Η ανηθικότητα της αναδιανομής έναντι της ηθικής της αγοράς
Οι προοδευτικοί πλασάρουν την κρατική παρέμβαση σαν «προστασία» των καταναλωτών και των εργαζομένων. Σε κάθε περίπτωση, η ελεύθερη αγορά κάνει καλύτερη δουλειά στην προστασία όλων των συμμετεχόντων.
Ετικέτες: Γραφειοκρατία και Ρύθμιση, Προοδευτισμός, Οικονομική Ελευθερία, Ελεύθερες Αγορές
23/01/2026 • Άρθρο του Finn Andreen
Η αναδιανομή βρίσκεται στην καρδιά των προβλημάτων που μαστίζουν σήμερα τις δυτικές κοινωνίες και όλες όσες τις μιμούνται. Μια ένδειξη προέρχεται από το πρόθεμα «ανα-» σε αυτή τη λέξη, το οποίο υπονοεί μια δεύτερη διανομή που λαμβάνει χώρα επιπλέον μιας προηγούμενης. Έμμεση είναι η ιδέα ότι αυτή η δεύτερη διανομή λαμβάνει χώρα επειδή η πρώτη θεωρείται ελαττωματική. Ωστόσο, αυτή η αρχική διανομή είναι η φυσική διαδικασία της ελεύθερης αγοράς, ενώ η δεύτερη διανομή -ή αναδιανομή- οργανώνεται τεχνητά από το κράτος.
Η ελεύθερη διανομή της αγοράς
Η φυσική διαδικασία διανομής της ελεύθερης αγοράς είναι η τάση της προς την εξισορρόπηση όλων των συντελεστών παραγωγής σε ολόκληρη την κοινωνία. Αυτή η διαδικασία περιγράφεται καλύτερα από τον Mises στο Human Action (1949), στο κεφάλαιο XV, και από τον Rothbard στο Man, Economy, and State (1961), στα κεφάλαια 7 και 8. Όπως έγραψε ο Rothbard, υπάρχει μια «γενική τάση προς την ομοιομορφία της τιμής οποιουδήποτε αγαθού στην αγορά » (η πλάγια γραφή στο πρωτότυπο), συμπεριλαμβανομένων των αγαθών, των υπηρεσιών, των μισθών, των επιτοκίων και των ποσοστών απόδοσης.
Η εργασία (δηλαδή οι εργαζόμενοι που αναζητούν εργασία) ρέει από τις περιοχές με χαμηλότερους μισθούς, στις περιοχές με συγκριτικά υψηλότερους μισθούς. Όπως εξήγησε ο Mises, «Όπως συμβαίνει με τους υλικούς συντελεστές της παραγωγής, έτσι και ο συντελεστής της εργασίας κατανέμεται σε εκείνες τις θέσεις εργασίας στις οποίες εξυπηρετεί καλύτερα τους καταναλωτές. Επικρατεί η τάση να μην σπαταλιέται καμία ποσότητα εργασίας για την ικανοποίηση μιας λιγότερο επείγουσας ζήτησης, εάν η πιο επείγουσα ζήτηση εξακολουθεί να μην ικανοποιείται». Ομοίως, το κεφάλαιο ρέει από τις περιοχές με χαμηλότερους ρυθμούς απόδοσης προς τις περιοχές με υψηλότερους ρυθμούς. Μια διαδικασία που φυσικά τείνει να ευθυγραμμίζει αυτούς τους ρυθμούς, καθώς και, σύμφωνα με τα λόγια του Rothbard, «να καθιερώνει ένα ενιαίο επιτόκιο σε όλες τις χρονικές αγορές της οικονομίας».
Ο Rothbard συνόψισε: «ανεξάρτητα από τη μορφή της αγοράς, το αποτέλεσμα της διαδικασίας της αγοράς είναι πάντα να τείνει προς την επίτευξη ισορροπίας...» Αυτή η κατάσταση ισορροπίας, που ο Mises αποκαλεί επίσης ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία, είναι «ένα πλασματικό σύστημα στο οποίο οι τιμές αγοράς όλων των αγαθών και υπηρεσιών συμπίπτουν με τις τελικές τιμές». Αυτή η κατάσταση δεν επιτυγχάνεται ποτέ στον πραγματικό κόσμο «της συνεχώς μεταβαλλόμενης πραγματικότητας, των αλλαγών στις κλίμακες αξίας και στους πόρους». Η κατανομή της ελεύθερης αγοράς είναι μια διαρκής βελτιστοποίηση της χρήσης των συντελεστών παραγωγής, όπως υπάρχουν σε κάθε δεδομένη στιγμή.
