Το τίμημα του Διαφωτισμού
Ο Διαφωτισμός χαρακτηρίστηκε από την απελευθέρωση επιστήμης και πολιτικής από τον χριστιανισμό. Μας χάρισε αυτή η εξέλιξη την ελευθερία ή μας την στέρησε;
Ετικέτες: Θρησκεία, Φιλοσοφία, ΜΜΕ και Πολιτισμός, Ιστορία
26/3/2019 • Άρθρο του Daniel Ajamian
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Αυτή η διάλεξη στη μνήμη του Lou Church, που δόθηκε στο Συνέδριο Οικονομικής Έρευνας της Αυστριακής Σχολής (AERC) τον Μάρτιο του 2019, επικεντρώνεται στις συνέπειες του Διαφωτισμού: τη λογική, το άτομο, την ισότητα, τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα, τον διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, την επιστήμη και την πολιτική απαλλαγμένες από το θρησκευτικό δόγμα· αλλά και την προσπάθεια απομάκρυνσης σημαντικών διαμεσολαβητικών θεσμών, όπως η Εκκλησία. Τι απαιτείται για να επανεισαχθεί αυτό που κατέστρεψε ο Διαφωτισμός;
Είναι ευρέως αποδεκτό ότι από τη σκέψη του Διαφωτισμού προήλθαν πολλά από τα «αγαθά» της κοινωνίας μας. Αγαθά οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά. Αγαθά που κυμαίνονται από τον υλικό πλούτο και την τεχνολογία που απολαμβάνουμε, έως τον κλασικό φιλελευθερισμό (classical liberalism) και τον ελευθερισμό (libertarianism). Σ’ αυτά τα δύο είναι που σκοπεύω να επικεντρωθώ.
Μια εξαντλητική συζήτηση σχετικά με τη σύνδεση της σκέψης του Διαφωτισμού με τον κλασικό φιλελευθερισμό και τον ελευθερισμό δεν είναι απαραίτητη για το κοινό ενώπιον μου, επομένως θα συνοψίσω: λογική, άτομο, ισότητα, ιδιοκτησιακά δικαιώματα, διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους, καθώς και επιστήμη και πολιτική απαλλαγμένες από θρησκευτικά δόγματα. Αυτοί οι πυλώνες αποτελούν τη βάση του κλασικού φιλελευθερισμού, την οποία πολλοί επισημαίνουν αναφωνώντας: Ορίστε, επιτέλους βρήκαμε την ελευθερία μας! Κι αν, αντιθέτως, όλα αυτά μας κόστισαν την ελευθερία μας;
Τι είναι ο Διαφωτισμός; Ο Ιμμάνουελ Καντ έδωσε την απάντησή του:
Ο διαφωτισμός είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από την αυτοπροκληθείσα ανωριμότητά του. Ανωριμότητα είναι η αδυναμία του ανθρώπου να χρησιμοποιήσει την κατανόησή του χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου... «Να έχεις το θάρρος να χρησιμοποιείς τη δική σου λογική!» Αυτό είναι το σύνθημα του διαφωτισμού.
Υπάρχει η Εγκυκλοπαίδεια του Ντιντερό, η οποία θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα πολιτιστικά και πνευματικά επιτεύγματα του Διαφωτισμού· ένα ανθρώπινο πρότυπο 20 εκατομμυρίων λέξεων για τη δημιουργία μιας ορθολογικής, βελτιούμενης και καλλιεργημένης κοινωνίας.
Η θεολογία γονατίζει, υποτασσόμενη στη λογική. Ο Ντιντερό εξήγησε: «σε χώρες που διαφωτίζονται από το φως της λογικής και της φιλοσοφίας... ο ιερέας δεν ξεχνά ποτέ ότι είναι άνθρωπος, υπήκοος και πολίτης». Ή όπως διακηρύσσει ο Steven Pinker: Enlightenment Now: The Case for Reason, Science, Humanism, and Progress. Με άλλα λόγια, η συνηγορία κατά της παράδοσης και της θρησκείας - και με τον όρο «θρησκεία», βλέπε «Χριστιανισμός».
Ωστόσο, ποιος μπορεί να αρνηθεί την πρόοδο; Είναι εύκολο να εντοπίσουμε τα πολλά «αγαθά» που αποδίδουμε στη σκέψη του Διαφωτισμού - την επιτάχυνση του εμπορίου και τις δραστικές βελτιώσεις στο οικονομικό επίπεδο διαβίωσης. Αναπτύσσονται πολιτικές έννοιες όπως ο κλασικός φιλελευθερισμός και, ως εκ τούτου, νομίζουμε, οι ελευθερίες μας.
Λοιπόν, ίσως. Όπως ισχυρίζεται ο Hans Hoppe, «Σύμφωνα με τους υποστηρικτές αυτής της θεωρίας», αναφερόμενος στους Francis Fukuyama και Steven Pinker, «αυτό που κάνει την παρούσα εποχή τόσο σπουδαία και την χαρακτηρίζει ως την καλύτερη όλων των εποχών είναι ο συνδυασμός δύο παραγόντων». Ο Hoppe αναφέρει πρώτον, τα υψηλότερα επίπεδα τεχνολογίας και φυσικής επιστήμης στην ανθρώπινη ιστορία — για τα οποία δεν φέρει καμία αντίρρηση· και δεύτερον, το υψηλότερο επίπεδο ανθρώπινης ελευθερίας — το οποίο ο Hoppe θεωρεί «ιστορικό μύθο».
