Καταρρίπτοντας τον μύθο του «φονταμενταλισμού της αγοράς»
Ο φιλελευθερισμός διατηρεί καλύτερα τις παραδόσεις που αξίζει να διατηρηθούν και διευκολύνει τις πολιτισμικές αλλαγές που εκφράζουν την πρόοδο, χωρίς να χρειάζεται κάποιος πολιτισμικός πόλεμος.
Ετικέτες: Συντηρητισμός, Ελεύθερες Αγορές, Φιλοσοφία, Προστατευτισμός
Άρθρο του Βίνσεντ Κουκ, δημοσιευμένο στις 12/7/2025. Μπορείτε να ακούσετε αυτό το άρθρο μέσω της εφαρμογής του Substack για κινητά.
Οι υποστηρικτές του κινήματος των «Εθνικιστών Συντηρητικών» (ή «NatCon») το οποίο έχει καταλάβει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα των ΗΠΑ κατηγορούν τελευταία τους φιλελεύθερους ότι αφήνουν τον «φονταμενταλισμό της αγοράς» να εμποδίζει τους πολιτικούς από το να λάβουν πρακτικά μέτρα, ώστε να σώσουν την αμερικανική κοινωνία από τα προβλήματά της. Στον πρόλογο του βιβλίου του «Rebuilding American Capitalism», ο Oren Cass - επικεφαλής οικονομολόγος του επιδραστικού think tank American Compass - τάσσεται υπέρ μιας παρεμβατικής πολιτικής:
Η ανοικοδόμηση του αμερικανικού καπιταλισμού είναι ένα έργο κατεξοχήν των συντηρητικών. Οι φιλελεύθεροι δεν μπορούν να κατανοήσουν τα πολλά υποστηρίγματα που απαιτεί ο καπιταλισμός ή να επιτρέψουν τον ρόλο του κράτους στην παροχή τους. Οι προοδευτικοί περιφρονούν ένα σύστημα που αφήνει τόσα πολλά στην ιδιωτική πρωτοβουλία και είναι πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν δημόσια προγράμματα για να παράσχουν ό,τι δεν παρέχει η αγορά. Μόνο οι συντηρητικοί έχουν την απαραίτητη ευγνωμοσύνη για ό,τι έχει λειτουργήσει στο παρελθόν, την προτίμηση για ένα σύστημα ελεύθερης επιχειρηματικότητας που, και προσφέρει την ελευθερία και επιβάλλει υποχρεώσεις, και επίσης κατανοούν την ανάγκη για να διαμορφώνουν οι θεσμοί όσους συμμετέχουν στην αγορά και την ανάγκη για περιορισμούς, ώστε να διοχετεύουν παραγωγικά τη φιλοδοξία τους.
Στον χαρακτηρισμό του για την αμερικανική πολιτική των τελευταίων δεκαετιών, κατηγορεί για την υπονόμευση των κοινοτήτων τους συντηρητικούς, που ασπάστηκαν την οικονομική ελευθερία, την προώθηση της χρηματιστικοποίησης και της παγκοσμιοποίησης, έναντι της εγχώριας εκβιομηχάνισης, και την υπονόμευση της υποτιθέμενης θετικής συνεισφοράς των εργατικών συνδικάτων:
Η συνοδευτική ατζέντα των φορολογικών περικοπών, της απορρύθμισης και του ελεύθερου εμπορίου ταίριαζε απόλυτα σε μια ιδεολογία ελευθερίας αποκομμένη από κάθε αντίληψη ευδοκίμησης, αλλά ως οικονομική πολιτική ήταν μια καταστροφή για το έθνος. Η παγκοσμιοποίηση συνέτριψε την εγχώρια βιομηχανία και την απασχόληση, αφήνοντας πίσω της τις κατεστραμμένες κοινότητες. Η χρηματιστικοποίηση μετατόπισε το κέντρο βάρους της οικονομίας από τον απλό λαό στη Γουόλ Στριτ, τροφοδοτώντας μια έκρηξη στα εταιρικά κέρδη, παράλληλα με τη στασιμότητα των μισθών και τη μείωση των επενδύσεων. Η παρακμή των συνδικάτων κόστισε στους εργαζόμενους την ισχύ τους στην αγορά, τη φωνή τους στον χώρο εργασίας και την πρόσβαση σε μια ζωτική πηγή κοινοτικής υποστήριξης. Αυτές οι τάσεις, που επευφημούνταν ενεργά από τη Δεξιά, συνέβαλαν στην αυξανόμενη ανισότητα, στην επιβράδυνση της καινοτομίας, στον περιορισμό των ευκαιριών και στην απώλεια της ασφάλειας της μεσαίας τάξης.
