Ηλικιωμένοι έναντι νέων και πλούσιοι έναντι φτωχών: Πώς το κράτος δημιουργεί ταξικές συγκρούσεις
Ο πληθωρισμός δεν αυξάνει απλώς τις τιμές. Εμποδίζει τους νέους να αποκτήσουν τα ίδια περιουσιακά στοιχεία που απέκτησαν οι προηγούμενες γενιές. Το αποτέλεσμα είναι η σύγκρουση μεταξύ των γενεών.
Ετικέτες: Πληθωρισμός, ΜΜΕ και Πολιτισμός
Άρθρο του Joshua Mawhorter, δημοσιευμένο στις 12/12/2025.
Μολονότι υπάρχει η όμορφη και παραγωγική δυνατότητα της συνεργασίας μεταξύ ατόμων και ομάδων, υπάρχει επίσης η ευκαιρία και η πραγματικότητα της σύγκρουσης. Οι διαπροσωπικές συγκρούσεις εντείνονται όταν η ηγεμονία και η παρέμβαση, ιδίως μέσω του κράτους, διαταράσσουν την ειρηνική συνεργασία και, αντιθέτως, δημιουργούν ένα σύστημα καστών —διαστρωματώνοντας την κοινωνία σε όσους «καθίστανται είτε προνομιούχοι είτε επιβαρυμένοι από το κράτος».
Σε αντίθεση με την ανέντιμη μαρξιστική «ταξική» ανάλυση, η οποία πάσχει από την πλάνη της ιδεολογίας, η ανάλυση των καστών —η οποία έχει πλούσια παράδοση στον φιλελευθερισμό— εξετάζει με συνεκτικό τρόπο το πώς ορισμένες κάστες καθίστανται προνομιούχες ή επιβαρυμένες από το κράτος, δηλαδή, διαχωρίζοντας τες στην κάστα που πληρώνει τους φόρους και στην κάστα που καταναλώνει τους φόρους. Ένας από τους πιο προφανείς τρόπους —αν και όχι ο μόνος— για να προσδιοριστούν οι κοινωνικές κάστες είναι η μεταφορά των εσόδων ή της παραγωγής μεταξύ ομάδων, που επιτυγχάνεται μέσω του κράτους. Με άλλα λόγια, ποιος πληρώνει τους φόρους και ποιος καταναλώνει τους φόρους;
Αντί για το αμοιβαίο όφελος του ειρηνικού και συνεργατικού μηχανισμού της παραγωγής και της ανταλλαγής, που πλουτίζει τους πάντες, η κρατική εμπλοκή απαιτεί από τους ανθρώπους να ωφελούνται εις βάρος των άλλων. Αυτό όχι μόνο ενδυναμώνει περαιτέρω την πολιτική κάστα, αλλά διδάσκει στους ανθρώπους να προσπαθούν να αποκτήσουν τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού προκειμένου να κερδίσουν εις βάρος των άλλων, αντί να κερδίσουν μέσω της παραγωγής και της ανταλλαγής. Ειδικά στις δημοκρατίες, αυτή η καταστροφική τάση ενθαρρύνει την στρατηγική ενός αγώνα δρόμου με στόχο τα βραχυπρόθεσμα, προσωρινά κέρδη, φτωχοποιώντας τους άλλους πριν προλάβουν να σας φτωχοποιήσουν. Όσον αφορά τη σύγκρουση των καστών, ο Rothbard γράφει:
Όπου παρεμβαίνει το κράτος... δημιουργείται μια σύγκρουση καστών, καθώς ο ένας άνθρωπος επωφελείται εις βάρος του άλλου. Αυτό φαίνεται πιο καθαρά στην περίπτωση των κρατικών επιδοτήσεων, που καταβάλλονται από φόρους ή μέσω πληθωρισμού του νομίσματος - μια προφανής απόσπαση πόρων από τον έναν πολίτη για να δοθούν στον άλλο. Ας γενικευτεί λοιπόν η μέθοδος των επιδοτήσεων και όλοι θα σπεύσουν να αποκτήσουν τον έλεγχο του κράτους. Η παραγωγή θα παραμελείται όλο και περισσότερο, καθώς οι άνθρωποι θα διοχετεύουν τις