Ο μύθος της κεϋνσιανής «παγίδας ρευστότητας»
Η επιθετική μείωση των επιτοκίων από το κράτος και την κεντρική του τράπεζα, θα μπορούσε να επιφέρει επιτόκια που δεν μπορούν να μειωθούν περαιτέρω. Η κατάσταση αυτή αποκαλείται «παγίδα ρευστότητας».
Ετικέτες: Αυστριακή Σχολή
Άρθρο του Frank Shostak, δημοσιευμένο στις 12/9/2024 από το Mises Institute.
Πολλοί οικονομολόγοι υποθέτουν λανθασμένα ότι η οικονομική δραστηριότητα παρουσιάζεται με ακρίβεια σαν μια κυκλική ροή του χρήματος. Ότι οι δαπάνες του ενός γίνονται μέρος των κερδών του άλλου, κι ότι οι δαπάνες του άλλου ατόμου γίνονται μέρος των κερδών του πρώτου ατόμου. Υποθέτοντάς το αυτό, οι υφέσεις αποδίδονται στο γεγονός ότι τα άτομα -για οποιουσδήποτε ψυχολογικούς λόγους- αποφάσισαν να μειώσουν τις δαπάνες τους και να αυξήσουν τις αποταμιεύσεις τους.
Για παράδειγμα, εάν ορισμένα άτομα έχουν γίνει λιγότερο βέβαια για το μέλλον, είναι πιθανό να μειώσουν τις δαπάνες τους και να «αποθησαυρίσουν» (αποταμιεύσουν) περισσότερα χρήματα. Επομένως, από τη στιγμή που τα άτομα ξοδεύουν λιγότερα, αυτό (σ.σ. υποτίθεται ότι) θα επιδεινώσει αναγκαστικά την κατάσταση κάποιου άλλου ατόμου, το οποίο με τη σειρά του μειώνει επίσης τις δαπάνες του. Επομένως, υποτίθεται ότι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος - η μείωση της βεβαιότητας κάνει ένα άτομο να ξοδεύει λιγότερα και να «αποθησαυρίζει» περισσότερα χρήματα- αυτό μειώνει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα τα άτομα να «αποθησαυρίζουν» περισσότερα χρήματα, και ούτω καθ’ εξής.
Ακολουθώντας αυτές τις εσφαλμένες υποθέσεις η κεντρική τράπεζα, προκειμένου να αποτρέψει μια ύφεση από το να βγει εκτός ελέγχου, πρέπει να επεκτείνει την προσφορά χρήματος και να μειώσει επιθετικά τα επιτόκια. Μόλις τα άτομα αποκτήσουν περισσότερα χρήματα στις τσέπες τους, υποτίθεται ότι η εμπιστοσύνη τους θα αυξηθεί και θα αρχίσουν να ξοδεύουν ξανά, αποκαθιστώντας έτσι την «κυκλική ροή» του χρήματος.
Από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε να προκύψει μια κατάσταση κατά την οποία η επιθετική μείωση των επιτοκίων από την κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να επιφέρει επιτόκια που δεν θα μπορούσαν να μειωθούν περαιτέρω. Ως αποτέλεσμα, η κεντρική τράπεζα δεν θα ήταν σε θέση να αναζωογονήσει την οικονομία. Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται ως «παγίδα ρευστότητας». Υποτίθεται ότι η παγίδα ρευστότητας θα μπορούσε να προκύψει επειδή οι ιδιώτες θα μπορούσαν να υιοθετήσουν την άποψη ότι τα επιτόκια έχουν πιάσει πάτο και ότι τα επιτόκια θα έπρεπε στη συνέχεια να αυξηθούν, οδηγώντας σε κεφαλαιακές απώλειες στην κατοχή ομολόγων. Ως αποτέλεσμα, η ζήτηση των ατόμων για χρήμα θα γινόταν εξαιρετικά υψηλή, υπονοώντας ότι τα άτομα θα «αποθησαύριζαν» χρήματα και θα αρνούνταν να τα ξοδέψουν, όσο κι αν η κεντρική τράπεζα προσπαθούσε να επεκτείνει την προσφορά χρήματος.
Οι περισσότεροι εμπειρογνώμονες είναι της άποψης ότι μόλις η πολιτική χαμηλών επιτοκίων καταστεί αναποτελεσματική, οι νομισματικές αρχές θα πρέπει να παρέμβουν και να δαπανήσουν. Οι δαπάνες μπορούν να αφορούν κάθε είδους έργα. Αυτό που έχει σημασία εδώ είναι ότι πρέπει να αντληθούν πολλά χρήματα μέσω του πληθωρισμού του χρήματος και των πιστώσεων. Αυτό αναμένεται να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Με το προσδοκώμενο υψηλότερο επίπεδο εμπιστοσύνης, οι καταναλωτές είναι πιθανό να μειώσουν τις αποταμιεύσεις τους και να αυξήσουν τις δαπάνες τους, αποκαθιστώντας έτσι την «κυκλική ροή» του χρήματος.