Δεδομένου ότι τα επιτόκια, οι μισθοί και οι τιμές των αγαθών δεν επιτρέπεται να κυμαίνονται ελεύθερα σήμερα, αυτή η φυσική κατανομή έχει υποστεί μια σοβαρή αναστολή, οδηγώντας με την πάροδο του χρόνου στη στασιμότητα που βιώνουν πολλές οικονομίες σήμερα. Αντί να δώσουν μια ευκαιρία στον καθαρό καπιταλισμό, που περιγράφεται πιο πάνω, το ένστικτο των σχεδιαστών του κράτους, των νεοκεϋνσιανών ειδικών και των οπαδών της Σύγχρονης Νομισματικής Θεωρίας (ΜΜΤ) είναι να επαυξήσουν τις προσπάθειές τους όταν έρχεται η αναπόφευκτη παρακμή: συνήθως εισάγουν ελέγχους τιμών, μειώνουν τεχνητά το επιτόκιο, αυξάνουν τη δημοσιονομική πίεση και υποστηρίζουν ακόμη περισσότερο κρατικό χρέος, ώστε να υποστηρίξουν δαπάνες που αντανακλούν μόνο εν μέρει τις καταναλωτικές απαιτήσεις.
Η αναποτελεσματικότητα της κρατικής αναδιανομής
Η αναδιανομή συμβαίνει όταν το κράτος προσπαθεί να βελτιώσει τη φυσική κατανομή της ελεύθερης αγοράς, αλλά με αυτόν τον τρόπο καταπνίγει αυτή τη διαδικασία της αγοράς, εμποδίζοντάς την να λειτουργήσει σωστά. Η μαζική αναδιανομή του εισοδήματος πραγματοποιείται από πολυεπίπεδες κρατικές γραφειοκρατίες, χρησιμοποιώντας εργαλεία όπως ο πληθωρισμός, η φορολογία, οι μεταβιβάσεις, οι πιστώσεις και οι επιδοτήσεις.
Υφίσταται τοπική, περιφερειακή, εθνική, ακόμη και υπερεθνική αναδιανομή· δηλαδή, κατά απρόσμενο τρόπο, μεταξύ διαφορετικών οικονομιών με διαφορετικές φορολογικές βάσεις. Μια τέτοια αναδιανομή καθοδηγείται από την πολιτική απόρριψη οποιωνδήποτε πολιτισμικών ή γεωγραφικών διαφορών, όσον αφορά την παραγωγικότητα και το βιοτικό επίπεδο. Αλλά γιατί να ζουν οι Έλληνες όπως οι Γερμανοί, όταν δεν παράγουν όπως οι Γερμανοί; Αντί να αφήσουν την ελεύθερη κατανομή της αγοράς να εξομαλύνει τέτοιες διαφορές με την πάροδο του χρόνου, οι περιοχές υψηλότερης παραγωγικότητας εξαναγκάζονται να επιδοτούν περιοχές χαμηλότερης παραγωγικότητας.
Η πλειοψηφία συχνά αποδέχεται την αναδιανομή από ωφελιμιστική άποψη, βασιζόμενη στην εσφαλμένη αντίληψη ότι «όλα επιστρέφουν στην κοινωνία» και ότι «τίποτα δεν χάνεται», επομένως «όλοι ωφελούνται έμμεσα». Αλλά, όπως γράφει σωστά ο καθηγητής James Rolph Edwards, «δεν είναι ποτέ δυνατό για την κυβέρνηση να φορολογεί ένα σύνολο ατόμων και να αναδιανέμει το ίδιο ποσό σε ένα σύνολο δικαιούχων επιδομάτων». Ο καθηγητής Edwards συνεχίζει: «Οι δημόσιοι φορείς της αναδιανομής του εισοδήματος εκτιμάται ότι απορροφούν σε γενικά έξοδα περίπου τα δύο τρίτα κάθε δολαρίου που τους έχει προϋπολογιστεί, και σε ορισμένες περιπτώσεις έως και τα τρία τέταρτα κάθε δολαρίου». Η αναδιανομή θα μπορούσε επομένως να απορριφθεί μόνο για λόγους αναποτελεσματικότητας, για να μην αναφέρουμε την ηθική πτυχή του ζητήματος.