Ο N.T. Wright αναφέρει: «Οποιοδήποτε κίνημα που μας έδωσε τη γκιλοτίνα ως έναν από τους πρώτους καρπούς του... και το Γκουλάγκ ως έναν από τους καλύτερούς του (καρπούς) δεν μπορεί απλώς να επιδοκιμαστεί ως έχει».
Τα «κακά» του Διαφωτισμού δεν τα παραδέχονται τόσο εύκολα οι υποστηρικτές του: κομμουνισμός, ευγονική, φυλετική καθαρότητα, επιλεκτική αναπαραγωγή, εθνικοσοσιαλισμός, φαβιανισμός, προοδευτισμός, φασισμός, εξισωτισμός, σύγχρονη δημοκρατία, ελευθερία από όλους τους ενδιάμεσους θεσμούς διακυβέρνησης, ο αναποτελεσματικός διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους, η Αμερικανική Επανάσταση, η Γαλλική Επανάσταση.
Όσον αφορά τις δύο επαναστάσεις: Η Αμερική που προέκυψε από την Επανάσταση περιγράφεται από τον Ralph Raico ως «...το πρότυπο του φιλελεύθερου έθνους και, μετά την Αγγλία, το υπόδειγμα του φιλελευθερισμού για τον κόσμο». Αυτό το «υπόδειγμα φιλελευθερισμού» δεν επέζησε ούτε για 90 χρόνια, καταλήγοντας στο 1861 - και αν προτιμάτε να υποστηρίξετε το 1846 ή ακόμα και το 1812, δεν θα έχετε καμιά αντίρρηση από εμένα. Ό,τι και αν πιστεύει κανείς σχετικά με τον φιλελευθερισμό, η παραμονή του στην εξουσία σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ουσιαστικό του χαρακτηριστικό.
Ωστόσο αυτό το παράδειγμα είναι πολύ πιο επιτυχημένο από εκείνο που ακολούθησε λίγο αργότερα: Στο αριστούργημα του, Από την Αυγή στην Παρακμή, ο Ζακ Μπαρζούν υποστηρίζει ότι: «...η Γαλλική Επανάσταση του 1789 πρέπει να ονομαστεί Φιλελεύθερη Επανάσταση». Τι εννοεί ο Μπαρζούν με τον όρο «φιλελεύθερη»; Προσφέρει ως παράδειγμα έναν νόμο που ψηφίστηκε δύο χρόνια μετά το ξέσπασμά της: δεν πρέπει να υπάρχουν άλλα συμφέροντα εκτός από τα συμφέροντα του ατόμου και το γενικό συμφέρον όλων· δεν επιτρέπονται ενδιάμεσα συμφέροντα.
Μια επίθεση όχι μόνο στην τυραννική εξουσία, αλλά και στις συντεχνίες, τους συλλόγους, τα πανεπιστήμια και ιδιαίτερα στον Χριστιανισμό — κάθε ενδιάμεσο θεσμό που παρείχε αποκέντρωση στη διακυβέρνηση και αντιστεκόταν στην μονοπωλιακή εξουσία ενός συγκεντρωτικού κράτους· κάθε ενδιάμεσος θεσμός που ο Robert Nisbet θεωρούσε ότι προσέφερε στο άτομο χώρο και καταφύγιο για την ελευθερία του.
Ο Simon Schama υποστηρίζει ότι μια τέτοια επίθεση στους ενδιάμεσους θεσμούς έγινε δεκτή με ικανοποίηση από την ελίτ. Ο λαός — ανίσχυρος χωρίς αυτούς τους ενδιάμεσους θεσμούς ή έναν βασιλιά στον οποίο να μπορεί να στραφεί — το είδε διαφορετικά.
Δεν επιθυμούσαν όλοι οι στοχαστές του Διαφωτισμού τη γκιλοτίνα ή τα γκουλάγκ, όπως σίγουρα γνωρίζουμε. Πολλοί έθεσαν ειλικρινά ως σκοπό τους την ελευθερία του ανθρώπου. Ο Τζον Γκρέι υποστηρίζει ότι η φερόμενη ως καθολική αλήθεια της σύνδεσης μεταξύ των αξιών του Διαφωτισμού και των φιλελεύθερων αξιών είναι εύθραυστη. Ήταν ισχυρότερη στους μονοθεϊστές του Διαφωτισμού και πιο αδύναμη σε εκείνους τους στοχαστές που ήταν εχθρικοί προς τον μονοθεϊσμό.
Ωστόσο, ένας γενικόλογος «μονοθεϊσμός» δεν προσέφερε κάποιο βιώσιμο θεμέλιο. Οι ελευθερίες μας γεννήθηκαν πολύ πριν από τον Διαφωτισμό σε μια συγκεκριμένη πολιτιστική και θρησκευτική παράδοση. Όσοι έζησαν και ανέπτυξαν αυτήν την παράδοση δεν θα αυτοαποκαλούνταν αδιάφορα «μονοθεϊστές».
Ας ρίξουμε μια ματιά σε αυτή την ιστορία. Ο Μπαρζούν γράφει:
Η αλήθεια είναι ότι κατά τη διάρκεια των 1.000 ετών πριν από το 1500, ένας νέος πολιτισμός αναπτύχθηκε από απαρχές που ήταν ασυνήθιστα δύσκολες... έχοντας να επιδείξει στον κόσμο δύο αναγεννήσεις πριν από αυτήν που μονοπωλεί την συγκεκριμένη λέξη. [...] οι Γερμανοί εισβολείς έφεραν ένα είδος εθιμικού δικαίου στο οποίο ορισμένοι μεταγενέστεροι στοχαστές έχουν αποδώσει την ιδέα της ατομικής ελευθερίας... κανένας κανόνας δεν θεωρείτο έγκυρος αν δεν εγκρινόταν από εκείνους που επηρέαζε. […] το αγγλοσαξονικό δίκαιο... όριζε κυριολεκτικά το έγκλημα ως παραβίαση της ειρήνης.
