Γιατί τόσοι άνθρωποι αγαπούν το Κράτος;
Τα άτομα μπορούν να εκπαιδευτούν ώστε να βλέπουν τους εκμεταλλευτές τους σαν ενάρετους παρόχους της ασφάλειας και της ευημερίας, όπως αμέτρητοι επονομαζόμενοι «πολίτες» εκπαιδεύονται αέναα να κάνουν.
Ετικέτες: Κράτος, Βιβλία
Άρθρο του Ράιαν ΜακΜέικεν, δημοσιευμένο στις 25/9/2025.
Μπορείτε να ακούστε αυτό το κείμενο μέσω της εφαρμογής του Substack για κινητά. Στο τέλος του κειμένου παρατίθεται σε μορφή audiobook το κλασικό πολιτικό δοκίμιο “Πραγματεία περί Εθελοδουλείας”, του Ετιέν ντε λα Μποεσί.
Ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα αποσπάσματα στα απομνημονεύματα του δραπέτη σκλάβου Φρέντερικ Ντάγκλας είναι εκεί όπου περιγράφει το πώς μια ομάδα σκλάβων διαφωνούσε με μια άλλη ομάδα σκλάβων για το τίνος ο αφέντης ήταν πλουσιότερος ή ισχυρότερος. Επιδεικνύοντας ένα μείγμα συνδρόμου της Στοκχόλμης και παραληρηματικών ιδεών μεγαλείου, αυτοί οι σκλάβοι, σύμφωνα με τον Ντάγκλας, «φαινόταν να πιστεύουν ότι το μεγαλείο των κυρίων τους ήταν μεταβιβάσιμο στους ίδιους». Επιπλέον, ο Ντάγκλας σημείωσε ότι οι σκλάβοι είχαν την τάση να μην κρίνουν τη συμπεριφορά των κυρίων τους με βάση κάποια καθορισμένα αντικειμενικά κριτήρια, αλλά σε σύγκριση με άλλους αφέντες. Ο ίδιος ο Ντάγκλας, όταν ήταν σκλάβος, είχε περιέλθει σε αυτόν τον τρόπο σκέψης, όπως αφηγείται σε αυτό το απόσπασμα:
Συχνά με ρωτούσαν, όταν ήμουν σκλάβος, αν είχα έναν καλό αφέντη, και δεν θυμάμαι ποτέ να είχα δώσει αρνητική απάντηση. Ούτε, ακολουθώντας αυτή την πορεία, θεώρησα ποτέ ότι έλεγα κάτι απολύτως ψευδές. Γιατί πάντα μετρούσα την καλοσύνη του αφέντη μου με το μέτρο της καλοσύνης που είχαν θεσπίσει οι δουλοκτήτες γύρω μας. Επιπλέον, οι σκλάβοι είναι σαν τους άλλους ανθρώπους και απορροφούν τις προκαταλήψεις που είναι αρκετά συνήθεις στους γύρω τους. Θεωρούν τις προκαταλήψεις των γύρω τους καλύτερες από εκείνες των άλλων. Πολλοί, υπό την επήρεια αυτής της προκατάληψης, πιστεύουν ότι οι δικοί τους αφέντες είναι καλύτεροι από τους αφέντες των άλλων σκλάβων. Και αυτό, σε ορισμένες περιπτώσεις, παρατηρείται ενώ ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Πράγματι, δεν είναι ασυνήθιστο για τους σκλάβους να τσακώνονται και να μαλώνουν μεταξύ τους για τη σχετική καλοσύνη των κυρίων τους, με τον καθένα να αξιώνει ότι η καλοσύνη του δικού του αφέντη είναι ανώτερη από των άλλων. Ταυτόχρονα, καταριούνται αμφότεροι τους αφέντες τους όταν τους βλέπουμε ξεχωριστά. Έτσι συνέβαινε και στη φυτεία μας. Όταν οι σκλάβοι του Συνταγματάρχη Λόιντ συναντούσαν τους σκλάβους του Τζέικομπ Τζέπσον, σπάνια χωρίζονταν χωρίς να μαλώσουν για τους αφέντες τους. Οι σκλάβοι του Συνταγματάρχη Λόιντ ισχυρίζονταν ότι ήταν ο πλουσιότερος, και οι σκλάβοι του κ. Τζέπσον ότι ήταν ο πιο έξυπνος και ο πιο σπουδαίος. Οι σκλάβοι του Συνταγματάρχη Λόιντ κόμπαζαν για την δυνατότητά του να αγοράσει και να πουλήσει τον Τζέικομπ Τζέπσον. Οι σκλάβοι του κ. Τζέπσον καυχιόντουσαν για την δυνατότητά του να μαστιγώσει τον Συνταγματάρχη Λόιντ. Αυτές οι διαμάχες σχεδόν πάντα κατέληγαν σε καβγά μεταξύ των δύο πλευρών, και αυτοί που μαστίγωναν υποτίθεται ότι είχαν κερδίσει στο επίδικο σημείο. Φαινόταν να πιστεύουν ότι το μεγαλείο των κυρίων τους μεταφερόταν και στους ίδιους. Θεωρείτο αρκετά κακό το να είσαι σκλάβος, αλλά το να είσαι σκλάβος ενός φτωχού θεωρείτο πράγματι ντροπή!
Μπορούμε να δούμε εδώ μια αναλογία με τις αμέτρητες συζητήσεις μεταξύ πολιτών, στις οποίες οι πολίτες θεωρούν τους εαυτούς τους αρκετά προνομιούχους που είναι αντικείμενα κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης από την τρέχουσα κυβερνώσα ολιγαρχία της χώρας. Γιατί; Συχνά επειδή τα θύματα αυτά του καθεστώτος κρίνουν τους αφέντες τους ως λιγότερο απαίσιους από κάποιους άλλους αφέντες. Ωστόσο, μη αρκούμενοι στο συμπέρασμα ότι μια ομάδα αφεντάδων είναι απλώς λιγότερο κακή από μιαν άλλη, αυτοί οι πρόθυμοι δούλοι προχωρούν ένα βήμα παραπέρα και αποδίδουν στους αφέντες τους μεγάλη αρετή και καλοσύνη.
Συχνά το συναντά κανείς αυτό όταν συζητά για τη φύση της κρατικής εξουσίας, ακόμη και με εκείνους που, μάλλον όχι πειστικά, θεωρούν τους εαυτούς τους μεγάλους υποστηρικτές της ελευθερίας. «Μας κρατούν ασφαλείς!» είναι ίσως το πιο διαχρονικό τροπάριο, ακολουθούμενο από αυτοπαρηγορητικά λόγια για το πώς τα κυβερνώντα παράσιτα πρέπει να έχουν «το τεκμήριο της αθωότητας» επειδή υποτίθεται ότι είναι σκυμμένα κάτω από το βάρος της «μεγάλης ευθύνης». Δεν πρέπει να κρίνουμε τους ηγέτες μας πολύ αυστηρά, βλέπετε, επειδή «έχουν μια δύσκολη δουλειά». Επιπλέον, ακόμη και αν δεν σεβόμαστε όσους κατέχουν επί του παρόντος αξιώματα που ασκούν μεγάλη καταναγκαστική εξουσία, πρέπει παρόλα αυτά να επαινούμε τα αξιώματά τους και να τηρούμε την εντολή: «αν δεν σεβόμαστε τον άνθρωπο, πρέπει να σεβόμαστε το αξίωμα!». Με αυτή τη σκέψη, ακόμη κι αν ένας πολιτικός θεσμός γεμίζει από εγκληματίες και τζαμπατζήδες χρόνο με το χρόνο, το πρόβλημα δεν μπορεί ποτέ να είναι ο ίδιος ο θεσμός. Οποτε, πρέπει -ή έτσι μας λένε τουλάχιστον- να «σεβόμαστε» τα θεσμικά εργαλεία της ίδιας μας της εκμετάλλευσης.
Η γλώσσα της οικειοθελούς υποταγής στο Κράτος
Όσοι απολαμβάνουν την υπακοή τους στους -χρηματοδοτούμενους από τους φόρους τους- επιστάτες τους, θα επινοήσουν μάλιστα και μεγαλοπρεπή ονόματα για τους θεσμούς που διαιωνίζουν την αιχμαλωσία της παραγωγικής τάξης. Οι πρόθυμοι υποτελείς θα αποκαλούν το κράτος με λέξεις όπως «το μεγάλο μας εγχείρημα» ή «η δημοκρατία μας» - όροι που έχουν σχεδιαστεί για να ξεγελάσουν τους φορολογούμενους, κάνοντάς τους να νομίζουν ότι έχουν κάποια ουσιαστική επιρροή στις υποθέσεις του καθεστώτος. Μερικοί από αυτούς που είναι υποδουλωμένοι στους επικυρίαρχούς τους μπορεί ακόμη και να κλάψουν ή να νιώσουν μεγάλη οδύνη στην ιδέα ότι το σημερινό κράτος μπορεί κάποια μέρα να πάψει να υπάρχει. (σ.σ. πρέπει να είναι σαφής η διάκριση μεταξύ του έθνους και του αυθαίρετου οργανισμού που ονομάζεται κράτος) Ο Θεός να φυλάξει εάν ο λαός υποταχθεί σε έναν διαφορετικό επιστάτη από τον τωρινό, που τόσο ενάρετα κραδαίνει τα μαστίγια της φορολογίας, του πληθωρισμού και της κρατικής ρύθμισης, ώστε να διατηρήσει την τωρινή μας γενιά στρατηγών, δικαστών, τραπεζιτών και τεχνοκρατών να ζει ατιμώρητη σε μια κατάσταση προνομίων και χλιδής.
