Επαναφέροντας την οικονομική επιστήμη στα Χριστούγεννα
Οι καταναλωτικές δαπάνες δεν αποτελούν την κινητήρια δύναμη της οικονομίας. Αντίθετα, τα κρίσιμα συστατικά της οικονομικής ανάπτυξης είναι η αποταμίευση, οι επενδύσεις κι η επιχειρηματικότητα.
Ετικέτες: Παρεμβατισμός, Άλλες Σχολές Σκέψης, Επιχειρηματικότητα, Ελεύθερες Αγορές, Αυστριακή Σχολή
25/12/2025 • Robert Murphy
Επιδοκιμάζω το ηλεκτρονικό περιοδικό Slate για την επαναλαμβανόμενη σειρά άρθρων του σχετικά με την «σκυθρωπή επιστήμη», όπως την αποκαλούν. Αντί για βαρετές συζητήσεις για την αγορά κατοικίας ή τον δείκτη NASDAQ, οικονομολόγοι ασχολούνται με ενδιαφέροντα ζητήματα. Μην με παρεξηγείτε, σχεδόν πάντα διαφωνώ με τα άρθρα του. Ποτέ δεν με προβλημάτισε το γιατί οι άνθρωποι ανεβαίνουν σκάλες αλλά όχι κυλιόμενες σκάλες , δεν νομίζω ότι η αύξηση της ακολασίας θα μειώσει την εξάπλωση του HIV, και ακόμα δεν είμαι πεπεισμένος ότι ένα άτομο πρέπει να δίνει μόνο σε ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα. Ακόμα κι έτσι, τα άρθρα με βάζουν σε σκέψεις, και αυτό είναι το σημαντικό.
Έτσι, ο αναγνώστης πρέπει να καταλάβει ότι σε αυτό το εορταστικό, χαρούμενο πνεύμα προχωράω στην κατεδάφιση ενός πρόσφατου άρθρου του Slate, με τίτλο «Ο Κυρίαρχος εναντίον του Ηλίθιου». Πρόκειται για έναν σωρό από πλάνες και πολλά λογικά άλματα για όλη την οικογένεια. Όταν διαβάζω ένα άρθρο σαν κι αυτό, νιώθω ειλικρινά ταπεινωμένος που ήμουν τυχερός που έπεσα πάνω στη σοφία των Αυστριακών οικονομολόγων. Αλλά αρκετά με το προοίμιο! Ας περάσουμε στην δυσοίωνη εισαγωγή του άρθρου:
«Οι οικονομολόγοι γενικά επαινούν την προσφορά δώρων κατά τις γιορτές χάρη στην υγιή επίδρασή της στη μακροοικονομία. Και πράγματι, οι δαπάνες για δώρα ενισχύουν το ΑΕΠ κατά 100 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως στις Ηνωμένες Πολιτείες.»
Ομολογουμένως, οι περισσότεροι οικονομολόγοι μπορεί να είναι ηλίθιοι και ίσως όντως να ισχύει ότι «γενικά επαινούν» την προσφορά δώρων στις γιορτές. Προφανώς, αυτό δεν είναι λάθος του συγγραφέα του Slate . Ακόμα κι έτσι, έχασε μια σπουδαία ευκαιρία να διαφωτίσει τους αναγνώστες του, εξηγώντας ότι οι καταναλωτικές δαπάνες δεν αποτελούν την κινητήρια δύναμη της οικονομίας. Αντίθετα, η αποταμίευση, οι επενδύσεις και η επιχειρηματικότητα είναι τα κρίσιμα συστατικά της οικονομικής ανάπτυξης.