Υπάρχει μια πληθώρα σφαλμάτων και παρανοήσεων στα επιχειρήματα του Cass περί «φονταμενταλισμού της αγοράς», αλλά ας επικεντρωθούμε σε μερικές βασικές έννοιες. Η πρώτη βασική έννοια - ο φιλελευθερισμός - είναι μια πολιτική φιλοσοφία που ασπάζεται πολύ περισσότερα από απλώς τις ελεύθερες αγορές. Η καθοριστική αρχή του φιλελευθερισμού είναι ότι τα άτομα θα πρέπει να είναι ελεύθερα να κάνουν οτιδήποτε δεν προκαλεί επιθετικότητα κατά των δικαιωμάτων των άλλων ατόμων, και αυτά τα δικαιώματα νοούνται με βάση την ιδιοκτησία κάθε ατόμου επί του εαυτού του και επί της ειρηνικά αποκτηθείσας περιουσίας του. Αυτό σημαίνει ότι ένας ιδιοκτήτης έχει αποκλειστικό έλεγχο στη χρήση και τη διάθεση όλων όσων κατέχει.
Ο αποκλεισμός εκ μέρους των ιδιοκτητών είναι εξίσου κρίσιμος για μια φιλελεύθερη κοινωνία με την ελευθερία των συναινούντων ενηλίκων να πραγματοποιούν τις επιθυμίες τους στις αγορές. Αυτές οι ιδιωτικές διακρίσεις υπονοούν ότι τα αντικοινωνικά άτομα, τα οποία περιφρονούν τα πολιτισμικά πρότυπα που διευκολύνουν την κοινωνική συνεργασία, ή υιοθετούν αυτοκαταστροφικούς τρόπους ζωής, δεν μπορούν να υποχρεώνουν τους άλλους να επωμίζονται το κόστος της ανεύθυνης συμπεριφοράς τους. Το σχολείο των σκληρών πληγμάτων και της σκληρής αγάπης που χαρακτηρίζει μια ελεύθερη κοινωνία είναι ένας πολύ πιο αυστηρός δάσκαλος της ηθικής από οποιαδήποτε μάταιη προσπάθεια των κυβερνήσεων να επιβάλουν την αρετή, καθώς τα πάθη δεν είναι εγκλήματα και οι πολιτικοί είναι πολύ απληροφόρητοι για τις εκάστοτε περιστάσεις και διαφθείρονται πολύ εύκολα από την εξουσία, για να τους εμπιστευτεί κανείς το καθήκον να υπαγορεύουν την ηθική στους άλλους.
Η εσφαλμένη εξίσωση του φιλελευθερισμού με τον «φονταμενταλισμό της αγοράς» παρακάμπτει πολλές από τις σημαντικές διακρίσεις μεταξύ των φιλελεύθερων, των συντηρητικών και των προοδευτικών στάσεων σχετικά με την πολιτική σημασία της παράδοσης και της πολιτισμικής αλλαγής. Για έναν φιλελεύθερο, ούτε η παράδοση ούτε η αλλαγή είναι εγγενώς καλές ή κακές. Αντίθετα, η πνευματική και ηθική αυτονομία των ενηλίκων ατόμων, που καθίσταται δυνατή χάρη στα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα, είναι απαραίτητη για την ανακάλυψη, την πραγμάτωση και την εκτίμηση οποιωνδήποτε αξιών βελτιστοποιούν την επιδίωξη της ευτυχίας τους. Τόσο η διατήρηση των πραγματικά πολύτιμων παραδόσεων, όσο και η πρόοδος προς πραγματικά βελτιωμένες αξίες, απαιτούν από κάθε άτομο να είναι ελεύθερο να παρεκκλίνει από τις παραδόσεις, αλλά και να είναι υποχρεωμένο να υποστεί (ή να απολαύσει, ανάλογα με την περίπτωση) τις συνέπειες αυτής του της παρέκκλισής.