Αυτή η εποχή γεννήθηκε μετά την πτώση της Ρώμης. Γερμανικές φυλές αναμείχθηκαν με τον Χριστιανισμό για να δημιουργήσουν έναν πολιτισμό που εκτιμούσε τη χριστιανική ηθική και τη γερμανική τιμή, με αποτέλεσμα αυτό που ο Φριτς Κερν περιγράφει ως τον παλιό και καλό νόμο: τον νόμο του εθίμου και της καλής παράδοσης. Ο όρκος ενός ανθρώπου αποτελούσε τον νόμο του. Οποιοσδήποτε ευγενής μπορούσε να ασκήσει βέτο στον βασιλιά εάν μπορούσε να τεκμηριώσει το δικαίωμά του στον παλιό και καλό νόμο. Ένα νομικό καθεστώς σχεδόν τόσο φιλελεύθερο όσο υπήρξε ποτέ για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Δύση - και σε όλο τον κόσμο επίσης.
Ούτε η Εκκλησία ούτε ο βασιλιάς κατείχαν την κυριαρχία. Αν κάτι κατείχε την «κυριαρχία», αυτό ήταν ο νόμος. Η Εκκλησία και ο βασιλιάς ανταγωνίζονταν ο ένας τον άλλον, σε διαφορετικούς αλλά επικαλυπτόμενους κύκλους· με τον έναν ή τον άλλον να αναλαμβάνει ισχυρότερο ή λιγότερο σημαντικό ρόλο με την πάροδο των ετών. Στον χώρο μεταξύ Εκκλησίας και βασιλιά, η ελευθερία άνθισε· στον χώρο μεταξύ Εκκλησίας και βασιλιά, πολυάριθμοι ουσιαστικοί ενδιάμεσοι θεσμοί διακυβέρνησης ρίζωσαν, δίνοντας στο άτομο τόσο τον χώρο όσο και τα μέσα για να ασκήσει την ελευθερία του.
Ήταν μια εποχή που η Εκκλησία μπορούσε να επιπλήξει τον βασιλιά, παρά το γεγονός ότι δεν διέθετε στρατό και κανένα μέσο απτής καταπίεσης εκτός από αυτά που παρείχε ο βασιλιάς. Οι φιλελεύθεροι μιλούν με επιδοκιμασία για τη χρήση του κοινωνικού αποκλεισμού όταν αντιμετωπίζονται μη επιθετικές παραβάσεις. Λοιπόν, πού να δοκιμάζατε τον αιώνιο κοινωνικό αποκλεισμό του αφορισμού.
Στον Εκκλησιαστή διαβάζουμε για την ασημαντότητα της ζωής σε σύγκριση με την αιωνιότητα που ο Θεός έχει εναποθέσει στις ψυχές των ανθρώπων. Στην Ευρώπη του Μεσαίωνα, ο ευγενής ενδιαφερόταν για την αιώνια ζωή του και την αιώνια βασιλεία του Θεού, και αυτή η ανησυχία διαμόρφωνε τη συμπεριφορά του. Αυτό δεν ισχύει πλέον από την εποχή του Διαφωτισμού. Το κοινό σύνθημα για τη σημερινή πεφωτισμένη «αριστοκρατία» είναι «αυτός που πεθαίνει με τα περισσότερα παιχνίδια γύρω του είναι ο νικητής». Αυτό αντικατοπτρίζεται στην εποχή μας: η διαφθορά, η λαγνεία και η απληστία ορίζουν τη νέα αριστοκρατία.
Κατά το μεγαλύτερο μέρος του Μεσαίωνα, υπήρχε ένας ουσιαστικός και λειτουργικός διαχωρισμός Εκκλησίας και βασιλιά, με τον καθένα να είναι ανώτερος στο βασίλειό του, χωρίς να διαθέτει κυρίαρχη δύναμη ή εξουσία. Ο καθένας προσέφερε μια οδό προσφυγής, εάν ο ένας ένιωθε ότι οι ελευθερίες του είχαν παραβιαστεί άδικα από τον άλλον.
Σήμερα έχουμε την υποταγή της εκκλησίας στο κράτος. Μπορούμε να θυμηθούμε την ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των Εβραίων ιερέων και του Πιλάτου σχετικά με την τύχη του Ιησού. Ο Πιλάτος ρώτησε: «Να σταυρώσω τον βασιλιά σας;» και σε απάντηση, οι ιερείς φώναξαν «Δεν έχουμε άλλον βασιλιά παρά μόνο τον Καίσαρα». Ακούγεται σαν ένα τυπικό κυριακάτικο πρωινό στην (σημερινή) Αμερική.
Με τον Διαφωτισμό, η ιδέα του να στηριζόμαστε στην παράδοση και τα έθιμα απορρίφθηκε. Η πιο σημαντική παράδοση που έπρεπε να απομακρυνθεί ήταν ο Χριστιανισμός. Όχι απαραίτητα η ηθική του, μονάχα η υπερφυσική αφήγηση, η θεολογία και η εκκλησία - λες και η ηθική θα μπορούσε να υπάρξει για πολύ καιρό χωρίς τον Θεό και έναν θεσμό πίσω από αυτά. Ο Μπαρζούν αποφαίνεται: «Η Βίβλος έπρεπε να αποδειχθεί ότι είναι ένα σύνολο μύθων που επινοήθηκαν από αδαείς ή δόλιους ανθρώπους».
