Η Ε.Ε. επαυξάνει τις πολιτικές της στασιμότητας, απτόητη
Όταν οι κυβερνήσεις επιδοτούν τη χαμηλή παραγωγικότητα και τιμωρούν την υψηλή παραγωγικότητα με τεράστιους φόρους, η οικονομία υποφέρει. Αυτός είναι ο λόγος που η Ευρώπη μένει στάσιμη.
Ετικέτες: Κράτος
Άρθρο του κορυφαίου οικονομολόγου Daniel Lacalle, δημοσιευμένο στις 31/01/2025.
Πολλοί συμμετέχοντες στην αγορά έμειναν έκπληκτοι, βλέποντας ότι η Von Der Leyen και ο Scholz στο Νταβός ακολουθούν απτόητοι τις πολιτικές που έβλαψαν σοβαρά την ΕΕ. Ωστόσο, αυτή είναι η τυπική συμπεριφορά των γραφειοκρατών.
Σε μια προβλέψιμη κίνηση, οι γραφειοκράτες της ΕΕ επέλεξαν να εκμεταλλευτούν τη νέα κυβέρνηση Τραμπ σαν εξωτερικό εχθρό, αντί να αδράξουν την ευκαιρία για να απελευθερώσουν τις τεράστιες δυνατότητες των οικονομιών τους. Οι γραφειοκράτες δεν νοιάζονται για τα αποτελέσματα, νοιάζονται για τη γραφειοκρατία.
Η Ursula Von Der Leyen εξέφρασε την ακλόνητη δέσμευσή της για την υποστήριξη των οικονομικών και κλιματικών στρατηγικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν υποστήριξε ότι «η Ευρώπη θα συνεχίσει στην τρέχουσα πορεία της», μια στάση που χαρακτηρίζεται από στασιμότητα, υψηλούς φόρους, χαμηλή ανταγωνιστικότητα και υπερβολικό χρέος. Η Συμφωνία του Παρισιού «συνεχίζει να είναι η καλύτερη ελπίδα όλης της ανθρωπότητας», επανέλαβε. «Η Ευρώπη θα παραμείνει στην πορεία της και θα συνεχίσει να συνεργάζεται με όλα τα έθνη που θέλουν να προστατεύσουν τη φύση και να σταματήσουν την υπερθέρμανση του πλανήτη».
Αυτή η δήλωση είναι απλώς εσφαλμένη. Η ΕΕ χρησιμοποίησε τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα ως εργαλείο οικονομικού και κοινωνικού ελέγχου, προκαλώντας ζημιά στη βιομηχανική και επιχειρηματική της υποδομή. Στην πραγματικότητα, η Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα πέτυχε το αντίθετο από τους επιδιωκόμενους στόχους της. Η ΕΕ εξαρτάται πλέον περισσότερο από τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου και άνθρακα για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του εφοδιασμού. Οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το κλίμα έχουν μειώσει τις εκπομπές αερίων, απλά επειδή παρέλυσαν την οικονομική ανάπτυξη και τη βιομηχανική παραγωγή.
Η τεχνολογία, ο ανταγωνισμός και οι ελεύθερες αγορές είναι απαραίτητες για την προστασία του περιβάλλοντος, όχι ο παρεμβατισμός.
Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει όταν διαβάζουμε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα παρουσιάσει το σχέδιό της για έναν «ανταγωνιστικό προσανατολισμό» χωρίς να μειώσει τις υπερβολικές κρατικές δαπάνες ή να εξαλείψει οποιοδήποτε από τα φορολογικά και νομοθετικά βάρη που έχουν παραλύσει την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τα τελευταία 16 χρόνια, το ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 94%, ενώ το ονομαστικό ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυξήθηκε μόνο κατά 11,2%. Αυτό συνέβη σε μια περίοδο τεράστιων δημοσιονομικών και νομισματικών «πακέτων τόνωσης», συμπεριλαμβανομένων του Σχεδίου Γιούνκερ και του Ταμείου της ΕΕ Επόμενης Γενιάς, καθώς και αρνητικών ονομαστικών επιτοκίων. Η στασιμότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι συνέπεια μιας αλυσίδας προγραμμάτων δαπανών που προωθούνται από τον δημόσιο τομέα, τα οποία έχουν αφήσει ένα αποτύπωμα χρέους χωρίς πραγματική αύξηση της παραγωγικότητας.
Από το 2010 έως το 2023, η παραγωγικότητα στην ΕΕ αυξήθηκε μόνο κατά 5%, σημαντικά χαμηλότερη από την αύξηση 22% στις ΗΠΑ την ίδια περίοδο. Πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό;
Όταν οι κυβερνήσεις επιδοτούν τη χαμηλή παραγωγικότητα και τιμωρούν την υψηλή παραγωγικότητα με τεράστιους φόρους, η οικονομία καταρρέει.