Όμως η αναποτελεσματικότητα της αναδιανομής υπερβαίνει την απλή σπατάλη του υπάρχοντος εισοδήματος του ιδιωτικού τομέα από το κράτος, καθώς υπονομεύει επίσης τα κίνητρα για εργασία, στρεβλώνει τις ιδιωτικές επενδύσεις και την κατανάλωση και εμποδίζει πολλές επιχειρηματικές ιδέες να υπάρξουν έστω και ως σκέψη. Έτσι, η αναδιανομή είναι αναποτελεσματική και επειδή εμποδίζει την πιθανή συσσώρευση πλούτου, με την έννοια του «αυτού που δεν φαίνεται» του Bastiat. Αυτό σημαίνει ότι η αναποτελεσματικότητα από μόνη της αποτελεί ένα ηθικό επιχείρημα κατά της αναδιανομής.
Η ανηθικότητα της κρατικής αναδιανομής
Η αναδιανομή —είτε από ιδιώτες είτε από εταιρείες— δεν είναι μόνο ανήθικη επειδή είναι αναποτελεσματική, αλλά, πιο ουσιαστικά, επειδή παραβιάζει τα δικαιώματα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Σε αντίθεση με την κατανομή της αγοράς που βασίζεται στην εθελοντική ανταλλαγή, η κρατική αναδιανομή είναι ηθικά εσφαλμένη επειδή γίνεται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των κατόχων του εισοδήματος. Το αποτέλεσμα είναι η μείωση της συσσώρευσης πλούτου και της οικονομικής ανάπτυξης της ελεύθερης αγοράς, βλάπτοντας άμεσα και έμμεσα τα άτομα και τις εταιρείες.
Μια φιλανθρωπική και ρεαλιστική θέση θα μπορούσε να αποδεχτεί την αναδιανομή που οργανώνεται μόνο σε δημοτικό επίπεδο σύμφωνα με τον κανόνα της πλειοψηφίας. Αυτό θα εξακολουθούσε να αποτελεί παραβίαση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, τουλάχιστον για ορισμένους ιδιοκτήτες, αλλά θα ήταν ηθικά πολύ καλύτερο από την μαζική υπάρχουσα εθνική (και υπερεθνική) αναδιανομή. Αλλά αυτό δεν είναι αποδεκτό για την κυρίαρχη μειοψηφία, επειδή αντιβαίνει στις δυνάμεις του συγκεντρωτισμού.
Η αναδιανομή δεν είναι μόνο ηθικά λανθασμένη, αλλά το κράτος και οι λακέδες του έχουν στην πραγματικότητα το θράσος να χρησιμοποιούν ηθικά επιχειρήματα για να την δικαιολογήσουν. Η ηθική δικαιολόγηση που χρησιμοποιείται για αυτόν τον παρεμβατισμό είναι η υποτιθέμενη ανάγκη για «ισότητα», «κοινωνική δικαιοσύνη» ή «αλληλεγγύη». Αυτή η πεποίθηση είναι τόσο βαθιά, που οι δικαιολογίες αυτές σχεδόν ποτέ δεν αμφισβητούνται, ακόμη και από τους καθαρούς συνεισφέροντες, οι οποίοι υφίστανται το μεγαλύτερο ξάφρισμα από όλους!
Για τους Μαρξιστές, ο στόχος ήταν η ακραία αναδιανομή «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του». Οι σοσιαλιστές έχουν τον εξίσου ριζοσπαστικό στόχο της «ισότητας του αποτελέσματος». Εάν εφαρμοστούν, τέτοιου είδους σχέδια συνήθως οδηγούν μέσα σε μια γενιά στην κατάρρευση της κοινωνίας. Η ελαφρύτερη εκδοχή, που βασίζεται επίσης σε μια ηθική «ανάγκη» για εξίσωση της κοινωνίας, δηλαδή, η «ισότητα ευκαιριών», εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες στις δυτικές κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων φυσικά των ΗΠΑ, συμβάλλοντας στην οικονομική επιβράδυνση και στις κοινωνικές εντάσεις.
