Milei: Ο Μακιαβέλι είναι νεκρός. Γιατί η πολιτική χωρίς ιδιοκτησιακά δικαιώματα, κανόνες και ηθικά όρια δεν μπορεί να λειτουργήσει
Η πολιτική οικονομία βασίζεται στο μακιαβελικό δίκαιο του ισχυρού. Ωστόσο, η εξουσία δεν μπορεί να βγάλει δισεκατομμύρια άτομα από τη φτώχεια, όπως οι ελεύθερες αγορές και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα.
Ετικέτες: Ελεύθερες Αγορές, Javier Milei, Ιδιοκτησιακά Δικαιώματα
6/2/2026 • Τζένι Τζόι Σούμαν
Μπορείτε να ακούσετε αυτό το άρθρο μέσω της εφαρμογής του Substack για κινητά.
Η ομιλία του Χαβιέρ Μιλέι στο Νταβός σηματοδοτεί μια αποφασιστική ρήξη με μια κυρίαρχη πολιτική νοοτροπία: την πεποίθηση ότι η διατήρηση και η επέκταση της πολιτικής εξουσίας δικαιολογεί τον ηθικό συμβιβασμό και ότι η πολιτική εξουσία πρέπει να κρίνεται πρωτίστως από την αποτελεσματικότητα και όχι από τη νομιμότητά της. Αυτή η λογική του «δικαίου του ισχυρότερου» διατυπώθηκε ίσως με τον πιο συνεκτικό τρόπο ως πολιτική φιλοσοφία από τον πρώιμο σύγχρονο στοχαστή, Νικολό Μακιαβέλι, στο επιδραστικό έργο του Il Principe (Ο ηγεμόνας). Αυτήν την μακιαβελική έκκληση για εξουσία ανεξάρτητα από το ηθικό κόστος απορρίπτει ο Μιλέι.
Στον πυρήνα του επιχειρήματος του προέδρου της Αργεντινής βρίσκεται ένας απλός αλλά ριζοσπαστικός ισχυρισμός: η αποτελεσματικότητα και η δικαιοσύνη δεν είναι αντίπαλες, αλλά συμπληρωματικές διαστάσεις, που μπορούν να συνυπάρχουν μόνο εντός του καπιταλισμού. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη σύγχρονη τάση να αντιμετωπίζουμε τις αγορές ως ένα στενά περιορισμένο αναγκαίο κακό, σαν απλές μηχανές που χρειάζονται τεχνοκρατική βελτιστοποίηση, ενώ η κυβερνητική παρέμβαση παρουσιάζεται σαν ένα απαραίτητο αγαθό για την επίτευξη της «δικαιοσύνης». Μια τέτοια δυϊστική κοσμοθεωρία παραβλέπει τη δυναμική φύση του οικονομικού συστήματος. Οι αγορές λειτουργούν, όχι επειδή σχεδιάζονται σκόπιμα από μια κεντρική αρχή, αλλά επειδή τα άτομα είναι ελεύθερα να ενεργούν, να πειραματίζονται, να αποτυγχάνουν, να μαθαίνουν και να προσαρμόζονται. Αυτή η διαδικασία, ωστόσο, απαιτεί κάτι που δεν είναι της μόδας στη σύγχρονη πολιτική: σταθερούς ηθικούς και νομικούς κανόνες που βασίζονται στα ατομικά δικαιώματα.
Τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα καταδεικνύουν ξεκάθαρα αυτό το σημείο. Στις κυρίαρχες πολιτικές συζητήσεις, η ιδιοκτησία συχνά αντιμετωπίζεται ως διαπραγματεύσιμη, υποκείμενη στην φορολογία, την ρύθμιση ή την αναδιανομή κάθε φορά που γίνεται επίκληση «υψηλότερων στόχων». Ο Milei αντιστρέφει αυτήν την υπόθεση. Τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα δεν αποτελούν παραχώρηση από το κράτος, αλλά ένα προ-πολιτικό δικαίωμα του ατόμου. Η ιδιωτική ιδιοκτησία είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε οικονομική δραστηριότητα: εμπόριο, αποταμίευση, επενδύσεις και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Εάν οι δρώντες δεν μπορούν να εμπιστευτούν ότι θα διατηρήσουν τους καρπούς της εργασίας τους, σταματούν να παράγουν, να καινοτομούν και να αναλαμβάνουν κινδύνους. Ο σχηματισμός κεφαλαίου επιβραδύνεται, η επιχειρηματικότητα εξατμίζεται και η ευημερία μειώνεται. Αντί να αποδίδει δικαιοσύνη, η συνεχής διάβρωση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας δημιουργεί στασιμότητα και φτώχεια.
Αυτό δεν είναι ηθικολογία· είναι κάτι εμπειρικό. Όταν οι κυβερνήσεις τιμωρούν την επιτυχία ενώ κοινωνικοποιούν (επιμερίζουν) την αποτυχία, τα κίνητρα αποδυναμώνονται με προβλέψιμους τρόπους - οι επιχειρηματίες γίνονται επιφυλακτικοί, οι ροές κεφαλαίων κατευθύνονται αλλού και η καινοτομία σταματά. Αυτές οι επιπτώσεις μπορούν να παρατηρηθούν επανειλημμένα σε όλο τον δυτικό κόσμο, και ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική. Η ίδια η Αργεντινή προσφέρει ένα σαφές παράδειγμα. Για χρόνια, διαδοχικές κυβερνήσεις βασίζονταν σε ελέγχους κεφαλαίων, φόρους εξαγωγών, παρεμβάσεις στις τιμές και νομισματική χρηματοδότηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Το αποτέλεσμα δεν ήταν η κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά ο χρόνιος πληθωρισμός, η φυγή κεφαλαίων και η κατάρρευση των επενδύσεων. Μέχρι το 2023, ο ετήσιος πληθωρισμός ξεπερνούσε το 200%, οι αποταμιεύσεις διαβρώνονταν και η παραγωγική δραστηριότητα μετατοπιζόταν ολοένα και περισσότερο στην άτυπη οικονομία. Αυτές οι συνέπειες δεν ήταν αποτέλεσμα της αποτυχίας της αγοράς, αλλά της συστηματικής πολιτικής παρέμβασης στις τιμές, τα κέρδη και την περιουσία. Όταν τα έσοδα κατάσχονται και οι ζημίες πολιτικοποιούνται, οι ορθολογικοί παράγοντες αποσύρονται. Η οικονομική στασιμότητα υπό τέτοιου είδους συνθήκες δεν αποτελεί έκπληξη· είναι η προβλέψιμη συνέπεια της στρέβλωσης των κινήτρων.
Η κριτική του Milei βάζει επίσης στο στόχαστρο την βραχυπρόθεσμη οικονομική μηχανική: τους ελέγχους των τιμών για την καταπολέμηση του πληθωρισμού, τις επιδοτήσεις για την «ανακούφιση» της έλλειψης πόρων και τους κανονισμούς για τον περιορισμό της υποτιθέμενης ισχύος στην αγορά. Τέτοιου είδους μέτρα μπορεί προσωρινά να κατευνάσουν το άγχος του κοινού, αλλά υπονομεύουν το σύστημα τιμολόγησης που συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα μακροπρόθεσμα. Τα ανώτατα όρια τιμών δεν καθιστούν τα αγαθά πιο άφθονα. Δημιουργούν ελλείψεις, αποθησαύριση και μαύρες αγορές. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας του Maduro, οι εκτεταμένοι έλεγχοι των τιμών των τροφίμων συνδέονται εδώ και καιρό με την αποεπένδυση και τις χρόνιες ελλείψεις βασικών αγαθών. Οι έλεγχοι που εισήχθησαν τη δεκαετία του 2000 είχαν ως στόχο να καταστήσουν τα βασικά είδη προσιτά, ωστόσο μείωσαν την παραγωγή, άδειασαν τα ράφια και ενθάρρυναν το λαθρεμπόριο. Παράλληλα, ο επίμονος πληθωρισμός και η έλλειψη πόρων συνεχίζουν να διαβρώνουν τις βασικές συνθήκες διαβίωσης.