Οι αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαιολογούν αυτή την τάση, αναφέροντας την άνοδο της Κίνας και τις αναδυόμενες οικονομίες ως τους λόγους για τη σχετική ευρωπαϊκή παρακμή. Ωστόσο, το μερίδιο του παγκόσμιου ΑΕΠ για την ΕΕ έχει μειωθεί από 34% το 1960 σε 15% το 2024, ενώ στις ΗΠΑ σημειώθηκε αύξηση από 25% εκατό σε 28% στο ίδιο χρονικό διάστημα.
Οι κοινωνικοί δείκτες είναι επίσης σημαντικά φτωχότεροι. Το ποσοστό ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 5,9% τον Νοέμβριο του 2024. Την ίδια περίοδο, το ποσοστό ανεργίας στις Ηνωμένες Πολιτείες καταγράφηκε στο 4,2%. Ωστόσο, χώρες όπως η Ισπανία και η Ελλάδα έχουν ποσοστά ανεργίας 11,2% και 9,6%, αντίστοιχα, με τον πληθυσμό να κινδυνεύει από φτώχεια και αποκλεισμό στο 27% στην Ισπανία, στο 25% στην Ελλάδα και κατά μέσο όρο 21% στην ΕΕ, σύμφωνα με στη Eurostat, με το 13% του πληθυσμού να ζει σε συνθήκες φτώχειας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το αντίστοιχο με το ευρωπαϊκό ποσοστό είναι 22%, με το 11% του πληθυσμού να ζει σε συνθήκες φτώχειας.
Το όριο κινδύνου φτώχειας της ΕΕ για ένα άτομο που ζει μόνο του στη Γερμανία, το πλουσιότερο έθνος της, ήταν 14.124 δολάρια ετησίως. Στην Ισπανία, διαμορφώθηκε στα 10.393 δολάρια σύμφωνα με το INE. Στις ΗΠΑ, ήταν 14.580 δολάρια σύμφωνα με επίσημα στοιχεία. Αυτό σημαίνει ότι οι φτωχοί στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι πλουσιότεροι και λιγότεροι από ό,τι στην Ευρώπη.
Η θλιβερή αλήθεια είναι ότι το υποτιθέμενο κοινωνικό συμβόλαιο και οι τεράστιες κρατικές δαπάνες δεν βοήθησαν την Ευρώπη σε κανέναν τομέα και η μέση φορολογική επιβάρυνση είναι δέκα μονάδες υψηλότερη στην ΕΕ από ό,τι στις ΗΠΑ, σύμφωνα με το Tax Foundation.
Στην Ευρώπη, είναι πολύ συνηθισμένο να κατηγορούμε την οικονομική της αδυναμία στην έλλειψη υποστήριξης από την κεντρική τράπεζα. Αυτό είναι απλώς ψευδές. Η αύξηση της προσφοράς χρήματος (Μ2) στη ζώνη του ευρώ από το 2020 έως το 2025 ήταν περίπου 15 τοις εκατό και ο ισολογισμός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) είναι σημαντικά μεγαλύτερος από εκείνον της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο ισολογισμός της ΕΚΤ ανέρχεται στο 42% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, έχοντας φτάσει στο ανώτατο όριο του 69%, ενώ ο ισολογισμός της Fed είναι 24,4% του αμερικανικού ΑΕΠ, έχοντας φτάσει στο ανώτατο όριο του 37%. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) εφάρμοσε αρνητικά ονομαστικά επιτόκια στις 11 Ιουνίου 2014 και διατήρησε ανέπαφα τα εργαλεία της ρευστότητας.
Η ΕΚΤ χαρακτηρίστηκε από μια πολιτική εξαιρετικής διευκόλυνσης (σ.σ. του πληθωρισμού του χρήματος), η οποία εστιάζει στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών με στόχο πληθωρισμού «κάτω, αλλά κοντά στο 2% μεσοπρόθεσμα».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι το ζωντανό πρότυπο του νεοκεϋνσιανισμού και υστερεί σε κάθε κοινωνικό και οικονομικό τομέα, χάνοντας όλες τις ευκαιρίες της στην ενέργεια, την τεχνολογία και τη βιομηχανία. Γραφειοκρατία, υψηλοί φόροι και άστοχες παρεμβατικές πολιτικές.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να ευδοκιμήσει με χαμηλότερες κρατικές δαπάνες, φορολογικές περικοπές και εξάλειψη της γραφειοκρατίας, επειδή διαθέτει το ανθρώπινο κεφάλαιο, τις επιχειρήσεις και τους επιχειρηματίες για να το πετύχει. Ωστόσο, οι ηγέτες της ΕΕ δεν θέλουν να μειώσουν τον παρεμβατισμό και τους στόχους του ελέγχου τους στην οικονομία, οδηγώντας σε σημαντικό κίνδυνο να υποκύψει η ΕΕ στην Κίνα, αντί να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ.
Το πρόβλημα της ΕΕ δεν είναι ο Τραμπ, είναι η παρεμβατική πολιτική ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Δείτε επίσης:










