Όχι, για το woke φαινόμενο δεν φταίει ο καπιταλισμός
Η αριστερά ανέκαθεν τον παρουσίαζε σαν εχθρό της κοινωνίας. Τώρα πλέον κι η δεξιά ισχυρίζεται πως ο καπιταλισμός διασπά τους δεσμούς που κρατούν τις κοινωνίες ενωμένες,προωθώντας έτσι τον νεομαρξισμό.
Ετικέτες: Καπιταλισμός, Δημοκρατία, Φιλελευθερισμός, Συντηρητισμός, Πολιτισμικός μαρξισμός
20/2/2026 • Άρθρο της Γουαντζίρου Ντζόγια
Σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Chronicles, με τίτλο «Αφυπνισμός (wokeness) και Καπιταλισμός», ο Neema Parvini υποστηρίζει ότι «οι προϋποθέσεις του αφυπνισμού - η μαζική μετανάστευση, ο φεμινισμός, οι νόμοι περί ισότητας κ.λπ. - είναι οι αναπόφευκτοι καρποί του καπιταλισμού». Υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός «προσποιείται ότι καθιστά τα άτομα «κυρίαρχα» αφού τα προσελκύσει στην εργατική δύναμη, ενώ παράλληλα εξουδετερώνει τις προσπάθειές τους για πολιτική οργάνωση».
Τονίζει τη συσχέτιση μεταξύ των φιλελεύθερων δημοκρατιών της ελεύθερης αγοράς και της κυριαρχίας του αφυπνισμού, επισημαίνοντας ότι «οι λιγότερο αφυπνισμένες περιοχές στην Ευρώπη αντιπροσωπεύονται από το πρώην σοβιετικό μπλοκ. Οι πιο αφυπνισμένες περιοχές είναι εκείνες που συνδέονται στενότερα με τις ΗΠΑ, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία...» Για να κατανοήσουμε το πλαίσιο του επιχειρήματος του Parvini, αξίζει να συμβουλευτούμε την κριτική του David Gordon, στην οποία παρατήρησε ότι ο Parvini ασκεί κριτική στις ελεύθερες αγορές από μια συντηρητική οπτική γωνία:
Πολλοί από αυτούς, όχι όλοι, επικρίνουν την ελεύθερη αγορά από την δεξιά σκοπιά: Ότι (η αγορά) υποβάλλει όλους τους κοινωνικούς δεσμούς στον «δεσμό των χρημάτων», μια φράση που επινόησε ο Thomas Carlyle, ένα από τα θέματα του Parvini. Με αυτόν τον τρόπο, η αγορά εκτοπίζει τις αρετές του θάρρους και της τιμής.
Απαντώντας, πρέπει πρώτα να γίνει μια γενική παρατήρηση σχετικά με τη διάκριση μεταξύ συσχέτισης και αιτιότητας. Εάν ο καπιταλισμός ορίζεται ως η οικειοθελής ανταλλαγή που βασίζεται στα δικαιώματα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και στις ελεύθερες αγορές, τότε δεν μπορεί να ειπωθεί ότι προκάλεσε την άνοδο της «μαζικής μετανάστευσης, του φεμινισμού, των νόμων περί ισότητας κ.λπ.», πόσο μάλλον ότι το έκανε «αναπόφευκτα». Για παράδειγμα, ο Παρβίνι κατηγορεί τον καπιταλισμό για την επιβολή των εντολών του «αφυπνισμού», δίνοντας το παράδειγμα του αρτοποιού από το Κολοράντο που αναγκάστηκε να φτιάξει τούρτες για γάμους ομοφυλόφιλων και τρανς ατόμων, κάτι που πίστευε ότι παραβίαζε τις χριστιανικές του πεποιθήσεις.
Όμως μια καταναγκαστική ανταλλαγή —ο αρτοποιός που αναγκάζεται να φτιάχνει τούρτες παρά τη θέλησή του— σίγουρα δεν μπορεί να αποδοθεί στον καπιταλισμό, ο οποίος βασίζεται στην εθελοντική ανταλλαγή. Το ίδιο ισχύει και για την έννοια του «ατομικισμού», για την οποία έχει χυθεί πολύ μελάνι από τους υπερασπιστές της ατομικής ελευθερίας. Οι κλασικοί φιλελεύθεροι δεν θεωρούν τον ατομικισμό (σ.σ. τα απαραβίαστα δικαιώματα του ατόμου) ως ατομιστικό (εγωπαθή). Αντίθετα, η εθελοντική ανταλλαγή προϋποθέτει την ανθρώπινη αλληλεπίδραση, καθώς λογικά ένα ατομιστικό άτομο που κρύβεται μακριά από τον κόσμο δεν μπορεί να κάνει συναλλαγές με τον εαυτό του. Ο Λούντβιχ φον Μίζες τόνισε τη σημασία της αμοιβαίας ανταλλαγής, υποστηρίζοντας ότι «Η έννοια της ελευθερίας αναφέρεται πάντα στις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων... Η κοινωνία είναι ουσιαστικά η αμοιβαία ανταλλαγή υπηρεσιών».
Ωστόσο, αυτές οι απαντήσεις, οι οποίες βασίζονται στον σωστό ορισμό του καπιταλισμού —διακρίνοντάς τον, για παράδειγμα, από την παρεοκρατία και τον μερκαντιλισμό— δεν επαρκούν για να απαντήσουν σε όσους κατηγορούν τον καπιταλισμό για την ηγεμονία του αφυπνισμού (woke). Δεδομένου ότι ο καπιταλισμός φημίζεται ευρέως για το ότι είναι η αιτία όλων των κοινωνικών και οικονομικών δεινών, οποιαδήποτε υπεράσπιση του καπιταλισμού που βασίζεται σε απορριπτικά επιχειρήματα του τύπου «μα αυτός δεν είναι ο πραγματικός καπιταλισμός» είναι απίθανο να πείσει κανέναν, εκτός από τους ανθρώπους που ήδη αγαπούν τον καπιταλισμό. Ο Parvini μπορεί κάλλιστα, όπως παρατηρεί ο Gordon, «να βασίζεται σε διαισθητικές γνώσεις, παρά σε αυστηρή συλλογιστική», αλλά πρέπει να αναγνωριστεί ότι για πολλούς ανθρώπους οι γνώσεις του θεωρούνται πειστικές, και μάλιστα συναρπαστικές.
Όταν ο Milton Friedman περιγράφει το άτομο ως «κυρίαρχο» στο πλαίσιο της καταναλωτικής επιλογής, ο Parvini το βλέπει αυτό ως έναν παράγοντα που τροφοδοτεί την ευρύτερη κουλτούρα «θα κάνω ό,τι θέλω, και στο διάολο να πάνε όλοι» του προοδευτισμού. Δίνει το παράδειγμα ενός άνδρα που ισχυρίζεται ότι αυτοπροσδιορίζεται ως γυναίκα επειδή είναι κυρίαρχος και «ποιος είσαι εσύ που θα μου πεις το αντίθετο;» Αν και ο Parvini δεν επιχειρεί να δείξει το πώς η εθελούσια ανταλλαγή στην ελεύθερη αγορά και η καταναλωτική επιλογή δημιουργούν «αναπόφευκτα» μια κατάσταση όπου οι άνδρες ισχυρίζονται ότι είναι γυναίκες και εισβάλλουν δια της βίας στις τουαλέτες των κοριτσιών, προσπαθεί να επικαλεστεί μια καπιταλιστική κουλτούρα του κυρίαρχου ατόμου που ευδοκιμεί σε τέτοιου είδους φαινομενικές αντιλήψεις.
Ο καπιταλισμός μπορεί να μην είναι η αιτία του αφυπνισμού/woke με την αυστηρή επιστημονική έννοια, αλλά με την χαλαρή έννοια, κατηγορείται ότι παρέχει τις τέλειες συνθήκες για την αναπαραγωγή και τη διάδοσή του. Ακόμα χειρότερα, λέγεται ότι ματαιώνει τις προσπάθειες των συντηρητικών να αντισταθούν, κάτι που ο Parvini περιγράφει ως «εξουδετέρωση των προσπαθειών τους για πολιτική οργάνωση». Όπως υποστήριξα σε μια προηγούμενη ανάλυση για την ηθική επιχειρηματολογία υπέρ του καπιταλισμού, «Κανένα οικονομικό σύστημα, όσο αποτελεσματικό και παραγωγικό κι αν είναι, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει αν θεωρείται ευρέως ως η ρίζα όλου του κακού».
Ένας άλλος λόγος για τον οποίο οι συζητήσεις στη βάση της ορολογίας δεν καταφέρνουν πολλά όσον αφορά την υπεράσπιση του καπιταλισμού είναι ότι πολλοί δημόσιοι διανοούμενοι που υπερασπίζονται τον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς είναι πράγματι ένοχοι για την υπεράσπιση των ανοιχτών συνόρων, της μαζικής μετανάστευσης και κάθε είδους αφυπνισμού. Δικαιολογούν τα επιχειρήματά τους αναφερόμενοι στον «καπιταλισμό», ισχυριζόμενοι (σ.σ. εσφαλμένα) ότι οι ελεύθερες αγορές απαιτούν την ελεύθερη κυκλοφορία εργασίας και κεφαλαίου. Ομοίως, ορισμένοι «προοδευτικοί» και «φιλελεύθεροι» προωθούν την «μαζική μετανάστευση, τον φεμινισμό, τους νόμους περί ισότητας», ακριβώς όπως ισχυρίζεται ο Parvini, και δικαιολογούν ρητά τις απόψεις τους αναφερόμενοι στον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς. Αυτές οι συζητήσεις, επομένως, δεν είναι απλώς σημασιολογικές.
Οι άμυνες που βασίζονται στην ορολογία —η απάντηση στους επικριτές του καπιταλισμού, επισημαίνοντας απλώς ότι οι ορισμοί τους είναι λανθασμένοι— μπορεί να ικανοποιούν τους πολιτικούς θεωρητικούς και τους υποστηρικτές του καπιταλισμού, αλλά στον δημόσιο λόγο δίνουν απλά την εντύπωση της εκτροπής, ακόμη και όταν είναι δικαιολογημένες. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για επιχειρήματα τύπου «αυτό δεν είναι πραγματικός φιλελευθερισμός» ή «δεν το λένε όλοι οι φιλελεύθεροι», επειδή κανείς δεν έχει τον έλεγχο του ποιος αυτοαποκαλείται προοδευτικός ή φιλελεύθερος (liberal ή libertarian).
Συνεπώς, πρέπει να καταβληθεί κάποια προσπάθεια για να αξιολογηθούν οι επικρίσεις κατά του καπιταλισμού επί της ουσίας. Ο Parvini παραθέτει τον Milton Friedman για να τεκμηριώσει το επιχείρημά του ότι ο καπιταλισμός λειτουργεί ενάντια σε «παραδόσεις, έθιμα, κανόνες, θρησκείες και ούτω καθεξής», σε ένα απόσπασμα όπου ο Friedman δηλώνει:
Η μεγάλη αρετή του συστήματος της ελεύθερης αγοράς είναι ότι δεν την νοιάζει τι χρώμα έχουν οι άνθρωποι· δεν την νοιάζει ποια είναι η θρησκεία τους· το μόνο που την νοιάζει είναι αν μπορούν να παράγουν κάτι που θέλετε να αγοράσετε. Είναι το πιο αποτελεσματικό σύστημα που έχουμε ανακαλύψει για να επιτρέπει σε ανθρώπους που μισούν ο ένας τον άλλον να συναλλάσσονται και να βοηθούν ο ένας τον άλλον.
