και πρακτικά, εξακολουθούν να επιμένουν να τις προωθούν. Αν η βλακεία συνίσταται στην επανάληψη του ανεφάρμοστου, σαν μια μύγα που χτυπάει επανειλημμένα το κεφάλι της στο τζάμι του παραθύρου, τότε οι φιλελεύθεροι πρέπει να είναι απίστευτα ηλίθιοι.
Είναι οι φιλελεύθεροι απαραίτητα ωφελιμιστές; Μήπως ο φιλελευθερισμός θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη ελευθερία; Μήπως οι φιλελεύθεροι υποτιμούν ή υποβαθμίζουν όλες τις ανθρώπινες αξίες εκτός από την ελευθερία; Μήπως απορρίπτουν κάθε διακυβέρνηση και ασπάζονται το χάος; Μήπως ο φιλελευθερισμός αφαιρεί από τον κόσμο όχι μόνο την αγάπη και τη φιλία, αλλά και το καθήκον, την πειθαρχία και τη θυσία;
Ένας αρνητικά διακείμενος επικριτής του συντηρητισμού θα μπορούσε να ανταποδώσει το «κομπλιμέντο» του Kirk και να ισχυριστεί ότι ο συντηρητισμός έχει τις δικές του μομφές να απαντήσει. Μια πρόχειρη ερμηνεία του συντηρητισμού θα μπορούσε να είναι ότι ισοδυναμεί, στην πραγματικότητα, με μια πάγια πολιτική αντίστασης στην αλλαγή οποιουδήποτε είδους ή περιγραφής. Αν αυτή η αντίσταση στην αλλαγή πρόκειται να είναι κάτι περισσότερο από την πρακτική έκφραση της αντίδρασης, πρέπει να βασίζεται σε έναν κανονιστικό ισχυρισμό, ρητό ή υπόρρητο, ότι ο τρόπος που έχουν τα πράγματα είναι καλός. Στην πραγματικότητα, πρέπει να είναι αφοσιωμένος στον ισχυρισμό όχι μόνο ότι ο τρόπος που έχουν τα πράγματα είναι καλός, αλλά ότι ο τρόπος που έχουν τα πράγματα είναι ο καλύτερος - γιατί αν δεν ήταν ο καλύτερος, γιατί να αντισταθούμε στην αλλαγή από το κακό στο καλό, από το καλό στο καλύτερο, από το καλύτερο στο κάλλιστο;
Το αυταπόδεικτα παράλογο αυτής της θέσης υποδηλώνει τον θεμελιώδη ανορθολογισμό της. Ο τρόπος που έχουν τα πράγματα τώρα είναι προφανώς διαφορετικός από ό,τι ήταν ανέκαθεν. Σε εκατό χρόνια από τώρα, τα πράγματα θα είναι διαφορετικά με τρόπους που είναι ακόμη αδιανόητοι. Μια πολιτική «μηδενικής αλλαγής» θα δεσμεύσει έναν συντηρητικό όχι μόνο στον κανονιστικό ισχυρισμό ότι ο τρόπος που έχουν τα πράγματα τώρα είναι ο καλύτερος, αλλά και στον παράλογο ισχυρισμό ότι ο τρόπος που έχουν τα πράγματα τώρα είναι ο καλύτερος — μέχρι αύριο.
Ίσως θυμάστε ότι στην ταινία των Monty Python, «Η Ζωή του Μπράιαν», καθώς τα μέλη του Μετώπου του Λαού της Ιουδαίας (που «δεν πρέπει να συγχέεται με τους αποσχιστές του Ιουδαϊκού Λαϊκού Μετώπου και του Λαϊκού Μετώπου της Ιουδαίας»!) συνωμοτούν για να απαγάγουν τη σύζυγο του Πόντιου Πιλάτου, τίθεται το ερώτημα: τι έχουν κάνει ποτέ οι Ρωμαίοι για εμάς; Η απάντηση είναι: «Τίποτα. Εντάξει, τίποτα εκτός από καλύτερες εγκαταστάσεις υγιεινής και ιατρικής και εκπαίδευσης και άρδευσης και δημόσιας υγείας και δρόμων και συστήματος πόσιμου νερού και λουτρών και δημόσιας τάξης.»