Ο φιλελευθερισμός προωθεί μια πιο υγιή εξέλιξη του πολιτισμού, δίνοντας κίνητρα για την αφομοίωση σε μια κοινή γλώσσα και σε κανόνες που αντικατοπτρίζουν γνήσια τις ανάγκες που προκύπτουν από την ανθρώπινη φύση και από τις απαιτήσεις για κοινωνική συνεργασία, ενώ παράλληλα επιτρέπει να σχηματίζονται και να συνυπάρχουν ειρηνικά διαφορετικές υποκουλτούρες, που εξυπηρετούν καλύτερα τις πιο εξειδικευμένες ανάγκες διαφορετικών υποσυνόλων της κοινωνίας. Το φιλελεύθερο κοινωνικό σύστημα είναι αυτό που διατηρεί καλύτερα τις παραδόσεις που πραγματικά αξίζουν να διατηρηθούν και διευκολύνει καλύτερα τις πολιτισμικές αλλαγές που πραγματικά αντιπροσωπεύουν την πρόοδο, όλα αυτά χωρίς να χρειάζεται κανείς να διεξάγει έναν «πολιτισμικό πόλεμο» για να διασφαλίζει την υπεροχή των δικών του ιδιαίτερων σκοπών έναντι όλων των άλλων. Όπως εξήγησε ο Ludwig von Mises αναφορικά με τη σχέση μεταξύ των διαφορετικών ατομικών σκοπών και της κοινωνικής συνεργασίας:
Η κοινωνία δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο, το μέσο με το οποίο κάθε μέλος της επιδιώκει να επιτύχει τους δικούς του σκοπούς. Το γεγονός ότι η κοινωνία είναι εφικτή οφείλεται στο γεγονός ότι η θέληση ενός ατόμου και η θέληση ενός άλλου βρίσκονται συνδεδεμένες σε μια κοινή προσπάθεια. Η κοινότητα της εργασίας πηγάζει από την κοινότητα της θέλησης. Επειδή μπορώ να αποκτήσω αυτό που θέλω μόνο αν ο συμπολίτης μου πάρει αυτό που θέλει, η θέληση και η δράση του γίνονται τα μέσα με τα οποία μπορώ να επιτύχω τον δικό μου σκοπό. Επειδή η θέλησή μου περιλαμβάνει αναγκαστικά και τη δική του θέληση, η πρόθεσή μου δεν μπορεί να είναι να ματαιώσω τη θέλησή του. Πάνω σε αυτό το θεμελιώδες γεγονός χτίζεται όλη η κοινωνική ζωή.
Μόλις κατανοήσουμε την άποψη του Mises ότι η κοινωνία χρησιμεύει ως μέσο για την ταυτόχρονη επίτευξη πολλών διαφορετικών σκοπών και όχι ως αυτοσκοπός, γίνεται σαφές ότι ο φιλελευθερισμός δεν είναι «αποκομμένος από οποιαδήποτε αντίληψη περί ευδοκίμησης» όπως ισχυρίζεται ο κ. Cass. Τα άτομα πρέπει να κρίνουν για λογαριασμό τους τι απαιτεί η «ευδοκίμησή» τους, και η ιδιωτική ιδιοκτησία είναι ο θεσμός που διασφαλίζει τις ανεξάρτητες κρίσεις τους μέσα στην κοινωνία. Η επιβολή αξιών στα άτομα με τη βία παραλύει την ικανότητά τους να χρησιμοποιούν τη δική τους λογική και τις προσωπικές τους εμπειρίες, ώστε να ευθυγραμμίζουν τις αξίες τους με την έμφυτη φύση τους και με την ικανότητά τους να λειτουργούν στην κοινωνία. Είναι η ιδεολογία του NatCon που είναι αποκομμένη από οποιαδήποτε αντίληψη για το πώς η σύνδεση της ελευθερίας με την προσωπική ευθύνη είναι αυτό που διευκολύνει καλύτερα την επιδίωξη της ευτυχίας από όλους.