Οι φίλοι του καπιταλισμού το βλέπουν αυτό ως κάτι καλό — δεν χρειάζεται να επικαλεστείς τον αλτρουισμό του αρτοποιού για να μπορέσεις να αγοράσεις το καθημερινό σου ψωμί, επειδή, εφόσον πληρώνεις την τιμή που σου ζητάει, ο αρτοποιός θα σου το πουλήσει ευχαρίστως. Το γεγονός ότι ο αρτοποιός δεν ενδιαφέρεται για το ποιοι είναι οι πελάτες ωφελεί όλους τους πελάτες. Η οικειοθελής ανταλλαγή δεν εξαρτάται από το να είσαι μέλος του εσωτερικού κύκλου του αρτοποιού.
Ωστόσο πολλοί συντηρητικοί το βλέπουν αυτό σαν κάτι κακό. Όπως το βλέπουν, υπό αυτές τις συνθήκες το κίνητρο να νοιάζεται κανείς για τους άλλους ανθρώπους και να αποφεύγει την αντικοινωνική συμπεριφορά εξαλείφεται. Οι άνθρωποι μπορούν να συμπεριφέρονται όσο άσχημα θέλουν, επειδή, ακόμα κι αν εξοστρακίζονται, μπορούν να αγοράζουν το καθημερινό τους ψωμί. Ο καπιταλισμός, επομένως, τους φαίνεται ότι ενθαρρύνει την αντικοινωνική συμπεριφορά και κάθε είδους πάθη. Επιπλέον, αν ο αρτοποιός δεν ενδιαφέρεται για το ποιοι είναι οι πελάτες του, αρκεί να πληρώνουν, οι πελάτες θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι οι λαθρομετανάστες που έφεραν οι Δημοκρατικοί για να γίνουν οι αιώνιοι ψηφοφόροι τους. Τι γίνεται λοιπόν αν ο γηγενής πληθυσμός αντικατασταθεί από λαθρομετανάστες; Τι διαφορά κάνει αυτό για τον υπέρμαχο της ελεύθερης αγοράς; Γιατί να τον νοιάζει, εφ’ όσον πληρώνει το κόστος του ψωμιού; Πράγματι, αυτή ήταν μια σημαντική πηγή παραπόνων στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η κυβέρνηση κατέβαλλε στους ξενοδόχους μια γενναιόδωρη αμοιβή για να στεγάζουν παράνομους μετανάστες. Οι ξενοδόχοι ήταν ευτυχείς που είχαν κλεισμένα πλήρως τα δωμάτιά τους, επ’ αόριστον, για μια εγγυημένη τιμή που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε τιμή όριζαν, επειδή η κυβέρνηση έχει απύθμενες τσέπες, χάρη στην ευγενική προσφορά του φορολογούμενου.
Κάποιος θα μπορούσε να απαντήσει σε αυτό λέγοντας: «Λοιπόν, αυτό δεν είναι καπιταλισμός, είναι απλώς ευνοιοκρατία και διαφθορά». Όμως αυτή η απάντηση παραβλέπει την υποκείμενη ανησυχία - ο αρτοποιός ή ο ξενοδόχος, που δεν ενδιαφέρεται για το ποιοι είναι οι πελάτες του, θεωρείται από τους καπιταλιστές ήρωας! Αυτή είναι η μεγάλη καταστροφή των δημοσίων σχέσεων που ανέκαθεν πλήττει τον καπιταλισμό και την οποία η Ayn Rand έκανε ό,τι μπορούσε για να αντιμετωπίσει στα μυθιστορήματά της, μετατρέποντας τους καπιταλιστές σε δυνατούς και όμορφους ήρωες και απεικονίζοντας τον εγωισμό ως αρετή.