Ο φονταμενταλιστής συντηρητικός πρέπει να πιστεύει, όπως ο ήρωας του Βολταίρου, Καντίντ, ότι όλα γίνονται προς το καλύτερο στον καλύτερο από όλους τους δυνατούς κόσμους - μέχρι, φυσικά, τα πράγματα να βελτιωθούν. Ο Ted Honderich παρατηρεί ότι «αν ο συντηρητισμός ήταν στην ουσία μια υπεράσπιση του οικείου... θα είχαμε ένα μυστήριο στα χέρια μας, το μυστήριο του πώς μια κραυγαλέα ηλιθιότητα θα μπορούσε να είχε γίνει μια μεγάλη πολιτική παράδοση».
Στην πραγματικότητα, οι συντηρητικοί δεν αντιτίθενται στην αλλαγή, μόνο σε ορισμένα είδη αλλαγής. Ένας τρόπος για να προσπαθήσουμε να αποτυπώσουμε την ουσία της συντηρητικής προσέγγισης στην αλλαγή δίνεται από τον σύγχρονο φιλόσοφο Roger Scruton, ο οποίος παρατηρεί ότι η επιθυμία για συντήρηση «είναι συμβατή με κάθε είδους αλλαγή, αρκεί η αλλαγή να αποτελεί και μια συνέχεια». Η συνεχής αλλαγή, σύμφωνα με τον Scruton, είναι καλή, η ασυνεχής αλλαγή κακή.
Για άλλη μια φορά, αυτό το κριτήριο δεν φαίνεται εύλογο. Αν κάτι είναι πραγματικά κακό, η συνέχισή του σίγουρα δεν είναι καλύτερη από τον τερματισμό του. Όταν, για παράδειγμα, η θεμελιώδης αδικία της δουλείας τελικά διείσδυσε στη συνείδηση του πολιτισμένου κόσμου, υπήρχε μόνο ένα πράγμα που έπρεπε να γίνει: να καταργηθεί αμέσως. Μια τέτοια κατάργηση ήταν ριζικά ασυνεχής με ό,τι είχε προηγηθεί - μάλιστα ριζικά ασυνεχής με την ανθρώπινη ιστορία από τις πρώτες της ιστορικές καταγραφές- αλλά ποιος θα υποστηρίξει ότι αυτή η αλλαγή δεν ήταν προς το καλύτερο; Ποιος συντηρητικός είναι διατεθειμένος να υπερασπιστεί τη διαιώνιση της δουλείας απλώς για να αποφύγει την ταλαιπωρία της ασυνέχειας;
«Ο φιλελευθερισμός δεν υποδηλώνει ότι όλοι οι τρόποι συμπεριφοράς είναι εξίσου πολύτιμοι ή έχουν ίση αξία.» Εστιάζοντας στην παράδοση, οι συντηρητικοί θίγουν κάτι σημαντικό που μπορεί, ωστόσο, να μην έχει ακριβώς τη σημασία που της αποδίδουν. Είναι αλήθεια ότι πολλά από αυτά που είμαστε απλώς μας δίνονται και δεν είναι θέμα επιλογής. Η οικογένεια στην οποία ανήκουμε, το έθνος που αντιλαμβανόμαστε ως δικό μας, η γλώσσα που μιλάμε, ο τρόπος που τη μιλάμε, κι ακόμα, πολλές από τις ιδέες μας - όλα αυτά είναι σημαντικά, ίσως συστατικά, μέρη αυτού που είμαστε, μέρη της ίδιας μας της ταυτότητας, αν θέλετε, και όμως δεν αποτελούν θέμα επιλογής.