Στην περίπτωση της αναδιανομής μέσω του πληθωρισμού, δεν δίνεται καμία ηθική δικαιολόγηση. Αντίθετα, ο πραγματικός ορισμός του πληθωρισμού - η τεχνητή αύξηση της προσφοράς χρήματος και της πίστωσης από το κράτος μέσω μιας κεντρικής τράπεζας - είναι πάντα κρυμμένος. Όπως έγραψε ο Rothbard, «Η νομισματική επέκταση είναι ένα τεράστιο σχέδιο κρυφής αναδιανομής». Αυτή η μυστικότητα δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς ο πληθωρισμός είναι ένας οπισθοδρομικός φόρος (σ.σ. με την έννοια ότι πλήττει τους φτωχότερους) λόγω του φαινομένου Cantillon και επειδή οι αυξήσεις στις τιμές των βασικών αγαθών επηρεάζουν περισσότερο τους λιγότερο εύπορους. Αντίθετα, για να κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα, η συμβατική άποψη λέει ότι ο πληθωρισμός των τιμών είναι ένα φυσικό φαινόμενο, μολονότι η κατανομή των τιμών στην ελεύθερη αγορά οδηγεί σε αποπληθωρισμό των τιμών, όπως είδαμε πιο πάνω.
Στο βιβλίο του «Η ηθική της αναδιανομής» (1952), ο Bertrand de Jouvenel είδε την αναδιανομή του εισοδήματος και ως πολιτική, ως «αναδιανομή της εξουσίας από τα άτομα στο Κράτος». Πράγματι, καθώς το κράτος αναλαμβάνει έναν ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο στη συλλογή, διαχείριση και διανομή ενός ολοένα και μεγαλύτερου μέρους του εθνικού εισοδήματος, υπάρχει μια μετατόπιση στην ισορροπία δυνάμεων από την κοινωνία των πολιτών προς το κράτος, η οποία συχνά εκφράζεται ως μια απογοητευτική εξάρτηση από τη γενναιοδωρία ισχυρών αλλά ανώνυμων δημοσίων υπαλλήλων.
Το δημοκρατικό σύστημα επιδεινώνει το πρόβλημα της αναδιανομής, καθώς το εκλογικό σώμα τείνει να ψηφίζει υπέρ των υποσχέσεων για περισσότερα κοινωνικά επιδόματα. Η κυβερνώμενη πλειοψηφία συμβάλλει έτσι άθελά της στην αποσάρθρωση της κοινωνίας, σε μια διαδικασία παρόμοια με μια «τραγωδία των κοινών αγαθών», μέσω της οποίας το πιθανό βραχυπρόθεσμο πολιτικό κέρδος του ψηφοφόρου επιτυγχάνεται εις βάρος της κοινωνίας μακροπρόθεσμα, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου. Η ολέθρια επίδραση της αναδιανομής είναι η αποδυνάμωση της ατομικής ευθύνης για την προσωπική ευημερία και του ενδιαφέροντος για την αμοιβαία βοήθεια. Το αποτέλεσμα είναι η ανάπτυξη μιας κεντρικής γραφειοκρατίας, αναποτελεσματικής και απρόσωπης, αντί της αποκεντρωμένης συνεργασίας και της φιλανθρωπίας που ενισχύουν τους κοινοτικούς δεσμούς σε μια ελεύθερη κοινωνία.
Ενάρετη αγορά εναντίον άδικου κράτους
Η διαφορά μεταξύ των δύο τύπων διανομής στην κοινωνία είναι έντονη. Η διανομή στην αγορά είναι μια ελεύθερη και εθελούσια διαδικασία βελτιστοποίησης, που καθοδηγείται από τις προτιμήσεις των καταναλωτών. Επομένως, είναι ενάρετη και θεμελιωδώς δίκαιη, σεβόμενη πλήρως την ιδιωτική ιδιοκτησία. Η αναδιανομή από το κράτος, από την άλλη πλευρά, είναι αναποτελεσματική, καταναγκαστική και συχνά αυθαίρετη. Είναι κακόβουλη για την κοινωνία και θεμελιωδώς άδικη, καθώς παραβιάζει συστηματικά τα δικαιώματα ιδιοκτησίας. Είναι επομένως απαραίτητο να προειδοποιούμε το κοινό σχετικά με την αναδιανομή και αντ’ αυτού να το ενημερώνουμε για τη φυσική διανομή από την ελεύθερη αγορά.
[Πηγή άρθρου: Virtuous Market Distribution vs. Nefarious State Redistribution]