Ο καπιταλισμός σίγουρα δεν μπορεί να κατηγορηθεί για όσα εκλαμβάνονται σαν ηθικές αποτυχίες των ανθρώπων, αλλά το πιο σημαντικό ερώτημα που εγείρει ο Parvini είναι αν ο καπιταλισμός «αναπόφευκτα» παράγει συστήματα στα οποία τέτοιου είδους ηθικές αποτυχίες είναι πιο πιθανές και, επιπλέον, αν με αυτόν τον τρόπο δίνει κίνητρα (ο καπιταλισμός) στους ανθρώπους να συμπεριφέρονται ακριβώς με τέτοιους τρόπους - οι οποίοι περιγράφονται από τον Parvini ως «οι αναπόφευκτοι καρποί του καπιταλισμού». Για πολλούς συντηρητικούς, η απάντηση είναι ναι. Γι’ αυτό κατηγορούν τον καπιταλισμό, τις ελεύθερες αγορές και τον ατομικισμό για την επικράτηση των κοινωνικών δεινών που απεχθάνονται. Το πολιτικό κόστος για τους συντηρητικούς από την απώλεια των εκλογών, επειδή οι Δημοκρατικοί αποφάσισαν να εισάγουν ψηφοφόρους και οι οπαδοί της ελεύθερης αγοράς αποφάσισαν ότι δεν έχει σημασία ποιοι είναι οι πελάτες ή οι εργαζόμενοι, είναι πράγματι υψηλό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί συντηρητικοί απορρίπτουν τον φιλελευθερισμό και βλέπουν τους φιλελεύθερους ως υπαρξιακούς εχθρούς τους, κι όχι ως πιθανούς συμμάχους τους.
Στο βιβλίο του «Φιλελευθερισμός», ο Λούντβιχ φον Μίζες επαναλαμβάνει ότι ο φιλελευθερισμός δεν ισχυρίζεται ότι είναι μια θεωρία των πάντων. Δεν ισχυρίζεται ότι υπαγορεύει στους ανθρώπους ποια ηθικά πρότυπα πρέπει να τηρούν, ποια κοινωνία πρέπει να προσπαθούν να σφυρηλατήσουν, αν πρέπει να είναι συντηρητικοί ή φιλελεύθεροι, ή σε ποια θρησκεία, αν υπάρχει, πρέπει να πιστεύουν. Στη σπουδαία πραγματεία του «Ανθρώπινη Δράση», επιμένει επίσης ότι η επιστήμη της οικονομολογίας δεν απαντά σε ερωτήματα σχετικά με το ποιες ηθικές, θρησκευτικές ή κοινωνικές αξίες οφείλει να τηρεί κανείς.
Αν κάποιος ευθύνεται για το γεγονός ότι ο καπιταλισμός κατηγορείται ευρέως για ζητήματα που δεν έχουν καμία σχέση με τον καπιταλισμό, δεν είναι μόνο οι επικριτές του, που χρησιμοποιούν τον «καπιταλισμό» σαν μια λέξη πασπαρτού, χωρίς συγκεκριμένο νόημα. Η ευθύνη βαρύνει επίσης τους υπερασπιστές του καπιταλισμού, οι οποίοι υποθέτουν ότι επειδή υπερασπίζονται τον καπιταλισμό, αυτό συνεπάγεται ότι όλες οι προσωπικές τους ηθικές, κοινωνικές και πολιτικές προτιμήσεις είναι απλώς «καπιταλισμός». Όπως έχει δείξει ο Murray Rothbard, ο «καπιταλισμός» δεν σου λέει αν θα είσαι εθνικιστής ή παγκοσμιοποιητής, αν θα υπερασπίζεσαι τα ανοιχτά σύνορα ή την ελεγχόμενη μετανάστευση. Αυτά είναι πολιτικά ζητήματα για τα οποία οι άνθρωποι πρέπει να αποφασίσουν οι ίδιοι.
[Πηγή άρθρου: Capitalism Is Not to Blame for Wokeness]