Κάποιος μπορεί να φέρει στο νου τον ήρωα της σάτιρας του Γκιλμπερτ, τον Pinafore, ο οποίος είναι περήφανος που είναι Άγγλος. Αν και, όπως διακηρύσσει ο λοχαγός, «θα μπορούσε να ήταν Ρώσος, Γάλλος, Τούρκος, Πρώσος ή ίσως Ιταλός», παραμένει Άγγλος «παρά όλους τους πειρασμούς να ανήκει σε άλλα έθνη». Ακόμα κι αν κάποιος αλλάξει τις πολιτικές του πεποιθήσεις και αποκτήσει νέο διαβατήριο, είναι σχεδόν αδύνατο να πάψει να είναι με κάποια θεμελιώδη έννοια μέλος του έθνους στο οποίο γεννήθηκε.
Ένα βασικό σημείο έντασης μεταξύ συντηρητικών και φιλελεύθερων είναι ακριβώς αυτό το ζήτημα του καταναγκασμού, αλλά αν γίνει δεκτό ότι κάποιος δεν πρέπει να εξαναγκάζεται να τηρεί έθιμα ή παραδόσεις, ο Rothbard, για παράδειγμα, ήταν απόλυτα πρόθυμος να συμφωνήσει με μεγάλο μέρος της συντηρητικής σκέψης. Σε ένα ύστερο δοκίμιό του, ανακάλεσε τους ομοϊδεάτες του φιλελεύθερους στην τάξη, παρατηρώντας ότι οι συχνά υποθέτουν λανθασμένα «ότι τα άτομα συνδέονται μεταξύ τους μόνο μέσω του δεσμού της αγοράς συναλλαγών» ξεχνώντας ότι «όλοι γεννιούνται απαραίτητα σε μια οικογένεια» και «σε μία ή περισσότερες επικαλυπτόμενες κοινότητες, συνήθως συμπεριλαμβανομένης μιας εθνοτικής ομάδας, με συγκεκριμένες αξίες, πολιτισμό, θρησκευτικές πεποιθήσεις και παραδόσεις».
Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι είναι εν μέρει συστατικό των ταυτοτήτων μας, η παράδοση μπορεί να έχει, στην καλύτερη περίπτωση, μια ευρετική λειτουργία, γιατί όσο πολύ κι αν έχει γίνει κάτι, για όσο καιρό και από όσους πολλούς, μπορούν πάντα να τεθούν ερωτήματα - είναι αυτό σωστό; είναι αυτό καλό; είναι αυτό το καλύτερο; - και αυτά τα ερωτήματα ανατρέπουν κάθε απόλυτο κανονιστικό ισχυρισμό που μπορεί να κάνει η παράδοση.
Παρεξηγήσεις μπορούν να προκύψουν από την αδυναμία αναγνώρισης του σοβαρά περιορισμένου ηθικού πεδίου εφαρμογής του φιλελευθερισμού. Δεν προορίζεται να είναι -ούτε είναι- ένα πλήρες ηθικό σύστημα. Είναι μάλλον ένας κυρίαρχος περιορισμός σε οποιοδήποτε τέτοιο σύστημα. Ο φιλελευθερισμός δεν υπονοεί ότι όλοι οι τρόποι συμπεριφοράς είναι εξίσου πολύτιμοι ή έχουν ίση αξία. Μπορεί κάλλιστα να υπάρχουν εκείνοι που θεωρούν τους εαυτούς τους φιλελεύθερους που το πιστεύουν αυτό, αλλά μια τέτοια άποψη, παρά τον ισχυρισμό του Kirk ότι η ελευθερία καταλήγει σε έναν στρόβιλο αδικοπραξίας, δεν αποτελεί απαραίτητη συνέπεια του φιλελευθερισμού καθαυτού.