Αυτό που ήταν μια γενικά αποδεκτή πίστη στον Χριστιανισμό σε ολόκληρο τον πληθυσμό άρχισε να διαλύεται τον δέκατο όγδοο αιώνα. Ο N.T. Wright επισημαίνει τον σεισμό στη Λισαβόνα την Ημέρα των Αγίων Πάντων το 1755 ως ένα βασικό γεγονός από αυτή την άποψη. Ένας τεράστιος σεισμός και μια καταστροφή που συγκλόνισαν ολοκληρωτικά τον Χριστιανισμό. Η ανθρώπινη λογική δεν μπορούσε να δεχτεί ότι ένας καλός και σοφός Θεός θα επέτρεπε τέτοιες τρομερές τραγωδίες.
Αφήστε τα τελετουργικά και τις προσευχές, αγνοήστε τους ιερείς και τους μοναχούς. «Σβήστε την ντροπή!» είπε ο Βολταίρος για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ο Βολταίρος - «ο πάμφωτος Διαφωτισμός» σύμφωνα με τον Simon Schama - έκανε το καθήκον του για να συμβεί αυτό, μέσα από μια σειρά τετρασέλιδων και πεντασέλιδων φυλλαδίων, που ενσωματώθηκαν σε ένα Φορητό Φιλοσοφικό Λεξικό. Ποιος χρειάζεται 1700 χρόνια ακαδημαϊκής γνώσης και παράδοσης για να διαμορφώσει τη φιλοσοφία του όταν μπορεί να έχει ένα φορητό λεξικό;
Αρκετά με αυτόν τον Θεό της Βίβλου. Ο Ντεϊσμός έγινε η θρησκεία των «λογικών» ανθρώπων. Ο Θεός όντως δημιούργησε το σύμπαν, αλλά η ιστορία της Γένεσης είναι ένας μύθος. Ο Θεός έθεσε τους κανόνες - τους νόμους της επιστήμης. Δεν έχει κανένα λόγο να παρέμβει στη συνέχεια. Ο Ιησούς; Σίγουρα, ήταν ένας σοφός και καλός άνθρωπος. Αλλά η Παρθενική Γέννηση και η Ανάσταση δεν έχουν θέση.
Ο δρόμος από τον Ντεϊσμό πέρασε μέσα από έναν αναβιωμένο επικουρισμό και κατέληξε στο διαβόητο «Ο Θεός είναι νεκρός» του Νίτσε, το οποίο βρίσκεται στην «Παραβολή του Τρελού», που δημοσιεύτηκε προς τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Άλλωστε, πόσο μεγάλο είναι το άλμα από τον «ωρολογοποιό» του Ντεϊσμού στους αδιάφορους θεούς του επικουρισμού και στο «Ο Θεός είναι νεκρός»;
«Πού πήγε ο Θεός;» φώναξε [ο τρελός του Νίτσε] . «Θα σου πω εγώ. Τον σκοτώσαμε — εσύ κι εγώ. Είμαστε οι δολοφόνοι του. ...Πού κινούμαστε τώρα; ...Δεν πέφτουμε ασταμάτητα; Πίσω, πλάγια, μπροστά, προς όλες τις κατευθύνσεις; Υπάρχει κάτι πάνω ή κάτω που να έχει απομείνει; Δεν περιπλανιόμαστε σαν μέσα από ένα άπειρο τίποτα;
Ο τρελός διαπίστωσε ότι κανείς δεν θα τον άκουγε. Θρηνούσε που ήρθε πολύ νωρίς. Ο Μεγάλος Πόλεμος (ο 1ος Παγκόσμιος), η αυτοκτονία της Δύσης, απείχε ακόμα λίγα χρόνια.
Τι είδε ο Νίτσε ως αντικατάσταση του Θεού και του ηθικού Του νόμου; Η ηθική που επινοήθηκε από τον άνθρωπο θα βρισκόταν στην κορυφή της πυραμίδας. Η φωτισμένη ελίτ ήταν πρόθυμη να συμμορφωθεί. Θα ήταν ο «υπεράνθρωπος», εγκαθιδρύοντας ένα «νέο ήθος»: νέα πρότυπα για το σωστό και το λάθος, που θα αντικαθιστούσαν τις χριστιανικές αρετές.
Ο καθένας μας χρησιμοποιεί τη δική του λογική, φτιάχνει τη δική του πυξίδα, δημιουργεί τον δικό του ορισμό του αληθινού βορρά. Δεν μπορεί κανείς καν να επικαλεστεί την «αρχή της μη επιθετικότητας» σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Σε ποια βάση;
Βεβαια, έχουμε πράγματι τον Hoppe και την επιχειρηματολογική ηθική του (argumentation ethics). Αλλά μην βιάζεστε! Από τις ραδιοφωνικές του εκπομπές κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο C.S. Lewis υποστήριζε ότι δύο άνθρωποι μπορούν να επιχειρηματολογήσουν σωστά βάσει κάποιου προτύπου. Ο Frank van Dun έκανε ένα παρόμοιο σχόλιο στο περσινό συνέδριο της Property and Freedom Society. Συνοψίζοντας: η επιχειρηματολογική ηθική απευθύνεται συνεχώς στη συνείδηση του άλλου ατόμου - στα πράγματα που ήδη μοιραζόμαστε· κυριολεκτικά, στην κοινή γνώση.
Αλλά οι ιδέες του Διαφωτισμού — η Ελευθερία, η Ισότητα, το άτομο, ο πατριωτισμός και η Πρόοδος — είναι όλες αφηρημένες έννοιες, μεγάλοι κουβάδες που μπορούν να γεμίσουν με μια μεγάλη ποικιλία περιεχομένων. Παραπονιόμαστε ότι αυτοί οι όροι δεν έχουν το νόημα που επιθυμούμε ή το νόημα όπως αρχικά επιδιωκόταν — όπως ακριβώς παραπονιούνται και οι σοσιαλιστές για το ίδιο πράγμα.