ενέργειές τους στους πολιτικούς αγώνες, στον αγώνα για λεηλασία. Είναι προφανές ότι η παραγωγή και το γενικό βιοτικό επίπεδο μειώνονται με δύο τρόπους: (1) με την εκτροπή της δραστηριότητας από την παραγωγή στην πολιτική και (2) από το γεγονός ότι το κράτος αναπόφευκτα επιβαρύνει τους παραγωγούς με το άχθος μιας αναποτελεσματικής, προνομιούχου ομάδας... Όσοι πετύχουν στην ελεύθερη αγορά, στην οικονομική ζωή, θα είναι επομένως οι πιο επιδέξιοι στην παραγωγή και στην εξυπηρέτηση των συνανθρώπων τους. Όσοι πετύχουν στον πολιτικό αγώνα θα είναι οι πιο επιδέξιοι στη χρήση του εξαναγκασμού και στην απόκτηση προνομίων από τους ασκούντες τον εξαναγκασμό.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, άνθρωποι από διαφορετικές δημογραφικές ομάδες («τάξεις») αρχίζουν να μισούν ο ένας τον άλλον, κατηγορώντας οι μεν τους δε - σωστά, εσφαλμένα, ή εν μέρει σωστά ή εσφαλμένα - για τις στρεβλωμένες οικονομικές συνθήκες. Φυσικά, η κάστα της κρατικής ελίτ - η οποία φαίνεται πάντα να αποφεύγει επιδέξια την ευθύνη σε αυτό το σύστημα - επωφελείται όταν οι διάφορες τάξεις κατηγορούν η μία την άλλη και στη συνέχεια καταφεύγουν στο κράτος για να λύσουν το πρόβλημα. Η κάστα της κρατικής ελίτ κερδίζει περισσότερα χρήματα και ισχύ, οι καθαροί φορολήπτες ωφελούνται, οι καθαροί φορολογούμενοι δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο, οι άνθρωποι αισθάνονται ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά δεν ξέρουν ποιον ακριβώς να κατηγορήσουν, κατηγορούν ο ένας τον άλλον και καταφεύγουν στα πολιτικά μέσα, και ο κύκλος συνεχίζεται. Αυτή η δυναμική είναι εμφανής στην τρέχουσα διαγενεακή περιφρόνηση μεταξύ ηλικιωμένων και νέων.
Πληθωρισμός: Αφαιρεί και δίνει
Τα φαινόμενα Cantillon —σύμφωνα με τα οποία η εισαγωγή νέου χρήματος σε μια οικονομία έχει μια άνιση διασπορά στις τιμές και στον πλούτο, ωφελώντας τους αρχικούς αποδέκτες/δαπανώντες εις βάρος των μεταγενέστερων αποδεκτών/δαπανώντων ή των μη αποδεκτών/δαπανώντων— αποτελούν τον λόγο για την εμπλοκή των κυβερνήσεων στην παραγωγή του χρήματος. Αυτό που κάνει ο πληθωρισμός δεν είναι απλώς να αυξάνει ομοιόμορφα τις τιμές και να επηρεάζει τους πάντες με τον ίδιο τρόπο, διαφορετικά ο πληθωρισμός ως πρακτική και πολιτική θα ήταν άσκοπος. Λόγω της μη ουδετερότητας του χρήματος όμως:
Όσο ο πληθωρισμός βρίσκεται σε εξέλιξη, υπάρχει μια αέναη μετατόπιση του εισοδήματος και του πλούτου από κάποια κοινωνική ομάδα σε άλλες κοινωνικές ομάδες. Όταν ολοκληρωθούν όλες οι συνέπειες του πληθωρισμού στις τιμές, έχει λάβει χώρα μια μεταφορά πλούτου μεταξύ κοινωνικών ομάδων. Το αποτέλεσμα είναι ότι υπάρχει στο οικονομικό σύστημα μια νέα διασπορά πλούτου και εισοδήματος και σε αυτή τη νέα κοινωνική τάξη οι ανάγκες των ατόμων ικανοποιούνται σε διαφορετικό σχετικό βαθμό από ό,τι πριν.