Ένας φιλελεύθερος μπορεί να επιλέξει να είναι λιμπερτίνος/ελευθεριάζων, αλλά δεν υπάρχει τίποτα στον φιλελευθερισμό που να τον περιορίζει να γίνει κάτι τέτοιο. Ο Tibor Machan ρωτάει: «Στην υπεράσπιση της ελευθερίας ως της ύψιστης πολιτικής αρχής υπονοείται ο λιμπερτινισμός;» και απαντά: «Όχι — ο φιλελεύθερος απαγορεύει μόνο την βίαιη καταστολή της άσεμνης συμπεριφοράς, όχι την έντονη κριτική, την αντίθεση, το μποϊκοτάζ ή την καταγγελία της με ειρηνικούς τρόπους».
Οι συντηρητικοί είναι αφοσιωμένοι στην κεντρική θέση και την προτεραιότητα της έννοιας της τάξης/ευταξίας. Ενώ σε μεγάλο βαθμό, η αρχή της τάξης εκδηλώνεται κυρίως σε μικρές κοινωνίες, όπως οι οικογένειες ή οι τοπικές κοινότητες, κορυφώνεται στο κράτος που, από τη συντηρητική άποψη, είναι ο εγγυητής των συνθηκών που επιτρέπουν στις κοινότητες που το αποτελούν να ακμάσουν. Οι φιλελεύθεροι, από την άλλη πλευρά, μερικές φορές απεικονίζονται σαν να θεωρούσαν την κοινωνική αταξία κάτι επιθυμητό.
«Ένας φιλελεύθερος μπορεί να επιλέξει να είναι ελευθεριάζων, αλλά δεν υπάρχει τίποτα στον φιλελευθερισμό που να τον περιορίζει να είναι.» Τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Ενώ μπορεί να υπάρχουν μεμονωμένοι φιλελεύθεροι που, παραδόξως, κρίνουν ότι μια άτακτη, χομπσιανή φυσική κατάσταση είναι μια ευλαβικά επιθυμητή ολοκλήρωση, οι περισσότεροι φιλελεύθεροι, όπως και οι συντηρητικοί, επιθυμούν να ζουν σε μια οργανωμένη κοινωνία. Η διαφορά μεταξύ συντηρητικού και φιλελεύθερου δεν είναι το εάν η τάξη είναι επιθυμητή, είναι το τι είδους τάξη είναι επιθυμητή και από πού πρέπει να προέρχεται αυτή η τάξη. Για τον φιλελεύθερο, η γνήσια τάξη προκύπτει εγγενώς από την ελεύθερη αλληλεπίδραση μεταξύ ατόμων και μεταξύ ομάδων ατόμων. Δεν κατέρχεται από ψηλά έξωθεν.
Είναι σαφές ότι οι συντηρητικοί και οι φιλελεύθεροι δίνουν στην ελευθερία διαφορετικές προτεραιότητες. Ο Nisbet ισχυρίζεται ότι για τους φιλελεύθερους «η ατομική ελευθερία, σχεδόν σε κάθε πιθανό τομέα, είναι η υψηλότερη από όλες τις κοινωνικές αξίες» και είναι η υψηλότερη «ανεξάρτητα από τις μορφές και τα επίπεδα ηθικής, αισθητικής και πνευματικής υποτίμησης που μπορεί να αποδειχθούν ως η ακούσια συνέπεια μιας τέτοιας ελευθερίας».
Αντιθέτως, θα έλεγα ότι για τους φιλελεύθερους, η ελευθερία είναι η κατώτερη κοινωνική αξία, η κατώτερη με την έννοια ότι είναι η πιο θεμελιώδης, μια απαραίτητη προϋπόθεση για να είναι μια ανθρώπινη πράξη επιδεκτική ηθικής αξιολόγησης με οποιονδήποτε τρόπο. Η ανθρώπινη ελευθερία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάθε είδους πράξεις, που κατευθύνονται σε κάθε είδους σκοπούς, οι οποίοι στη συνέχεια είναι επιδεκτικοί ηθικής αξιολόγησης, ωστόσο εάν η ανθρώπινη δράση δεν είναι απαλλαγμένη από τον καταναγκασμό, η ηθική αξιολόγηση είναι εγγενώς αδύνατη.