Ποιος θα πει πώς και με τι πρέπει να γεμίσουν αυτοί οι κουβάδες; Με βάση με ποιο θεμέλιο; Με βάση τη λογική τίνος; Δίχως κοινή συνείδηση, ποιος - ή τι - θα διαιτητεύσει; Ο Βολταίρος είχε πει ότι «η κοινή λογική δεν είναι και τόσο κοινή». Λοιπόν, χωρίς κοινή λογική, με ποια βάση μπορούμε να ζήσουμε ειρηνικά - σε μια κατάσταση ευθυμίας, όπως το έθεσε ο van Dun ;
Δεν μπορούμε, και αυτό το έχουμε αποδείξει. Ο Μπαρζούν περιγράφει τον Μεγάλο Πόλεμο ως «το πλήγμα που έριξε τον σύγχρονο κόσμο στην πορεία του προς την αυτοκαταστροφή». Ωστόσο, αυτό το πλήγμα το δέχτηκε η Δύση την εποχή που θεωρούμε την πιο φωτισμένη, ειρηνική και ελεύθερη. Οι δεκαετίες πριν από το ξέσπασμα του πολέμου είναι γνωστές ως La Belle Époque : «η όμορφη εποχή».
Ήταν μια αισιόδοξη εποχή, που γεννήθηκε μετά το τέλος του Γαλλοπρωσικού πολέμου το 1871. Εγχώρια ειρήνη, πολιτική σταθερότητα, ταξίδια χωρίς διαβατήριο, υλική ευημερία, τεχνολογικές και επιστημονικές καινοτομίες, λογοτεχνία και μουσική. Το απόγειο αυτού που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε κλασικό φιλελευθερισμό και ελευθερία.
Σίγουρα υπήρχε εγχώρια ειρήνη στην Ευρώπη. Αλλά υπήρχε πολλή βία ανάμεσα και μεταξύ αυτών των ίδιων των κρατών (και εναντίον των ιθαγενών πληθυσμών) στη μάχη για τις αποικίες σε όλο τον κόσμο. Η τέχνη της βίας ασκήθηκε και τελειοποιήθηκε· αναπτύχθηκαν όπλα για να διασφαλιστεί η νίκη. Αυτή η τέχνη σύντομα θα στρεφόταν προς τα μέσα.
Ο Μεγάλος Πόλεμος — ίσως ο μόνος ανάμεσα σε όλες τις σοβαρές ανθρώπινες συγκρούσεις — παραμένει σχεδόν ανεξήγητος. Γιατί και πώς μπόρεσε να συμβεί κάτι τέτοιο, όταν και όπου συνέβη — σε αυτή την «όμορφη εποχή», ανάμεσα σε φωτισμένους λαούς; Ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν έδωσε μια απάντηση : «Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει τον Θεό». Ο τρελός του Νίτσε θα συμφωνούσε.
Την επαύριο του Μεγάλου Πολέμου, ο δυτικός πολιτισμός και η κοινωνία μετασχηματίστηκαν με ταχύτητα και μέγεθος ίσως πρωτόφαντο στην ιστορία: η οικογενειακή ζωή διαλύθηκε, καριέρες τερματίστηκαν, κρατικά επιδόματα αντί παραγωγικής εργασίας, και μια παλίρροια εξισωτισμού· με άλλα λόγια, το τέλειο πολιτισμικό έδαφος για την επέκταση της μονοπωλιακής κρατικής εξουσίας.
Ο πόλεμος έγινε ολοκληρωτικός πόλεμος, σε μεγάλο βαθμό καθοδηγούμενος από ένα άλλο δώρο του Διαφωτισμού, την σύγχρονη δημοκρατία. Μολονότι ο Λίνκολν καθιέρωσε το ιστορικό προηγούμενο πενήντα χρόνια νωρίτερα, ήταν τελικά στον Μεγάλο Πόλεμο που ο πόλεμος όλων εναντίον όλων έγινε γενικά αποδεκτός σε όλη την Ευρώπη, ένα γεγονός που αφορούσε πλέον όλο το έθνος και όχι μόνο τους αντιμαχόμενους στρατιώτες - μια «Πρόοδος προς τη Βαρβαρότητα», όπως υποστήριξε ο FJP Veale. Τα δηλητηριώδη αέρια, οι αεροπορικές επιδρομές στον άμαχο πληθυσμό, τα υποβρύχια που καταστρέφουν πλοία ανεξάρτητα από σημαία ή σκοπό, ο αποκλεισμός τροφίμων και προμηθειών για τους πολίτες, ακόμη και η ειρήνη που δεν οδηγεί σε ανακούφιση.
Και εκκλησιαστικά μνημεία που χρησιμοποιήθηκαν ως παρατηρητήρια, γεγονός που οδήγησε στην καταστροφή τους, σκιαγραφώντας μια εικόνα του κόστους του Διαφωτισμού πολύ καλύτερα από τις λίγες χιλιάδες λέξεις μου.
Ο πόλεμος διέλυσε τα ουτοπικά οράματα αυτών των μαθητών του Διαφωτισμού, οδηγώντας στην μετάβαση από αυτό που τώρα ονομάζουμε Κλασικό Φιλελευθερισμό προς την σύγχρονη ενσάρκωσή του. Ο Μπαρζούν περιγράφει αυτή τη μετάβαση ως τη Μεγάλη Αλλαγή. Μια μετάβαση από την ιδέα ότι η καλύτερη κυβέρνηση είναι αυτή που κυβερνά λιγότερο στην ιδέα ότι η καλύτερη κυβέρνηση είναι αυτή που θα μας χαρίσει την ελευθερία, με το καλό ή με το άγριο. Οι «αξιοθρήνητοι» (σ.σ. κατά Χίλαρυ Κλίντον) δεν είναι ικανοί για την ελευθερία. Η ελευθερία πρέπει να τους επιβληθεί.