Στο βιβλίο του «Ο Πληθωρισμός και η Οικογένεια», ο Jeffrey Denger περιγράφει «θεσμούς και συνήθειες που προκύπτουν από τη διαμόρφωση της κουλτούρας του πληθωρισμού» (σελ. 115, η έμφαση στο πρωτότυπο). Διευκρινίζει περαιτέρω: «Όπως θα παρατηρήσει ο αναγνώστης, αυτό το οικονομικό περιβάλλον [δηλαδή, η πληθωριστική νομισματική πολιτική] οδηγεί στη θεσμοθέτηση της κουλτούρας του χρέους, στην αύξηση των ταξικών διαφορών και στην ενίσχυση του ηθικού κινδύνου, των παγίδων ορθολογικότητας και της συλλογικής διαφθοράς » (σελ. 115, η έμφαση στο πρωτότυπο). Αξίζει να σημειωθεί ότι η προηγούμενη λίστα περιλαμβάνει θεσμούς και συνήθειες για τις οποίες οι νεότερες γενιές επικρίνονται από τις παλαιότερες γενιές, όλα αυτά χωρίς να συνειδητοποιούν την οικονομική ερμηνεία πίσω τους, τείνοντας να αυξάνουν τη δυσαρέσκεια και την περιφρόνηση μεταξύ των γενεών.
Ο Guido Hülsmann, πραγματευόμενος τις πολιτισμικές επιπτώσεις του πληθωρισμού, αναφέρει το πώς ο πληθωρισμός έχει διαφορετικές επιπτώσεις σε διαφορετικές γενιές και υπαινίσσεται τη δυσαρέσκεια μεταξύ τους ως το αποτέλεσμα:
Τώρα, ο μόνιμος πληθωρισμός των τιμών συνοδεύεται από ένα βαρύ κόστος - ένα βαρύ κοινωνικό κόστος - κυρίως με τη μορφή της αναδιανομής του πλούτου υπέρ των «εχόντων» και εις βάρος των «μη εχόντων». Σε ένα περιβάλλον μόνιμου πληθωρισμού των τιμών, τα αναλώσιμα αγαθά διακινούνται με έκπτωση, και τα διαρκή αγαθά - τα οποία μας βοηθούν να προστατεύσουμε τον πλούτο μας από την απώλεια της αγοραστικής δύναμης του χρήματος - διακινούνται με ένα premium. Όμως, ποια είναι τα πιο διαρκή αγαθά; Τα ακίνητα και οι χρηματοοικονομικοί τίτλοι. Ποια είναι τα πιο αναλώσιμα αγαθά; Ποιο είναι το πιο αναλώσιμο αγαθό; Η ανθρώπινη εργασία. Η ανθρώπινη εργασία δεν μπορεί να αποθηκευτεί ούτε δευτερόλεπτο... Συνεπώς, η εργασία διακινείται - σε ένα πληθωριστικό περιβάλλον - με έκπτωση (discount), σε σύγκριση με τα διαρκή αγαθά, όπως τα ακίνητα και οι χρηματοοικονομικοί τίτλοι. Και αυτό εκδηλώνεται στις αυξανόμενες δυσκολίες της ανερχόμενης γενιάς να συσσωρεύσει πλούτο. Απλώς χρειάζονται πολλά περισσότερα χρόνια εργασίας και αυξανόμενα ποσοστά αποταμίευσης, ώστε να καλυφθεί το επίπεδο πλούτου που έχει συσσωρευτεί από τις προηγούμενες γενιές, σε μικρότερο χρονικό διάστημα και με χαμηλότερα ποσοστά αποταμίευσης. Τώρα, τα δεδομένα είναι πολύ σαφή από αυτή την άποψη. Έτσι, μερικές φορές γκρινιάζουμε πολύ για τη νεότερη γενιά και, φυσικά, χρειάζεται να του σφαλιαρίζουμ ενίοτε, αλλά δεν είναι άδικο, σωστά; Σίγουρα περνούν πιο δύσκολα σήμερα από ό,τι παλαιότερα. Είναι πιο δύσκολο για τους νεότερους ανθρώπους, πιο δύσκολο για τις νεότερες οικογένειες απλώς να καλύψουν τη διαφορά.