Ωστόσο, μας λένε ότι οι αφέντες μας πρέπει να μας υπερασπίζονται, επειδή είναι διαφορετικοί από τους άλλους αφέντες. Εδώ στη «δική μας» δημοκρατία, όπου απολαμβάνουμε το μεγάλο προνόμιο να ρίχνουμε μία ψήφο ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλες, και όπου οποιαδήποτε εκλογή που πραγματικά απειλεί το καθεστώς θα ανατρεπόταν δικαστικά και θα κηρυσσόταν άκυρη από τη μόνιμη κυβέρνηση, οι δικοί μας αφέντες είναι πλουσιότεροι και πιο ζόρικοι από τους αφέντες του γειτονικού φορολογικού αγροκτήματος (σ.σ. κράτους). Όπως το έθεσε ο Ντάγκλας, όσοι επιμένουν ότι πρέπει να εκτιμούμε τις πολλές και μεγάλες ευεργεσίες της κυβέρνησης «νομίζουν ότι το μεγαλείο των αφεντικών τους ήταν μεταβιβάσιμο στους ίδιους».
Υπό τον ζυγό του σύγχρονου εκτελεστικού κράτους, σχεδόν όλοι μας υποτασσόμαστε στη σωματική υποδούλωση που απαιτούν όλα τα κράτη. Αυτό γίνεται με όλα τα συνήθη εργαλεία της σωματικής επικυριαρχίας, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων, των φυλακών και των λεγεώνων από αξιωματούχους επιβολής του νόμου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, είτε συμμορφωνόμαστε, είτε φυλακιζόμαστε, ή ενδεχομένως θανατωνόμαστε. Ωστόσο, πολλά από τα θύματα του καθεστώτος δεν αρκούνται στην απλή σωματική κυριαρχία από το καθεστώς. Πολλοί απαιτούν να κυριαρχούνται και στη σκέψη και στο πνεύμα. Επαναλαμβάνουν κάποιες αγιογραφικές ιστορίες, που έχουν εγκριθεί από το καθεστώς, για τις «σπουδαίες» πράξεις του καθεστώτος από το παρελθόν. Ορκίζονται πίστη στη σημαία του κράτους και τραγουδούν τους -σχεδόν θρησκευτικούς- «ύμνους» του κράτους, ενώ αυτο-ανακηρύσσονται πιστοί υπηρέτες των λαοφιλών πολιτικών.
Πολλοί απλώς ανέχονται το κράτος, ενώ άλλοι επιμένουν να το επαινούν
Άλλωστε, ακόμη και αν κάποιος αποδεχτεί την προληπτική ανάγκη για κάποιο είδος πολιτικής διακυβέρνησης —μια θέση που για αυτό το άρθρο θα αποφύγω να αμφισβητήσω— το να αποδεχτούμε την ύπαρξη της πολιτικής διακυβέρνησης ως κάτι που ανεχόμαστε για λόγους πραγματισμού είναι ένα πράγμα, αλλά είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα το να αποδίδουμε στην πολιτική διακυβέρνηση ηθικές ή ενάρετες ιδιότητες.