Εκείνη την εποχή, ελάχιστοι παρατήρησαν τη μετάβαση, εκτός από συγγραφείς όπως ο Chesterton και ο Belloc.
Αυτός ο νέος φιλελεύθερος δεν είχε πλέον τίποτα για να στέκεται ανάμεσα σε αυτόν και το άτομο — όλοι οι ενδιάμεσοι θεσμοί, ειδικά ο Χριστιανισμός και η Εκκλησία, είχαν απογυμνωθεί από κάθε ουσιαστικό ρόλο. Κάθε άτομο στεκόταν γυμνό, για να πλαστεί σαν πηλός από αυτούς τους προοδευτικούς, φωτισμένους, «λογικούς» διανοούμενους. Η νομοθεσία θα έλυνε κάθε πρόβλημα στη ζωή. Κάθε ανάγκη και επιθυμία θα ικανοποιούνταν, όλες μέσω της κυβερνητικής γενναιοδωρίας.
Ο Μπαρζούν περιγράφει αυτά τα γυμνά άτομα ως ανίκανα: τους αποδέκτες των επιδομάτων, τα θύματα, που δεν έχουν χώρο να αναπνεύσουν, καταπιεσμένα από τους συνανθρώπους τους και το κράτος. Αυτό το γυμνό άτομο είχε πλέον μόνο έναν στόχο: την Άνευ Όρων Ζωή - την χειραφέτηση από τις πραγματικότητες αυτού του κόσμου· τίποτα να μην στέκεται εμπόδιο σε κάθε επιθυμία· καμία περίπτωση απόρριψης. Ζωή χωρίς όρους· όλα επιτρέπονται και δεν μπορείς να με σταματήσεις. Η ευχαρίστησή μου είναι η ύψιστη προτεραιότητά μου· ο υψηλότερος στόχος στη ζωή είναι να είμαι ευτυχισμένος.
Ο φωτισμένος άνθρωπος, όπως οι πρόγονοί του μετά τον κατακλυσμό, οι οποίοι προσπάθησαν να χτίσουν έναν πύργο στον ουρανό για να είναι σαν τον Θεό, διαπίστωσαν — όπως λέει ο Paul Vander Klay — πως όταν προσπαθείς να κατεβάσεις τον παράδεισο στη γη, φέρνεις μαζί του και την κόλαση. Δεν χρειάζεται καν να κοιτάξουμε τους «-ισμούς» της Ρωσίας, της Ιταλίας ή της Γερμανίας του Μεσοπολέμου για παραδείγματα. Αρκεί να κοιτάξουμε το πρόγραμμα σπουδών κοινωνικής δικαιοσύνης και των «σπουδών παραπόνων» (grivancies studies) της Αμερικής σήμερα.
Ο Μπαρζούν ολοκληρώνει το μνημειώδες έργο του με έναν απολογισμό της παρακμής που παρατηρήθηκε στη Δύση τον τελευταίο αιώνα· την απελευθέρωση του ανθρώπου από όλους τους κανόνες, τις παραδόσεις και τα έθιμα· δεν έχει απομείνει για να παρέχει καθοδήγηση εκτός από το κράτος — και ένα κράτος που είναι πρόθυμο να αναλάβει την ευθύνη.
Τι απέγινε η υπόσχεση του Διαφωτισμού; Θεωρούμε το άτομο και τη λογική, όπως γεννήθηκαν στον Διαφωτισμό, ως βασικά θεμέλια της ελευθερίας. Καθώς η έννοια αυτών των εννοιών έχει αποκοπεί από τον Θεό, αυτές στην πραγματικότητα έχουν προκαλέσει την παρακμή της ελευθερίας. Χωρίς τον Θεό, η ελευθερία του Διαφωτισμού είναι ένα σπίτι χτισμένο στην άμμο.
Το Άτομο Χωρίς Θεό : Το άτομο δεν ανακαλύφθηκε στον Διαφωτισμό ή ακόμα και στην Αναγέννηση. Ο Άνσελμ του Καντέρμπουρι μας παρουσίασε το άτομο τον ενδέκατο αιώνα, με ρίζες που βρίσκονται ακόμη και αιώνες πριν. Το άτομο του Άνσελμ είχε μια αίσθηση αυτογνωσίας και προσωπικής ταυτότητας· ένα άτομο με ηθική ευθύνη· ένα άτομο που απαιτούσε την πνευματικότητα.
Ήταν ένα άτομο που έβρισκε την ελευθερία του μέσα στο πολιτισμικό και θρησκευτικό πλαίσιο της εποχής, ελεύθερο να ζήσει σύμφωνα με -και μέσα σε- αυτήν την παράδοση. Αυτό το άτομο έβρισκε και μπορούσε να διατηρήσει την ελευθερία του μέσω των πολλών ενδιάμεσων θεσμών της εποχής - με πιο σημαντικό την Εκκλησία, η οποία μπορούσε να αντιταχθεί στον βασιλιά.
Η γκιλοτίνα του Διαφωτισμού σκότωσε όλους τους ενδιάμεσους θεσμούς, σκοτώνοντας έτσι την ελευθερία αυτού του ατόμου. Τώρα έχουμε ένα άτομο απελευθερωμένο από ενοχλητικά βάρη όπως η αλήθεια, η δικαιοσύνη και το έλεος· ένα άτομο απελευθερωμένο από κάθε ηθική ευθύνη· ένα άτομο που στέκεται γυμνό και ανίσχυρο μπροστά στο κράτος· ένα άτομο που ζει ελεύθερο... σε ένα γκουλάγκ.