Οικονομική «προσιτότητα» και διαγενεακή σύγκρουση
Πάντα υπήρχε κάποια δυσαρέσκεια μεταξύ των «παλαιών» και των «νέων» γενεών, και μεγάλο μέρος αυτής είναι φυσικό, ή τουλάχιστον ιστορικά φυσιολογικό. Ωστόσο, προσθέστε σε αυτό γενιές πληθωρισμού, που καταστρέφει και μεταφέρει τον πλούτο, ο οποίος αναγκαστικά ευνοεί ορισμένους έναντι άλλων, και ένα νομικό σύστημα καστών που καθιστά ορισμένους προνομιούχους (τους καθαρούς φορολολήπτες καταναλωτές) και επιβαρύνει άλλους (καθαρούς φορολογούμενους καταναλωτές), συν ένα σημαντικό ποσό οικονομικού αναλφαβητισμού, και έχετε μια συνταγή για διαγενεακή δυσαρέσκεια. Ο Mises προσδιόρισε αυτό το φαινόμενο ως συνέπεια του πληθωρισμού στο έργο του Οικονομική Ελευθερία και Παρεμβατισμός:
Ακόμα και ένας πολύ πιο μετριοπαθής πληθωρισμός [από εκείνον στην Γερμανία της Βαϊμάρης], ωστόσο, κλονίζει τα θεμέλια της κοινωνικής δομής μιας χώρας. Τα εκατομμύρια των ανθρώπων που βλέπουν τους εαυτούς τους να στερούνται ασφάλειας και ευημερίας απελπίζονται. Η συνειδητοποίηση ότι έχουν χάσει όλα -ή σχεδόν όλα- όσα είχαν βάλει στην άκρη για τις δύσκολες μέρες ριζοσπαστικοποιεί ολόκληρη την άποψή τους. Τείνουν να πέφτουν εύκολα θύματα τυχοδιωκτών, που στοχεύουν στην δικτατορία, και τσαρλατάνων, που προσφέρουν λύσεις με γιατροσόφια. Το θέαμα ορισμένων ανθρώπων που κερδοσκοπούν ενώ οι υπόλοιποι υποφέρουν τους εξοργίζει. Η επίδραση μιας τέτοιας εμπειρίας είναι ιδιαίτερα έντονη στους νέους. Μαθαίνουν να ζουν στο παρόν και περιφρονούν όσους προσπαθούν να τους διδάξουν την «παλιομοδίτικη» ηθική και λιτότητα.
Ακόμη και το πλασάρισμα της κρίσης ως «κρίσης οικονομικής προσιτότητας» χρησιμεύει για την εσφαλμένη διάγνωση της πηγής του προβλήματος. Αντί να αποκαλείται το ζήτημα «πληθωρισμός» -που επίσης συχνά ορίζεται εσφαλμένα, γεγονός που συμβάλλει σε μια εσφαλμένη διάγνωση και σε αντιπαραγωγικές προτάσεις πολιτικής - η χρήση των όρων «οικονομική δυσπροσιτότητα» ή «οικονομική προσιτότητα» υπονοεί με τρόπο ανώριμο ότι το μόνο πρόβλημα είναι πως οι άνθρωποι απλώς δεν έχουν αρκετά χρήματα και απλώς χρειάζονται περισσότερα για να μπορούν να αντέξουν οικονομικά τα πράγματα. Επιπλέον, ένα μεγάλο μέρος της δυσαρέσκειας, ειδικά μεταξύ των ηλικιωμένων και των νέων, φαίνεται να επικεντρώνεται σε εκείνους που είναι σε μεγάλο βαθμό σε θέση να αντέξουν οικονομικά ό,τι θέλουν στη ζωή και σε εκείνους που δεν μπορούν.