Ας υποθέσουμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων αποφάσιζε να τηρήσει την τυπική παραίνεση «να επαναφέρουμε τον Χριστό τα Χριστούγεννα» και αντί να ψωνίζουν σαν να μην υπάρχει αύριο, επισκέπτονταν οίκους ευγηρίας και έψαλλαν τα κάλαντα. Θα ήταν αυτό καταστροφικό για την οικονομία;
Καθόλου! Βέβαια, στο βαθμό που η αλλαγή στις προτιμήσεις θα ήταν ξαφνική και απρόβλεπτη, θα υπήρχαν πολλοί λιανοπωλητές με τεράστια αποθέματα στις αρχές Δεκεμβρίου. Θα έπρεπε να μειώσουν τις τιμές για να ξεφορτωθούν τα εμπορεύματά τους (ίσως σε ξένους καταναλωτές) και σίγουρα θα μετάνιωναν για το μέγεθος των παραγγελιών που είχαν κάνει στους προμηθευτές τους. Όμως η σπατάλη εδώ δεν θα οφειλόταν στην έλλειψη λιανικών πωλήσεων των εορτών αυτή καθαυτή, αλλά μάλλον στις λανθασμένες προβλέψεις των εμπόρων στα εμπορικά κέντρα.
Μόλις όλοι προσαρμόζονταν στη νέα κατάσταση, η «μακροοικονομία» (η οποία πιστεύω ότι είναι συνώνυμη με την «οικονομία») θα ήταν μια χαρά, ευχαριστώ. Οι πόροι που προηγουμένως διοχετεύονταν στην παραγωγή ηλεκτρονικών παιχνιδιών και τηλεοράσεων με οθόνες πλάσματος θα διοχετεύονταν σε άλλες γραμμές παραγωγής.
Άλλωστε, τα χρήματα που οι -τώρα πλέον φειδωλοί- πολίτες θα είχαν ξοδέψει προηγουμένως τα Χριστούγεννα θα κατευθυνόταν τώρα σε άλλους σκοπούς. Αντί να ξοδεύει 200 δολάρια σε DVD, ένας τυπικός γονέας θα μπορούσε να κρατήσει αυτά τα χρήματα στην τράπεζα και να τα διαθέσει για πανεπιστημιακά δίδακτρα. Αυτή η επιπλέον εξοικονόμηση θα μείωνε τα επιτόκια και θα επέτρεπε την αύξηση των επιχειρηματικών επενδύσεων, παρέχοντας έτσι την «πραγματική» υποδομή που θα συνοδεύει την αύξηση του οικονομικού πλούτου που βιώνουν οι μεμονωμένοι αποταμιευτές με την πάροδο του χρόνου.
Επομένως, είναι λάθος να σκεφτόμαστε ότι οι καταναλωτές είτε δαπανούν είτε δεν δαπανούν. Το ζήτημα είναι σε τι θα δαπανήσουν; Αν οι άνθρωποι σταματήσουν να αγοράζουν Coca-Cola και στραφούν στην Pepsi, αυτό σίγουρα δεν σημαίνει καταστροφή για την οικονομία στο σύνολό της. Όχι, απλώς σημαίνει ότι η Coca-Cola απολύει εργαζομένους και η Pepsi προσλαμβάνει εργαζομένους. Έτσι, με την ίδια λογική, αν οι άνθρωποι σταματήσουν να αγοράζουν υπάρχοντα καταναλωτικά αγαθά και αντ’ αυτού «αγοράσουν» είδη όπως μια μελλοντική πανεπιστημιακή εκπαίδευση ή ακόμα και μια μεγαλύτερη περιουσία για να την μεταβιβάσουν στους κληρονόμους τους ή σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, αυτό δεν θα διαταράξει την οικονομία στο σύνολό της. Απλώς θα ανακατανείμει τους εργαζομένους και άλλους πόρους για να ανταποκριθούν στις νέες προτιμήσεις.
Τα επιβλαβή στατιστικά περί εθνικού εισοδήματος
Όπως καταδεικνύει το παράλογο απόσπασμα από το περιοδικό παραπάνω, αυτές οι στοιχειώδεις πλάνες οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην εστίαση σε συνολικά στοιχεία όπως το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) ή το πλέον δημοφιλές Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ).
[Η διάκριση είναι μεταξύ αυτού που παράγουν οι πολίτες μιας χώρας και αυτού που παράγεται εντός της χώρας.]