Αυτό μας φέρνει στη δεύτερη βασική έννοια. Ο καπιταλισμός είναι ένα οικονομικό σύστημα που χαρακτηρίζεται από την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Στην πιο αγνή του λεσέ-φερ μορφή, αναδύεται ως λογική συνέπεια του φιλελευθερισμού. Εγγενής στον καπιταλισμό είναι η αρχή ότι μόνο ο καπιταλιστής ιδιοκτήτης έχει την διακριτική ευχέρεια ως προς τη χρήση και τη διάθεση του κεφαλαίου του. Κάθε φορά που μια κυβέρνηση παρεμβαίνει για να «διαμορφώσει» τον καπιταλιστή και να «διοχετεύσει» τη φιλοδοξία του καπιταλιστή σε σχέση με τη χρήση του κεφαλαίου του, όπως απαιτεί ο Cass, το κράτος (δηλαδή, ορισμένες πολιτικές ελίτ) και όχι ο καπιταλιστής είναι αυτή που ελέγχει την τελική χρήση και διάθεση αυτού του κεφαλαίου. Το κράτος γίνεται ο de facto ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής, ενώ ο de jure ιδιώτης ιδιοκτήτης γίνεται απλώς ένα ακόμη γρανάζι στη γραφειοκρατική μηχανή του κράτους.
Ο σοσιαλισμός είναι το σωστό όνομα για κάθε οικονομικό σύστημα όπου η παραγωγή κυριαρχείται από έναν τέτοιο κυβερνητικό σχεδιασμό, και ο κορπορατισμός είναι το σωστό όνομα για τη μορφή σοσιαλισμού όπου διατηρείται ένα τέτοιο νομικό πλάσμα ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Δεν υπάρχει τρίτο σύστημα που να μπορεί βρεθεί ακριβώς στη μέση μεταξύ της καπιταλιστικής και της σοσιαλιστικής κατεύθυνσης στον τρόπο χρήσης ενός κεφαλαιουχικού αγαθού, όπως εξήγησε ο Mises στο άρθρο του που δείχνει το πώς η πολιτική της μέσης οδού οδηγεί στον σοσιαλισμό.
Ο κ. Cass αρνείται ότι θέλει να ανατρέψει πλήρως το ιδιωτικό σύστημα της παραγωγής υπέρ του σοσιαλισμού. Η άποψή του είναι ότι ο καπιταλισμός θα πρέπει να «στηρίζεται και να περιορίζεται κατάλληλα» από παρεμβατικά μέτρα, έτσι ώστε η οικονομία να «υπηρετεί όχι μόνο την οικογένεια και την κοινότητα, αλλά και το έθνος». Όπως το βλέπει:
Το συντηρητικό όραμα απαιτεί, επομένως, οι αγορές όχι μόνο να κατανέμουν τα κεφάλαια σε παραγωγικές χρήσεις και να εξυπηρετούν τους καταναλωτές στη χαμηλότερη δυνατή τιμή, αλλά και να δημιουργούν ένα φάσμα ασφαλών και αξιοπρεπών θέσεων εργασίας, στις οποίες άτομα με ποικίλες ικανότητες, με ποικίλα ενδιαφέροντα, σε διαφορετικούς τόπους μπορούν να οικοδομήσουν αξιοπρεπείς ζωές. Με την πάροδο του χρόνου, η αγορά πρέπει να παράγει μια ανάπτυξη που να είναι ευρέως διαδεδομένη και βιώσιμη - ένας όρος που υιοθετήθηκε από το περιβαλλοντικό κίνημα, αλλά ισχύει και για άλλα θεμέλια ενός ελεύθερου και ευημερούντος έθνους, τα οποία οι δυνάμεις της αγοράς θα τείνουν να διαβρώσουν. Τα βιομηχανικά κοινά αγαθά απαιτούν προστασία, για να διασφαλιστεί ότι η κεφαλαιακή τους βάση, το απόθεμα ταλέντων και τα κέντρα καινοτομίας τροφοδοτούν την αύξηση της παραγωγικότητας και παρέχουν τους πόρους για την εθνική άμυνα. Το ίδιο ισχύει και για την αγορά εργασίας, για να διασφαλιστεί ότι οι εργαζόμενοι του έθνους είναι απαραίτητοι για την οικονομική επιτυχία και προετοιμασμένοι να συμβάλουν σε αυτήν. Το ίδιο ισχύει και για τον κοινωνικό ιστό, για να διασφαλιστεί η αίσθηση του τόπου, οι σχέσεις φροντίδας που βασίζονται στην αμοιβαία υποχρέωση και η αλληλεγγύη για την επίλυση των προβλημάτων και την αντιμετώπιση των απειλών.