Έτσι, κάθε προσπάθεια των παλαιότερων γενεών —οι οποίες φαίνεται να μπορούν να «αποκτήσουν» αυτά που θεωρούνται βασικά οικονομικά αγαθά (π.χ., στέγαση κ.λπ.) ή που είχαν την ευκαιρία να αγοράσουν αυτά τα αγαθά όταν ήταν «προσιτά»— να παρέχουν οικονομικές συμβουλές στις νεότερες γενιές αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση. Ακόμα κι αν οι συμβουλές είναι οικονομικά έγκυρες (δηλαδή, αποταμίευση, αποπληρωμή χρέους, κατάρτιση προϋπολογισμού, διαβίωση εντός των ορίων τους, επένδυση για την συνταξιοδότηση κ.λπ.), σε μια οικονομία που στρεβλώνεται από τον πληθωρισμό, θεωρούνται άσχετες, ανεπαρκείς, υποκριτικές και εκτός πραγματικότητας.
Οι παλαιότερες γενιές θεωρούν τις νεότερες γενιές με υψηλή χρονική προτίμηση —που παίρνουν ανόητες και επικίνδυνες οικονομικές αποφάσεις— ως προνομιούχες, που μεγαλώνουν με τους πόρους του σύγχρονου κόσμου που δεν υπήρχαν στις προηγούμενες γενιές (π.χ., το διαδίκτυο κ.λπ.). Επιπλέον, ως αποτέλεσμα της κουλτούρας του πληθωρισμού και του οικονομικού αναλφαβητισμού —που είναι κοινός σε όλες τις γενιές, αλλά συχνά επικεντρώνεται πιο έντονα στους νέους— η παλαιότερη γενιά βλέπει τους νέους να υποστηρίζουν παιδαριώδεις και καταστροφικές οικονομικές και πολιτικές ιδεολογίες και τους θεωρεί θρασύδειλους και αχάριστους που απορρίπτουν τις συμβουλές που πηγάζουν από την ηλικία και την εμπειρία τους.
Σύμφωνα με την ταξινόμηση των καστών από τον Rothbard, κατά μέσο όρο, η μεγαλύτερη σε ηλικία γενιά (65+) είναι επί του παρόντος καθαροί καταναλωτές φόρων και οι νεότερες γενιές (κάτω των 40) είναι καθαροί φορολογούμενοι. Ωστόσο, είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι αυτές οι κατηγορίες δεν είναι στατικές. Τα περισσότερα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας ξεκίνησαν ως καθαροί φορολογούμενοι και τελειώνουν τη ζωή τους ως καθαροί καταναλωτές φόρων. Αυτό όχι μόνο ενθαρρύνει τη διαγενεακή δυσαρέσκεια, αλλά και δίνει κίνητρο στην παλαιότερη γενιά να χρησιμοποιήσει τον κρατικό μηχανισμό για να διατηρήσει την κάστα των καθαρών φορολογουμένων-καταναλωτών, και στη νεότερη γενιά να χρησιμοποιήσει τον κρατικό μηχανισμό για να εισέλθει στην κάστα των καθαρών φορολογουμένων-καταναλωτών. Αυτή είναι η διαγενεακή προσοδοθηρία.