Είναι ένα απλό δεδομένο της λογιστικής ότι η συνολική χρηματική αξία των αγαθών και των υπηρεσιών που παράγονται μέσα σε ένα έτος θα ισούται με το σύνολο των χρημάτων που δαπανώνται για αυτά τα είδη. Σύμφωνοι. Έτσι, αν αγνοήσουμε τις πολυάριθμες μεθοδολογικές παγίδες που εμπλέκονται και υποθέσουμε ότι μπορούμε να μετρήσουμε το ΑΕΠ από την πλευρά της παραγωγής, μπορούμε κάλλιστα να καταλήξουμε στον ίδιο αριθμό προσθέτοντας τις καταναλωτικές και κρατικές δαπάνες, τις καθαρές επενδύσεις και τις καθαρές εξαγωγές.
[ Πολλοί αναγνώστες είναι αναμφίβολα εξοικειωμένοι με την οικονομικά αποκρουστική εξίσωση, ΑΕΠ = Ιδιωτική κατανάλωση + Επενδύσεις + Κρατικές δαπάνες + (Εξαγωγές μείον εισαγωγές) ]
Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων των εκπαιδευμένων οικονομολόγων, αφήνουν αυτή την αυταπόδεικτη αλήθεια στην εντελώς αδικαιολόγητη πεποίθηση ότι μια αύξηση σε ένα από τα στοιχεία στη δεξιά πλευρά θα προκαλέσει αύξηση της συνολικής παραγωγής. Για να καταλάβετε πόσο ανόητο είναι αυτό, σκεφτείτε τον προσωπικό σας μηνιαίο προϋπολογισμό.
Ας υποθέσουμε ότι βγάζετε 5.000 δολάρια το μήνα και τα έξοδά σας είναι 2.000 δολάρια για το στεγαστικό δάνειο και τα κοινόχρηστα, 500 δολάρια για το αυτοκίνητό σας, 1.500 δολάρια για φαγητό, ρούχα και ψυχαγωγία, 500 δολάρια για αποταμιεύσεις και τέλος 500 δολάρια για την επισκευή μιας στέγης που έχει διαρροή. Αν χρησιμοποιούσατε ένα υπολογιστικό φύλλο Excel, όλα αυτά τα «κελιά» θα συνδέονταν ωραία μεταξύ τους. Τώρα φανταστείτε μερικούς χουλιγκάνους να καταστρέφουν τη στέγη σας στα μισά του μήνα, αναγκάζοντάς σας να ξοδέψετε άλλα 500 δολάρια για αυτήν. Θα μπορούσαν να υποδείξουν την υπολογιστική σας φόρμουλα στο «κελί» D35 λ.χ. και να σας εξηγήσουν ότι το μηνιαίο εισόδημά σας τώρα ανέρχεται στα 5.500 δολάρια;
Ο κυρίαρχος εναντίον του ηλίθιου
Όσο σημαντικό κι αν είναι το ξέσπασμά μου, ξεστρατίζω από το πραγματικό νόημα του άρθρου του Slate. Αυτό που θέλει πραγματικά να συζητήσει ο συγγραφέας είναι το εάν είναι «αποτελεσματικό» να δίνουμε δώρα, αντί να επιτρέπουμε στα άτομα να κάνουν τις δικές τους αγορές. 1 Για τον σκοπό αυτό, διεξήγαγε πολυάριθμες έρευνες και ζήτησε από τους ανθρώπους να μαντέψουν πόσα ξόδεψαν οι άλλοι για δώρα, σε σύγκριση με το πόσα θα έπρεπε να πληρωθούν οι παραλήπτες για να εγκαταλείψουν τα δώρα τους. Η ιδέα είναι να συγκρίνουμε την τιμή του δώρου με την αξία του για τον παραλήπτη. Ο συγγραφέας καταλήγει:
«Ορίστε τι έχω διαπιστώσει. Κατά μέσο όρο, ένα δολάριο που ξοδεύουν οι άνθρωποι για τον εαυτό τους δημιουργεί σχεδόν 20% περισσότερη ικανοποίηση από ένα δολάριο που ξοδεύει κάποιος άλλος για αυτούς. Με άλλα λόγια — θλιβερό — ότι η προσφορά δώρων ουσιαστικά σπαταλά το 20% της αξίας του δώρου. Έτσι, από τα σχεδόν 100 δισεκατομμύρια δολάρια που δαπανώνται σε δώρα εορτών κάθε χρόνο, το ένα πέμπτο ουσιαστικά καταλήγει στα σκουπίδια.»