Η παγίδα «ρευστότητας» εμφανίζεται εξαιτίας της έλλειψης καταναλωτικών δαπανών;
Σύμφωνα με ορισμένες λαοπρόβλητες απόψεις, η διαρκώς διευρυνόμενη νομισματική ροή είναι το κλειδί για την οικονομική ευημερία - θεωρείται ότι αυτό που κινεί την οικονομική ανάπτυξη είναι οι δαπάνες. Όταν τα άτομα ξοδεύουν περισσότερα από τα χρήματά τους, αυτό συνεπάγεται ότι αποταμιεύουν λιγότερα. Αντίστροφα, όταν τα άτομα μειώνουν τις χρηματικές τους δαπάνες, αποταμιεύουν περισσότερα. Η αποταμίευση υποτίθεται ότι είναι κακό μαντάτο για την οικονομία - ότι όσο περισσότερα άτομα αποταμιεύουν, τόσο χειρότερα γίνονται τα πράγματα. Η «παγίδα ρευστότητας» προέρχεται από την υπερβολική αποταμίευση και την έλλειψη δαπανών, σύμφωνα με αυτή τη θεωρία.
Παρατηρήστε, ωστόσο, ότι τα άτομα δεν πληρώνουν σε τελική ανάλυση με τα χρήματα, αλλά με τα αγαθά που έχουν παράγει. Ο κύριος ρόλος του χρήματος είναι να εκπληρώνει το ρόλο του μέσου ανταλλαγής. Ως εκ τούτου, η ζήτηση για αγαθά περιορίζεται από την παραγωγή αγαθών και όχι από την ποσότητα του χρήματος καθ’ εαυτή. (Ο ρόλος του χρήματος είναι να διευκολύνει την ανταλλαγή των αγαθών).
Το να υποθέσουμε ότι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να έχουν σχεδόν απεριόριστη ζήτηση για χρήμα, που θα οδηγούσε σε απεριόριστες αποταμιεύσεις και σε μια «παγίδα ρευστότητας», θα σήμαινε ότι κανείς δεν θα αντάλλασσε αγαθά. Προφανώς, αυτό δεν είναι μια ρεαλιστική πρόταση, ιδίως δεδομένου του γεγονότος ότι τα άτομα χρειάζονται αγαθά για να υποστηρίξουν τη συνέχιση της ύπαρξής τους.
Ως μέσο ανταλλαγής, το χρήμα μπορεί να βοηθήσει μόνο στην ανταλλαγή των αγαθών ενός παραγωγού με τα αγαθά ενός άλλου παραγωγού. Η υπηρεσία του ανταλλακτικού μέσου που παρέχει το χρήμα δεν έχει καμία σχέση με την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών καθ’ εαυτή. Αυτό που επιτρέπει την αύξηση αυτών των αγαθών είναι η παραγωγή, η αποταμίευση και η συσσώρευση κεφαλαιουχικών αγαθών. Με περισσότερα κεφαλαιουχικά αγαθά (δηλ. εργαλεία και μηχανήματα), αυξάνεται η ικανότητα των ατόμων να παράγουν αγαθά αποτελεσματικότερα, σε μεγαλύτερη ποσότητα και καλύτερη ποιότητα.
Η λεγόμενη «παγίδα ρευστότητας» δεν προκύπτει ως απάντηση στις μεγάλες αυξήσεις της ζήτησης για χρήμα από τους καταναλωτές, αλλά είναι αποτέλεσμα των επεκτατικών νομισματικών πολιτικών, οι οποίες προκαλούν ζημίες και στρεβλώνουν την παραγωγή, την αποταμίευση και τη διάρθρωση του κεφαλαίου.
Η «παγίδα ρευστότητας» και η συρρίκνωση των αποταμιεύσεων
Όσο ο ρυθμός αύξησης των αποταμιεύσεων παραμένει θετικός, αυτό μπορεί να συνεχίσει να συντηρεί τις παραγωγικές και καταναλωτικές δραστηριότητες. Τα προβλήματα εκδηλώνονται όταν, λόγω των «επεκτατικών» νομισματικών πολιτικών, αναδύεται μια δομή παραγωγής που δεσμεύει πολύ περισσότερα παραγωγικά και καταναλωτικά αγαθά από όσα δημιουργεί και συντηρεί. Η υπερβολική κατανάλωση σε σχέση με την παραγωγή κεφαλαιακών και καταναλωτικών αγαθών οδηγεί σε μείωση της αποταμίευσης και του κεφαλαίου. Αυτό, με τη σειρά του, αποδυναμώνει τη στήριξη των ατόμων που απασχολούνται στα διάφορα στάδια της παραγωγικής δομής, με αποτέλεσμα η οικονομία να βυθίζεται σε ύφεση.
Μόλις η οικονομία περιέλθει σε ύφεση λόγω της μείωσης των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων κεφαλαίου, κάθε προσπάθεια της κεντρικής τράπεζας να αναζωογονήσει την οικονομία μέσω περαιτέρω πληθωρισμού θα αποτύχει. Οι προσπάθειες αυτές όχι μόνο δεν θα καταφέρουν να αναζωογονήσουν την οικονομία, αλλά θα εξαντλήσουν τις αποταμιεύσεις και θα στρεβλώσουν περαιτέρω τη διάρθρωση του κεφαλαίου, παρατείνοντας έτσι την οικονομική ύφεση.