Σύνοψη
Επομένως, ο πληθωρισμός δημιουργεί πολύ περισσότερα δεινά από ό,τι οι υψηλότερες τιμές και οι στρεβλώσεις της δομής της παραγωγής. Διαστρεβλώνει τον ηθικό και οικονομικό ιστό που καθιστά δυνατή τη συνεργασία μεταξύ των γενεών. Αν και ο πληθωρισμός αυξάνει γενικά τη συνολική χρονική προτίμηση της κοινωνίας, επηρεάζει τις ηλικιακές ομάδες ασύμμετρα. Οι παλαιότερες γενιές -που συχνά έχουν ήδη συσσωρεύσει περιουσιακά στοιχεία- μπορούν να θωρακιστούν μέσω επενδύσεων αντιστάθμισης του πληθωρισμού. Οι νεότερες γενιές -που εξακολουθούν να προσπαθούν να αποταμιεύσουν και να δημιουργήσουν κεφάλαιο- διαπιστώνουν ότι η σύνεση τιμωρείται συστηματικά. Το αποτέλεσμα είναι μια αμοιβαία δυσαρέσκεια: οι νέοι θεωρούν τους οικονομικούς κανόνες της λιτότητας και της υπομονής ξεπερασμένους σε έναν πληθωριστικό κόσμο, ενώ οι μεγαλύτεροί τους θεωρούν ανεύθυνους επειδή δεν ακολουθούν αυτούς ακριβώς τους κανόνες που ο πληθωρισμός έχει καταστήσει αυτοκαταστροφικούς.
Ο πληθωρισμός αναδιανέμει επίσης τις εμπειρικές προσδοκίες σχετικά με τον τρόπο επίτευξης της οικονομικής και χρηματοοικονομικής επιτυχίας. Η αποταμίευση για ένα σπίτι, η αποταμίευση για το μέλλον, οι επενδύσεις και η υποστήριξη μιας οικογένειας δεν λειτουργούν πλέον με τον ίδιο τρόπο υπό ένα πληθωριστικό καθεστώς. Όταν οι ίδιες συμπεριφορές δεν αποφέρουν πλέον τα ίδια αποτελέσματα, η συνέχεια μεταξύ των γενεών διακόπτεται. Οι γονείς και οι παππούδες κι οι γιαγιάδες δεν μπορούν να μεταβιβάσουν ουσιαστικά τους οικονομικούς «κανόνες της ζωής» και οι νέοι δεν εμπιστεύονται τη σοφία ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια. Ο πληθωρισμός των περιουσιακών στοιχείων εντείνει το χάσμα, μετατρέποντας τη στέγαση, τη γη και τον σχηματισμό κεφαλαίου σε ανταγωνισμούς στους οποίους τα κέρδη των προγενέστερων αγοραστών συχνά έρχονται εις βάρος εκείνων που ήρθαν αργότερα.
Για παράδειγμα, τα άτομα των παλαιότερων γενεών που κατέχουν σπίτι ή ακίνητο, επωφελούνται από την ανατίμηση λόγω του πληθωρισμού. Από την άλλη πλευρά, οι νεότερες γενιές συνήθως πλήττονται από την ανατίμηση περιουσιακών στοιχείων όπως η στέγαση. Τώρα, ένα μέρος της ήδη προβληματικής αγοράς κατοικίας περιλαμβάνει εν μέρει τον ανταγωνισμό μεταξύ των παλαιότερων γενεών, που θέλουν να αγοράσουν σπίτια ή ακίνητα ως επένδυση αντιστάθμισης του πληθωρισμού, και των νεότερων γενεών, που θέλουν να αγοράσουν το πρώτο τους σπίτι για να ζήσουν. Και οι δύο αντιμετωπίζουν τις συνέπειες της συνεχούς υποτίμησης του χρήματος, γεγονός που τις θέτει σε σκληρό ανταγωνισμό μεταξύ τους.
Κάθε κοινωνία διδάσκει στα νεότερα μέλη της ορισμένους κανόνες σχετικά με την λιτότητα, την υπομονή, την αποταμίευση και το ρίσκο. Ο πληθωρισμός αντιστρέφει τη δομή της ανταμοιβής και διδάσκει απαίσια μαθήματα. Ο πληθωρισμός καταστρέφει όχι μόνο τον πλούτο αλλά και την ηθική διαπαιδαγώγηση. Μολονότι το υγιές χρήμα σίγουρα δεν μπορεί να λύσει όλα τα διαγενεακά ζητήματα, τουλάχιστον εξαλείφει τις σημαντικές ευκαιρίες για συγκρούσεις, δυσαρέσκεια και περιφρόνηση.
[Πηγή άρθρου: Old vs. Young and Rich vs. Poor: How Government Creates Class Conflict]