Οι φιλελεύθεροι εκτιμούν την ελευθερία ως έναν σκληρό πυρήνα χωρίς τον οποίο η ηθικά σημαντική ανθρώπινη δράση απλώς δεν είναι δυνατή, αλλά ενώ ο φιλελεύθερος δεν έχει τίποτα να πει πέρα από την διεκδίκηση και την υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας, αυτό δεν είναι καθόλου το ίδιο με το να πιστεύουμε ότι οι φιλελεύθεροι, όταν ζουν τη ζωή τους, δεν ενδιαφέρονται για τίποτα άλλο παρά για την ελευθερία. Αυτό θα ήταν τόσο παράλογο όσο το να πιστεύουμε ότι κάποιος που επέμενε στην απόλυτη αναγκαιότητα του νερού για την ανθρώπινη επιβίωση θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι ισχυρίζεται ότι το νερό ήταν το μόνο πράγμα που χρειαζόταν για μια πλούσια και ενδιαφέρουσα διατροφή. Σαν να ήθελε να αντικρούσει τον Νίσμπετ, ο Μάρεϊ Ρόθμπαρντ, του οποίου τα διαπιστευτήρια ως φιλελεύθερου κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει, σχολίασε ότι «Μόνο ένας ηλίθιος θα μπορούσε ποτέ να υποστηρίξει ότι η ελευθερία είναι η υψηλότερη, ή μάλιστα η μόνη, αρχή ή σκοπός της ζωής» και συμφώνησε με το ρητό του Λόρδου Άκτον ότι «η ελευθερία είναι ο υψηλότερος πολιτικός σκοπός, όχι ο υψηλότερος σκοπός του ανθρώπου καθαυτού».
Μέχρι στιγμής υποστηρίζω ότι ο συντηρητισμός και ο φιλελευθερισμός δεν είναι απαραίτητα αντίθετοι μεταξύ τους. Πράγματι, πολλοί άνθρωποι στην αριστερά του πολιτικού φάσματος πιστεύουν ότι ο συντηρητισμός και ο φιλελευθερισμός είναι στην πραγματικότητα το ίδιο πράγμα, και ακόμη και ορισμένοι συντηρητικοί τείνουν να πιστεύουν ότι οι φιλελεύθεροι είναι οι φυσικοί τους σύμμαχοι. Αλλά αυτό δεν ισχύει απαραίτητα. Ενώ σε ορισμένα ζητήματα υπάρχουν πραγματικές επικαλύψεις μεταξύ των δύο σχολών σκέψης, ειδικά στον τομέα του εμπορίου, των επιχειρήσεων και της οικονομίας, σε άλλους τομείς ο συντηρητισμός και ο φιλελευθερισμός αποκλίνουν έντονα.
Ο φιλελευθερισμός έχει μία και μόνο μία βασική αρχή — ότι όλοι πρέπει να είναι ελεύθεροι να κάνουν ό,τι θέλουν, αρκεί κάνοντάς το να μην επιτίθενται στους άλλους. Αυτή η αρχή είναι απλή και αρχικά ελκυστική. Αυτό που δεν είναι τόσο απλό ή ελκυστικό (τουλάχιστον για τον συντηρητικό) είναι οι συνέπειές της. Όταν οι συντηρητικοί συνειδητοποιούν ποιες είναι αυτές οι συνέπειες, τείνουν να έχουν δεύτερες σκέψεις σχετικά με αυτή την αρχή.
«Ενώ σε ορισμένα ζητήματα υπάρχουν πραγματικές επικαλύψεις μεταξύ των δύο σχολών σκέψης, ο συντηρητισμός και ο φιλελευθερισμός αποκλίνουν έντονα.»