Πριν από 1.600 χρόνια, ο Άγιος Αυγουστίνος δεν αντιτάχθηκε στην ύπαρξη ή στη δημιουργία πολιτικών κυβερνήσεων. Ωστόσο, έβλεπε κι εκείνος τις κυβερνήσεις ως αυτό που είναι - τα ηθικά ισοδύναμα των πειρατών. Έγραψε το πώς οι πολιτικές κυβερνήσεις των λαών (οι οποίες δεν μπορούν ποτέ στ’ αλήθεια να απονείμουν πραγματική δικαιοσύνη, δεδομένης της πεπτωκυίας φύσης του ανθρώπου) χαρακτηρίζονται «όχι από την απομάκρυνση της πλεονεξίας, αλλά από την προσθήκη της ατιμωρησίας». Ο Αυγουστίνος συνεχίζει:
Πράγματι, αυτή ή απάντηση που δόθηκε στον Μέγα Αλέξανδρο από έναν πειρατή που είχε απαχθεί ήταν μια εύστοχη και αληθινή. Γιατί, όταν ο βασιλιάς ρώτησε τον πειρατή τι εννοούσε κατηγορώντας τον για εχθρική κατοχή της θάλασσας, εκείνος απάντησε με τολμηρή υπερηφάνεια: «Τι εννοείς ότι θες να καταλάβεις ολόκληρη τη γη; Επειδή εγώ το κάνω με ένα μικρό πλοίο, με αποκαλούν ληστή, ενώ εσύ που το κάνεις με έναν μεγάλο στόλο αποκαλείσαι αυτοκράτορας».
Ωστόσο, ακόμη και διαθέτοντας αυτή την αντίληψη της αληθινής φύσης των πολιτικών ηγεμόνων, ο Αυγουστίνος, για πρακτικούς λόγους, αποδέχτηκε την ύπαρξη της πολιτικής διακυβέρνησης «για τη διατήρηση της ειρήνης».
Δυστυχώς, ούτε καν αυτή η παραιτημένη αποδοχή ενός υποτιθέμενου «αναγκαίου» κακού δεν είναι αρκετά ενθουσιώδης για όσους αισθάνονται την ανάγκη να επαινούν ενεργά τους επιστάτες τους ως όργανα αρετής.
Μαθημένη υποτέλεια
Πολλά από αυτά είναι απλώς από συνήθεια ή προκύπτουν από χρόνια «εκπαίδευσης» που προωθούν την υπακοή και τον σεβασμό σε όσους χειρίζονται τα εργαλεία καταναγκασμού του κράτους. Όπως έγραψε ο Étienne de la Boétie στο βιβλίο του «Πραγματεία περί Εθελοδουλείας»:
Ας παραδεχτούμε, λοιπόν, ότι όλα αυτά στα οποία ο άνθρωπος έχει εκπαιδευτεί και έχει συνηθίσει του φαίνονται φυσικά, και ότι πραγματικά αυθεντικό μέσα του είναι μόνο αυτό που εισπράττει με την πρωτόγονη, ανεκπαίδευτη ατομικότητά του. Έτσι, η συνήθεια γίνεται ο πρώτος λόγος για την εθελοδουλεία. Οι άνθρωποι μοιάζουν με όμορφα άλογα κούρσας, που πρώτα δαγκώνουν το χαλινάρι κι αργότερα τους αρέσει, και τσινώντας κάτω από τη σέλα τους για λίγο, σύντομα μαθαίνουν να απολαμβάνουν το να επιδεικνύουν την ιπποσκευή τους και να χοροπηδούν περήφανα κάτω από τα χάμουρά τους. Ομοίως, οι άνθρωποι θα συνηθίσουν στην ιδέα ότι ήταν ανέκαθεν υποταγμένοι, ότι οι πατεράδες τους ζούσαν με τον ίδιο τρόπο. Θα νομίζουν ότι είναι υποχρεωμένοι να υπομένουν αυτό το δεινό και θα πείσουν τους εαυτούς τους μέσα από το παράδειγμα και τη μίμηση των άλλων, εκχωρώντας τελικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε εκείνους που τους διαφεντεύουν, βασιζόμενοι στην ιδέα ότι πάντα έτσι ήταν τα πράγματα.
Ο Μποεσί έγραψε αυτό το κείμενο τον δέκατο έκτο αιώνα, και αυτό το γεγονός μας υπενθυμίζει ότι οι άνθρωποι μπορούν να εκπαιδευτούν να επαινούν οποιονδήποτε άρχοντα, εάν η εκπαίδευση είναι επαρκής. Πόσο μάλλον όταν οι άνθρωποι εκπαιδεύονται να θεωρούν τους εκμεταλλευτές τους σαν τους ενάρετους αρχιτέκτονες της ασφάλειας και της ευημερίας τους, όπως τόσοι πολλοί αποκαλούμενοι «πολίτες» εκπαιδεύονται αδιάκοπα να κάνουν.