Υπάρχουν τόσα πολλά προβλήματα με αυτό το σκεπτικό, που είναι δύσκολο να ξέρει κανείς από πού να ξεκινήσει. Πρώτον, δεν μπορεί κανείς να μετρήσει την «ικανοποίηση». Οι Αυστριακοί οικονομολόγοι είναι οι πιο ανένδοτοι στο να τονίζουν την κατατακτική φύση των προτιμήσεων. Μπορείτε σίγουρα να κατατάξετε διαφορετικά στοιχεία με βάση τη χρησιμότητά τους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορείτε να αντιστοιχίσετε έναν αριθμό «χρησιμότητας» σε κάθε ένα. Για να δώσουμε μια αναλογία, είναι απολύτως εφικτό το να κατατάξετε τους ανθρώπους από τον καλύτερό σας φίλο μέχρι έναν απλό γνωστό. Αυτό δεν σημαίνει ότι στην πραγματικότητα ο καλύτερός σας φίλος έχει τις περισσότερες μονάδες φιλίας, ακολουθούμενος από 2% λιγότερες μονάδες φιλίας στον δεύτερο καλύτερό σας φίλο, και ούτω καθεξής προς τα κάτω στην κατάταξη.
Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι ο συγγραφέας εδώ δεν κάνει ποτέ βήμα πίσω και ρωτάει τους φοιτητές αν θα ήθελαν να καταργηθεί εντελώς η πρακτική της προσφοράς δώρων. Άλλωστε, αν το 20% της αξίας καταλήγει στον κάλαθο των αχρήστων, δεν θα ήμασταν όλοι σε καλύτερη θέση αν αγοράζαμε πράγματα μόνο για τον εαυτό μας; Ναι, θα χάναμε τα δώρα που παίρνουμε κατά τη διάρκεια των εορτών, αλλά με την ίδια λογική δεν θα χρειαζόταν να αγοράζουμε δώρα για τους άλλους. Θα αποφεύγαμε επίσης την ταλαιπωρία της επιστροφής γελοίων αντικειμένων και της αναγκαστικής δικαιολογίας όταν οι πεθερικά σας ρωτούν γιατί δεν φοράτε ποτέ αυτό το πορτοκαλί πουλόβερ.
Παρόλο που όλοι μπορούμε να γελάσουμε με μερικούς από τους παραλογισμούς που ενυπάρχουν σε όλα αυτά, οι περισσότεροι άνθρωποι απολαμβάνουν την εορταστική περίοδο. Τους αρέσει να ψωνίζουν για τους φίλους και την οικογένειά τους. Περιμένουν με ανυπομονησία τι θα βρουν κάτω από το δέντρο. Αυτά είναι όλα πραγματικά οφέλη της παράδοσης, ωστόσο η έρευνα του συγγραφέα παραβλέπει εντελώς τέτοια πράγματα.
Είναι μάλλον ειρωνικό αν το καλοσκεφτείς. Σε άλλα πλαίσια, η ελεύθερη αγορά επικρίνεται για την ατομικιστική της λήψη αποφάσεων. Θα μπορούσε να υπάρξει μια «βελτίωση κατά Pareto» αν οι άνθρωποι μπορούσαν να αφήσουν στην άκρη το στενό τους προσωπικό συμφέρον και να ενεργήσουν με αλτρουισμό. Και τώρα, να ένας επικριτής της, που θρηνεί ότι τα ελεύθερα άτομα παραμελούν «με τρόπο αναποτελεσματικό» τα προσωπικά οφέλη που προέρχονται από τις εγωιστικές δαπάνες.