Ο H.L. Mencken πίστευε ότι η ελευθερία ήταν ένα πολύ δυνατό ποτό για πολλούς ανθρώπους και ότι αυτό που πραγματικά ήθελαν ήταν η ασφάλεια. Αυτό που τείνει να διαχωρίζει τους φιλελεύθερους από τους συντηρητικούς είναι η αδυναμία των συντηρητικών να συνειδητοποιήσουν -ή η απροθυμία τους να παραδεχτούν- ότι η ανοχή δεν ισοδυναμεί με την επιδοκιμασία. Θα έπρεπε να είναι προφανές (αλλά όπως φαίνεται δεν είναι) ότι το να ανέχεσαι κάτι δεν είναι το ίδιο με το να το εγκρίνεις. Αν η ανοχή απαιτούσε επιδοκιμασία, η ανοχή δεν θα ήταν αρετή. Τι αξία έχει το να είσαι διατεθειμένος να ανεχτείς μόνο εκείνα τα πράγματα που εγκρίνεις;
Ο φιλελεύθερος μπορεί να υιοθετεί οποιαδήποτε από μια σειρά ηθικών στάσεων απέναντι σε διάφορα ζητήματα - τα ναρκωτικά, την πορνεία, και ούτω καθεξής - αλλά το μόνο ερώτημα γι’ αυτόν ως φιλελεύθερο δεν είναι αν αυτοί οι τρόποι δραστηριότητας πρέπει να επαινούνται ή εάν είναι ένας κατάλληλος τρόπος ανθρώπινης δραστηριότητας συνολικά, αλλά μόνο αν συμμετέχοντας σε τέτοιες δραστηριότητες ένα άτομο παραβιάζει την ελευθερία ενός άλλου. Εάν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι όχι, τότε αυτός ο τρόπος δραστηριότητας δεν μπορεί να απαγορευτεί καταναγκαστικά, όσο κι αν αποδοκιμάζεται.
Φυσικά, σε μια κοινωνία που βασίζεται σε φιλελεύθερες αρχές, κάποιος έχει το δικαίωμα να επιτρέπει -ή να αρνείται να επιτρέψει- οποιαδήποτε συμπεριφορά επιλέγει στην ιδιοκτησία του, και οι άλλοι μπορούν να κάνουν το ίδιο. Συνεπώς, σε μια τέτοια κοινωνία, θα ήταν δυνατόν κάποιος να έχει το δικαίωμα (όσο άσκοπο κι αν είναι να το κάνει) να απαγορεύει -σε κατόχους αδειοδότησης εντός της ιδιοκτησίας του- τύπους συμπεριφοράς που αποδοκιμάζει ηθικά, επί ποινή ανάκλησης της άδειας, όπως ακριβώς έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από έναν επισκέπτη στο σπίτι του να φύγει, εάν η συμπεριφορά του γίνει απαράδεκτη ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο ή και για κανέναν λόγο. Ένα τέτοιο δικαίωμα υφίσταται ανεξάρτητα από το αν μια ιδιοκτησία ανήκει σε ένα άτομο ή σε ολόκληρη την κοινότητα. Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, θα μπορούσαν οι συντηρητικές αρχές να αποκτήσουν ισχύ σε μια φιλελεύθερη κοινωνία.
Είναι, λοιπόν, ο συντηρητισμός και ο φιλελευθερισμός εγγενώς αντίθετοι μεταξύ τους ή είναι δυνατόν να είσαι συντηρητικός και φιλελεύθερος ταυτόχρονα; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα, όπως και σε πολλά άλλα, είναι: εξαρτάται. Εξαρτάται κυρίως από τη θέση από την οποία ξεκινά κανείς.