Εν τω μεταξύ, το κράτος προωθεί τον περαιτέρω διχασμό — τα ολοένα και πιο εξατομικευμένα άτομα. Το κράτος ενθαρρύνει και επιδοτεί συμπεριφορές που καταστρέφουν τον πολιτισμό, καθώς ελλείψει καθοδήγησης που να παρέχεται από τα έθιμα και την παράδοση, η καθοδήγηση θα παρέχεται από το κράτος.
Λογική Χωρίς Θεό : Όπως ο Διαφωτισμός απελευθέρωσε τη λογική μας από την αποκάλυψη και την παράδοση, το αποτέλεσμα δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Το γεγονός ότι η λογική σας έχει απελευθερωθεί δεν σημαίνει ότι η λογική του ισχυρού άνδρα θα σας αφήσει ήσυχους ή ότι η λογική σας θα τον πείσει. Καθώς η λογική του δεν δεσμεύεται πλέον από τίποτα άλλο εκτός από τη λογική του, δεν θα είναι η δική σας λογική που θα κυβερνά, αλλά η δική του. Ποια ανώτερη αρχή μπορείτε να επικαλεστείτε; Δεν υπάρχει εξουσία ανώτερη από τη λογική του ανθρώπου, και η λογική του ισχυρού άνδρα έχει μεγαλύτερα όπλα από τη δική σας λογική.
Αναγνωρίζοντας αυτόν τον «λόγο του ισχυρού άνδρα», ο John Gray υποστηρίζει τα εξής:
Κι αν άραγε το μέλλον του Διαφωτισμού δεν βρίσκεται στη φιλελεύθερη Δύση, η οποία πλέον είναι σχεδόν ακυβέρνητη ως αποτέλεσμα των πολιτισμικών πολέμων στους οποίους έχει βυθιστεί, αλλά στην Κίνα του Σι Τζινπίνγκ, όπου κυβερνά μια εντελώς πιο σκληρή γενιά ορθολογιστών; Είναι μια προοπτική που ο Βολταίρος, ο Τζέρεμι Μπένθαμ και άλλοι υποστηρικτές του πεφωτισμένου δεσποτισμού θα είχαν καλωσορίσει θερμά (σ.σ. είναι αξιοσημείωτο ότι η δήλωση αυτή έγινε έναν μόλις χρόνο πριν τα λοκντάουν).
Ίσως ο Θεός ήξερε τι έκανε όταν προειδοποίησε τον Αδάμ να μην πάει στο δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, με τον θάνατο να είναι η συνέπεια της ανθρώπινης λογικής χωρίς τον Θεό.
Ο Peter Berkowitz του Ινστιτούτου Hoover απηύθυνε μια πρόταση πέντε σημείων για το πρόσφατο βιβλίο του Patrick Deneen με τίτλο «Γιατί απέτυχε ο φιλελευθερισμός». Ενώ υπονοεί ότι ο Deneen το παράκανε και απέδωσε πολλά λάθη στις έννοιες του Διαφωτισμού, στο τέταρτο σημείο αναγνωρίζει τα επιζήμια χαρακτηριστικά της σύγχρονης κοινωνίας:
...η περιφρόνηση της κληρονομημένης σοφίας, η υποβάθμιση του καθήκοντος υπέρ της προσωπικής προτίμησης και η εμμονή με τα υλικά αγαθά και τις επιφανειακές διασκεδάσεις εις βάρος της ιδιότητας του πολίτη, της φιλίας και της αγάπης — που προωθούνται από τον ατομισμό και τον κρατισμό που προκύπτουν από την ακραία προσέγγιση των αρχών της ελευθερίας και της ισότητας.
Ο Τζόρνταν Πίτερσον ρώτησε σχετικά με τους μεταμοντέρνους: Τι από τον Διαφωτισμό πετάτε έξω από το παράθυρο πριν τα πράγματα γίνουν άσχημα; Ο Τζόναθαν Γκούντγουιν υποστηρίζει ότι αυτό είναι λάθος ερώτημα αν ο στόχος κάποιου είναι η ελευθερία. Το ερώτημα θα έπρεπε να είναι: τι απαιτείται για να επανεισαχθεί αυτό που ο Διαφωτισμός κατέστρεψε;
Στο πέμπτο μέρος της κριτικής του για το βιβλίο του Ντενίν, ο Μπέρκοβιτς στοχεύει να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα. Για τον σκοπό αυτό, παραθέτει τον Έντμουντ Μπερκ. Από το βιβλίο του Μπερκ «Σκέψεις για την Επανάσταση στη Γαλλία», γραμμένο το 1790:
Η ιστορία αποτελείται, ως επί το πλείστον, από τις δυστυχίες που προκαλούνται στον κόσμο από την υπερηφάνεια, τη φιλοδοξία, την απληστία, την εκδίκηση, την λαγνεία, την ανταρσία, την υποκρισία, τον ακυβέρνητο ζήλο και όλη την ακολουθία των άτακτων ορέξεων... Αυτά τα ελαττώματα είναι οι αιτίες αυτών των καταιγίδων. Η θρησκεία, η ηθική, οι νόμοι, τα προνόμια, τα δικαιώματα των ανθρώπων, είναι τα προσχήματα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι κανένα από τα ελαττώματα που εντόπισε ο Μπερκ δεν παραβιάζει την αρχή της μη επιθετικότητας — εκτός ίσως από την εκδίκηση, ανάλογα με το πόσο κρύο είναι το πιάτο όταν σερβίρεται. Ωστόσο, ίσως η αναγνώριση αυτών των ελαττωμάτων ως κινδύνων για την ελευθερία — και η ενσωμάτωση αυτής της αναγνώρισης στο έργο τους — να είναι ένα κατάλληλο έργο για τους αυριανούς φιλελεύθερους στοχαστές. Συνεχίζοντας με τον Μπέρκοβιτς:
[Ο Μπερκ] επέπληξε τους Γάλλους επαναστάτες επειδή υποστήριζαν ότι «τα δικαιώματα των ανθρώπων» εξουσιοδοτούσαν την γενική αποκήρυξη της κληρονομημένης πίστης, του καθιερωμένου καθεστώτος και των παγιωμένων νόμων της χώρας και την αντικατάστασή τους με νέους τρόπους ηθικής κρίσης και πολιτικής τάξης που προέρχονταν από την καθαρή λογική.