Βασιζόμενος στο έργο του (αναρχοκαπιταλιστή καθηγητή οικονομικών) Jesús Huerta de Soto, ο Milei προσφέρει μια αντίθετη οπτική γωνία μέσω της έννοιας της δυναμικής αποτελεσματικότητας. Η πρόοδος, κατά την άποψη αυτή, δεν σχεδιάζεται κεντρικά, αλλά προκύπτει από τον αποκεντρωμένο πειραματισμό και την επιχειρηματική ανακάλυψη. Η απορρύθμιση δεν σημαίνει χάος. Σημαίνει την άρση των τεχνητών εμποδίων, ώστε να μπορεί να λειτουργήσει η οικειοθελής συνεργασία. Με την άρση αυτών των περιορισμών, η προσφορά, η καινοτομία και ο συντονισμός επιτρέπεται να επανεμφανιστούν. Ακόμα κι αν η νεοκλασική έννοια των τέλεια ανταγωνιστικών αγορών δεν ανταποκρίνεται σε στατικούς όρους, οι αγορές λειτουργούν με αξιοσημείωτη αποτελεσματικότητα δυναμικά, μέσω της συνεχούς προσαρμογής και της αυθόρμητης αναδιάταξης της προσφοράς και της ζήτησης.
Η σύνδεση μεταξύ των αγορών και των ηθικών κανόνων δεν είναι επομένως τυχαία. Οι αγορές εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη, τα εκτελεστέα συμβόλαια, τον σεβασμό της ιδιοκτησίας και την αρχή της μη επιθετικότητας. Όπου αυτές οι αρχές τηρούνται, ο πλούτος δημιουργείται μέσω της οικειοθελούς ανταλλαγής μεταξύ των πολλών (ατόμων). Όπου παραβιάζονται, οι αγορές καταπιέζονται και διαστρεβλώνονται, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των λίγων. Η εξουσία που δικαιολογείται από μια τέτοια «επιτυχία» γίνεται εξουσία χωρίς περιορισμούς.
Συνεπώς, η πολιτική πρέπει να λειτουργεί εντός ηθικών ορίων, αν πρόκειται να λειτουργήσει καθόλου. Ένα καθεστώς που δεν σέβεται την ιδιοκτησία, την ελεύθερη ανταλλαγή και την εθελοντική συνεργασία δεν μπορεί να διατηρήσει την ευημερία, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του. Οι εκκλήσεις για μεταρρυθμίσεις που αποφεύγουν αυτά τα θεμέλια ισοδυναμούν με διοικητικές αλλαγές, όχι με γνήσια ανανέωση.
Η λογική του Μακιαβέλι έχει αποτύχει εμπειρικά. Συστήματα που βασίζονται στη χειραγώγηση, τη διακριτική ευχέρεια και τον κεντρικό έλεγχο καταρρέουν κάτω από τις ίδιες τους τις αντιφάσεις. Η ελευθερία, αντίθετα, δεν είναι ουτοπική. Είναι η θεσμική συνθήκη που καθιστά δυνατή την ειρηνική συνεργασία. Οι διευθετήσεις που βασίζονται σε κανόνες και σε προβλέψιμα δικαιώματα, εθελούσια ανταλλαγή και αποκεντρωμένη λήψη αποφάσεων δημιουργούν τις συνθήκες για κοινωνίες που είναι τόσο οικονομικά παραγωγικές όσο και ηθικά δίκαιες. Η ελευθερία δεν υπόσχεται την τελειότητα σε έναν ατελή κόσμο, αλλά παραμένει το μόνο πλαίσιο που μας επιτρέπει να χτίσουμε ένα βέλτιστο μέλλον.
[Πηγή άρθρου: Machiavelli Is Dead: Why Politics Without Property Rights, Rules, and Moral Limits Cannot Work]