Όπως είδαμε, ο συντηρητισμός έχει τις ρίζες του σε μια προδιάθεση αντίστασης στην ταχεία και θεμελιώδη αλλαγή, και αποδοχής μόνο εκείνων των αλλαγών που είναι, ας πούμε, μεταρρυθμιστικές και οργανικές. Οι συντηρητικοί εκτιμούν την τάξη και την αρετή πάνω απ’ όλα, ενώ η ελευθερία είναι μόνο μία αξία μεταξύ άλλων και δεν είναι σε καμία περίπτωση κυρίαρχη. Ο φιλελεύθερος, αντίθετα, θεωρεί την ελευθερία ως τη θεμελιώδη και απαραίτητη προϋπόθεση μιας ζωής που είναι πραγματικά ανθρώπινη. Δεν είναι η μόνη αξία - ο φιλελεύθερος αναγνωρίζει την αγάπη, τη φιλία, τον αλτρουισμό, το θάρρος, τη φιλανθρωπία - αλλά καμία από τις άλλες αξίες δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν είμαστε ελεύθεροι. Είναι αλήθεια ότι κάποιο είδος συμπεριφορικών προσομοιώσεων αυτών των αρετών μπορεί να προκληθεί μέσω εξαναγκασμού, κρατικής ρύθμισης και βίας, αλλά οι «αρετές» αυτές είναι ζοφερά κινούμενα πτώματα από τα οποία η πραγματική ζωή έχει απομακρυνθεί.
Αν κάποιος ξεκινήσει από μια συντηρητική θέση, τηρώντας τις συντηρητικές αξίες, θα είναι πάντα έτοιμος να θυσιάσει την ελευθερία για άλλες, πιο σημαντικές αξίες. Μπορεί κανείς να είναι, στην καλύτερη περίπτωση, φιλελεύθερος για τις ηλιόλουστες μέρες, αλλά όχι για τις μέρες με χιόνι και πάγο. Αν κάποιος ξεκινήσει από μια φιλελεύθερη θέση, μπορεί να υιοθετήσει και να προσαρμόσει τις συντηρητικές αξίες με τρόπο που να συμπληρώνει και να ενσαρκώνει τη δέσμευσή του στην ελευθερία, υπό την προϋπόθεση ότι, με αυτόν τον τρόπο, δεν θέτει σε κίνδυνο την πρωταρχική του δέσμευση στην ελευθερία.
Αν κάποιος ξεκινήσει από μια συντηρητική θέση, είναι απίθανο να γίνει ποτέ φιλελεύθερος ή να υποστηρίξει τον φιλελευθερισμό, εκτός αν υποστεί μια πολιτικο-φιλοσοφική μεταστροφή. Ωστόσο, αν κάποιος ξεκινήσει από μια φιλελεύθερη θέση, μπορεί, χωρίς απαραίτητα να είναι υποχρεωμένος, να αποδεχτεί την ευρετική αξία της παράδοσης και την πρωθύστερη (αλλά ανατρέψιμη) κανονιστικότητα του εθίμου και της συνήθειας.
Προσπάθησα να δείξω ότι ο φιλελευθερισμός δεν καταλήγει απαραίτητα σε λιμπερτινισμό. Ένας, λίγο πολύ, σίγουρος τρόπος για να αποτραπεί η κατάρρευσή του σε λιμπερτινισμό είναι να υιοθετήσει τις πολιτισμικές βασικές αξίες του συντηρητισμού, και αυτό οι φιλελεύθεροι είναι ελεύθεροι να το κάνουν. Ο συντηρητισμός, από την άλλη πλευρά, βρίσκεται πάντα στο έλεος των ερωτημάτων - ποιανού η παράδοση; ποια έθιμα; ποιες συνήθειες; Αν αναπτύξει μια ηθική και ορθολογική απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, τότε έχει πάψει να είναι ριζικά συντηρητικός και έχει αρχίσει να κινείται προς μια κατεύθυνση που, πιστεύω, θα τον οδηγήσει να ασπαστεί τη θεμελιώδη θέση της ελευθερίας ως την απαραίτητη προϋπόθεση όλων των αρετών, και έτσι να μετατραπεί σε μια μορφή φιλελευθερισμού.
[Πηγή άρθρου: Can Conservatives Be Libertarians?]