Η άποψη του Mises για την κυριαρχία των καταναλωτών
Προς τιμήν του, ο συγγραφέας δεν κάνει έκκληση για κάποια κυβερνητική δράση. Ακόμα κι έτσι όμως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατηγορεί την αγορά. Σκεφτείτε το τελευταίο του απόσπασμα:
Τα εύσημα, λοιπόν, στον κυρίαρχο καταναλωτή. Όσο ανόητοι κι αν είναι οι άνθρωποι, είναι καλύτεροι από τους άλλους στο να επιλέγουν τα δικά τους μπλουζάκια, CD και αρώματα. Και ξεχάστε την κυβέρνηση ως τον μοναδικό μπαμπούλα της αναποτελεσματικής κατανομής. Η θεία σας είναι τουλάχιστον τόσο κακή όσο ο θείος Σαμ (σ.σ. το κράτος στις ΗΠΑ).
Φυσικά, μπορούμε να καταλάβουμε ότι ένα μέρος αυτού του συναισθήματος οφείλεται απλώς στο ότι ο συγγραφέας ήθελε να τελειώσει με ένα ειρωνικό αστείο. Ακόμα κι έτσι, είναι απαράδεκτο να παραλείπουμε το «ασήμαντο» γεγονός ότι η θεία Σάλι είναι «αναποτελεσματική» με τα δικά της χρήματα, ενώ το κράτος έχει κλέψει τα δικά του με την απειλή όπλου (σ.σ. φορολόγηση). Γι’ αυτό εμείς οι πεισματάρηδες ιδεολόγοι τείνουμε να εστιάζουμε στον «μοναδικό μπαμπούλα» που είναι ο εφοριακός.
Κλείνοντας, επιτρέψτε μου να παροτρύνω όσους επιθυμούν να δουν μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση του κυρίαρχου καταναλωτή να εξερευνήσουν τα γραπτά του Mises. Αυτός ο σπουδαίος οικονομολόγος εξηγεί ότι, αν και οι επιχειρηματίες ηγούνται του πλοίου της οικονομίας, τελικά λαμβάνουν τις εντολές τους από τους καταναλωτές. Δεν έχει καμία σχέση με τις προσωπικές μας κρίσεις ως προς το αν οι εντολές των καταναλωτών είναι «ορθολογικές» ή όχι, αλλά αντιθέτως πρόκειται για μια απλή δήλωση ενός γεγονότος.
Οι επενδυτές και οι επιχειρηματίες αποτελούν την κινητήρια δύναμη της οικονομίας, όπως σημειώθηκε παραπάνω. Χωρίς τις αποταμιεύσεις και τις προσπάθειές τους, δεν θα υπήρχε παραγωγή. Αλλά τελικά, οι προτιμήσεις των καταναλωτών είναι αυτές που καθορίζουν εάν οι προσπάθειες της παραγωγής ήταν επιτυχείς ή αποτυχημένες.
Η ελεύθερη αγορά είναι ένας ευέλικτος σύνδεσμος κυρίαρχων ατόμων, με την έννοια ότι ο καθένας έχει ένα σαφώς καθορισμένο σύνολο ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων που οι άλλοι οφείλουν να σέβονται. Ωστόσο, σε αυτόν τον τομέα, υπάρχει άφθονος χώρος για αλτρουιστικές παραδόσεις, όπως η προσφορά δώρων στις γιορτές. Μόνο ένας στενός, μηχανιστικός κλάδος της οικονομολογίας δυσκολεύεται με τέτοιες αποχρώσεις. Η Αυστριακή Σχολή, αντίθετα, μπορεί εύκολα να χειριστεί τον πραγματικό κόσμο στις αναλύσεις της.
[Πηγή άρθρου: Putting the Economics Back in Christmas]
1 Ο δικός μας Τζέφρι Τάκερ αντιμετώπισε την αβάσιμη θέση του Τζόελ Γουόλντφογκελ όταν δημοσίευσε για πρώτη φορά τα αποτελέσματα της έρευνάς του στο American Economic Review : «Είναι τα Χριστούγεννα αναποτελεσματικά;»