Υπάρχουν πολλά στα παράπονα του Cass για τον καπιταλισμό που απηχούν την αριστερή προοδευτική ρητορική. Οι εθνικο-συντηρητικοί και οι προοδευτικοί συμφωνούν ουσιαστικά ότι ένα λεσέ-φερ καπιταλιστικό σύστημα, που δίνει προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση των επιθυμιών των καταναλωτών, δεν εξυπηρετεί κανένα από τα ουτοπικά «οράματά» τους για το πώς θα έπρεπε να είναι η κοινωνία. Εστιάζοντας τις επιθέσεις τους στον καπιταλισμό, που εξυπηρετεί τις επιθυμίες των καταναλωτών, και οι δύο τύποι αντι-φιλελεύθερων αγνοούν το γεγονός ότι ένα καπιταλιστικό σύστημα δίνει επίσης κίνητρα για την ικανοποίηση των επιθυμιών για καλύτερες συνθήκες εργασίας, για αυξήσεις στα αποθέματα των κεφαλαιουχικών αγαθών και των εργασιακών δεξιοτήτων, καθώς και για την οικοδόμηση σχέσεων φροντίδας μεταξύ τους. Αν κάποιος πιστεύει ότι αυτά τα πράγματα δεν είναι αρκετά άφθονα, δεν μπορεί να ρίξει δικαιωματικά το φταίξιμο στον καπιταλισμό.
Αντίθετα, υπάρχουν δύο ύποπτοι που μπορούν να κατηγορηθούν. Πρώτον, ίσως οι περισσότεροι Αμερικανοί -μη συμμεριζόμενοι το όραμα του Cass- δεν επιθυμούν αυτά τα πράγματα τόσο επειγόντως όσο πιστεύει ότι θα όφειλαν, και δεν είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν άλλα πράγματα που επιθυμούν περισσότερο. Σε αυτή την περίπτωση, η καταφυγή στον παρεμβατισμό αντί της πειθούς ισοδυναμεί με την τυραννική επιβολή των αξιών του NatCon στους υπόλοιπους, σαμποτάροντας τον καπιταλισμό. Ο παρεμβατισμός ως μέσο διεξαγωγής πολιτισμικού πολέμου δεν μπορεί παρά μόνο να διαλύσει τον κοινωνικό ιστό, να σπείρει τους σπόρους του αμοιβαίου μίσους και της σύγκρουσης και να διαλύσει οποιοδήποτε αίσθημα αλληλεγγύης μπορεί να έχουν οι πολίτες. Επιπλέον, δύσκολα μπορεί κανείς να σαμποτάρει την καπιταλιστική παραγωγή για πολύ καιρό χωρίς να χρειαστεί να την αντικαταστήσει με ένα άλλο σύστημα παραγωγής. Είτε το θέλει ο Cass είτε όχι, ο παρεμβατισμός του NatCon θα μας ωθούσε προς μια κορπορατιστική εκδοχή του σοσιαλισμού.
Δεύτερον, ίσως η αμερικανική οικονομία να μην είναι πραγματικά τόσο ελεύθερη, παρά τα κηρύγματα των συντηρητικών περί «φονταμενταλισμού της αγοράς». Τα εμπειρικά στοιχεία των τελευταίων πενήντα τεσσάρων ετών δείχνουν ότι η διόγκωση του κοινωνικού κράτους και η χρηματοδότησή του μέσω της δημιουργίας fiat χρήματος (σ.σ. που δεν υποστηρίζεται από τον χρυσό κι επομένως πληθωρίζεται κατά βούληση από τα κράτη) είναι οι κύριες αιτίες της αποβιομηχάνισης της Αμερικής. Οι παρεμβάσεις του NatCon, όπως ένα βιομηχανικό ταμείο, οι προστατευτικοί δασμοί και οι αυξημένες κρατικές δαπάνες, δεν μπορούν παρά μόνο να επιταχύνουν την αποβιομηχάνιση. Είναι το αυτονόητο γεγονός ότι οι άνθρωποι έχουν τους δικούς τους σκοπούς και οι λογικές επιπτώσεις αυτού του γεγονότος - όχι κάποια τυφλή «φονταμενταλιστική» πίστη στις αγορές - που οδηγεί στο αδιάσειστο συμπέρασμα ότι χρειαζόμαστε περισσότερη ιδιωτική ιδιοκτησία και προσωπική ευθύνη για να διορθώσουμε αυτό το πρόβλημα, όχι περισσότερους κρατικούς ελέγχους και υποσχέσεις για δωρεάν πράγματα. Οι NatCons είναι οι αληθινοί ένοχοι για την προώθηση οικονομικών μύθων που βασίζονται σε τυφλή πίστη.