Η συρρίκνωση της πραγματικής αποταμίευσης και των επενδύσεων κεφαλαίου αποκαλύπτει τον εσφαλμένο χαρακτήρα της κοινώς αποδεκτής άποψης ότι οι επεκτατικές νομισματικές πολιτικές μπορούν να αναπτύξουν μια οικονομία. Το γεγονός ότι οι πολιτικές των κεντρικών τραπεζών καθίστανται αναποτελεσματικές στην αναζωογόνηση της οικονομίας δεν οφείλεται στην «παγίδα ρευστότητας». Αντίθετα, η συρρίκνωση αυτή προκύπτει εξαιτίας των προηγούμενων επεκτατικών νομισματικών πολιτικών.
Η αναποτελεσματικότητα της πληθωριστικής νομισματικής πολιτικής, για να δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να αναπτύξουν την οικονομία, δεν έχει καμία σχέση με την «παγίδα ρευστότητας». Η αναποτελεσματικότητα είναι πάντοτε παρούσα όποτε οι κεντρικές αρχές προσπαθούν να «αναπτύξουν την οικονομία». Ο μόνος λόγος για τον οποίο φαίνεται ότι αυτές οι πολιτικές «λειτουργούν» είναι επειδή οι αποταμιεύσεις εξακολουθούν να επεκτείνονται κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
Νομισματική ρευστότητα και χρηματιστηριακή αγορά
Όταν η προσφορά του χρήματος αυξάνεται, εισρέει σε διάφορες αγορές, συμπεριλαμβανομένης της χρηματιστηριακής αγοράς. Κάθε φορά που νέο χρήμα εισέρχεται σε μια συγκεκριμένη αγορά, αυτό σημαίνει ότι τώρα έχουμε μεγαλύτερη ποσότητα χρήματος ανά μονάδα αγαθών στη συγκεκριμένη αγορά. Η τιμή ενός αγαθού είναι το χρηματικό ποσό ανά αγαθό, ή ανά περιουσιακό στοιχείο. Συνεπώς, εφόσον όλα τα άλλα πράγματα είναι ίσα, η αύξηση της προσφοράς χρήματος έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των τιμών των αγαθών. Για μια δεδομένη ποσότητα χρήματος, η αξία των αποθεμάτων θα καθορίζεται από τον πραγματικό πλούτο ο οποίος παράγεται και αναμένεται από τις διάφορες δραστηριότητες που αντιπροσωπεύουν τα αποθέματα. Με την επέκταση και την ενίσχυση της υποδομής (δηλαδή των κεφαλαιουχικών αγαθών) προκύπτει περισσότερος πλούτος και, ως εκ τούτου, μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη.
Ωστόσο, όταν η κεντρική τράπεζα τροποποιεί την προσφορά του χρήματος, αυτό παραπλανά τους επενδυτές. Αντιλαμβάνονται την αύξηση του χρήματος σαν αύξηση του πλούτου. Αυτό, με τη σειρά του, τους αναγκάζει να ωθούν τις τιμές του χρηματιστηρίου προς τα πάνω.
Όσο οι αποταμιεύσεις εξακολουθούν να επεκτείνονται, η επεκτατική νομισματική πολιτική της κεντρικής τράπεζας οδηγεί την χρηματιστηριακή αγορά σε άνοδο. Μόλις οι αποταμιεύσεις αρχίσουν να μειώνονται και/ή η κεντρική τράπεζα να συρρικνώνει τη νομισματική πολιτική, το χρηματιστήριο ακολουθεί. Υπό αυτή την έννοια, η προσπάθεια της κεντρικής τράπεζας να αντιμετωπίσει την «παγίδα ρευστότητας» παρατείνει την οικονομική ύφεση και την πτωτική αγορά μετοχών.
Συμπέρασμα
Αντίθετα με την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, αν η οικονομία πέσει στην λεγόμενη «παγίδα ρευστότητας», ο λόγος δεν θα είναι η έντονη αύξηση της ζήτησης χρήματος, αλλά το γεγονός ότι οι προηγούμενες επεκτατικές νομισματικές πολιτικές έχουν εξαντλήσει τις αποταμιεύσεις και έχουν στρεβλώσει τη δομή της παραγωγής.
Δείτε επίσης:
Ο Frank Shostak είναι Associated Scholar του Mises Institute. Η εταιρεία συμβούλων του, Applied Austrian School Economics, παρέχει εμπεριστατωμένες αξιολογήσεις και εκθέσεις για τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τις παγκόσμιες οικονομίες. Πήρε το πτυχίο του από το Hebrew University, το μεταπτυχιακό του από το Witwatersrand University και το διδακτορικό του από το Rands Afrikaanse University και έχει διδάξει στο University of Pretoria και στο Graduate Business School του Witwatersrand University.