Δεδομένου του κόστους αυτής της αποκήρυξης για την ελευθερία, ίσως οι φιλελεύθεροι στοχαστές θα μπορούσαν να ενσωματώσουν κάτι από την κληρονομημένη πίστη και παράδοση όταν εξετάζουν την ελευθερία ως στόχο.
Επιπλέον, ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, από την ομιλία του στην τελετή αποφοίτησης από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ το 1978. Έχοντας ζήσει υπό κομμουνιστικό καθεστώς όλη του τη ζωή, κατάλαβε ότι μια κοινωνία χωρίς αντικειμενική νομική κλίμακα είναι απαίσια, αλλά και μια κοινωνία με μόνο αντικειμενική νομική κλίμακα είναι επίσης απαίσια. Σε μια τέτοια κοινωνία, στον άνθρωπο έχει δοθεί ελευθερία για το καλό και το κακό - και μια τέτοια κοινωνία δεν έχει καμία άμυνα ενάντια στην παρακμιακή άβυσσο.
Υποστηρίζει ότι για χίλια χρόνια ο άνθρωπος είχε ελευθερία μέσα σε ένα πλαίσιο της θρησκευτικής του ευθύνης, αλλά σήμερα δεν υπάρχει τέτοια ευθύνη. Ο Σολζενίτσιν ισχυρίζεται ότι:
Αυτό σημαίνει ότι το λάθος πρέπει να βρίσκεται στη ρίζα, στην ίδια τη βάση της ανθρώπινης σκέψης τους περασμένους αιώνες. Αναφέρομαι στην επικρατούσα δυτική άποψη για τον κόσμο, η οποία γεννήθηκε για πρώτη φορά κατά την Αναγέννηση και βρήκε την πολιτική της έκφραση από την περίοδο του Διαφωτισμού. ... η διακηρυγμένη και επιβεβλημένη αυτονομία του ανθρώπου από οποιαδήποτε ανώτερη δύναμη πάνω από αυτόν.
Ο Νίτσε παρουσίασε τις συνέπειες της δολοφονίας του Θεού στο «Λυκόφως των Ειδώλων»: παρά τις επιθυμίες πολλών στοχαστών του Διαφωτισμού — των «Άγγλων πλατυκέφαλων» όπως τους περιγράφει — όταν κάποιος εγκαταλείπει τη χριστιανική πίστη χάνει και το δικαίωμα στη χριστιανική ηθική.
Ποιο είναι αυτό το ηθικό χριστιανικό «δικαίωμα» αν όχι, τουλάχιστον, η αρχή της μη επιθετικότητας; Αυτό είναι που ο άνθρωπος εγκατέλειψε στον Διαφωτισμό. Έχουμε ανταλλάξει τη χριστιανική ηθική - και επομένως την ελευθερία μας - με το λογικό δικαίωμα του φωτισμένου υπεράνθρωπου να αποφασίζει τι είναι ηθικό.
Οι φιλελεύθεροι επισημαίνουν πολλούς στοχαστές του Διαφωτισμού και τις θεωρίες και τις έννοιές τους, που απελευθέρωσαν το άτομο και ενδυνάμωσαν τη λογική. Έννοιες που πιστεύουμε ότι προσφέρουν τα θεμέλια για την ελευθερία. Αλλά όλα αυτά τα γνωρίζαμε πριν από την λεγόμενη εποχή της λογικής. Δεν χρειαζόμασταν τον Διαφωτισμό για να γίνουμε φωτισμένοι.
Ο Hans Hoppe έχει κάνει αποδεκτό, τουλάχιστον σε αυτούς εδώ τους φιλελεύθερους κύκλους, το να αναφέρω τον Δεκάλογο ως θεμελιώδη για την ελευθερία — σίγουρα το τμήμα του που σχετιζόταν με τη σχέση του ανθρώπου με τον άνθρωπο: τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου· μην φονεύεις, μην μοιχεύεις, μην κλέβεις και μην ψευδομαρτυρήσεις· μην επιθυμήσεις τη γυναίκα ή τα υπάρχοντα του πλησίον σου.
Όπως ισχυρίζεται ο Hoppe, «Μερικοί φιλελεύθεροι μπορεί να υποστηρίζουν ότι δεν έχουν όλες αυτές οι εντολές την ίδια τάξη βαρύτητα ή υπόσταση». Απολύτως αληθές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, παρατηρούμε κάποιες μη βίαιες παραβιάσεις. Το ερώτημα για τον φιλελεύθερο ως φιλελεύθερο: φτάνει η παραβίαση στο σημείο να απαιτεί επίσημη, σωματική τιμωρία;
Ο Ιησούς απάντησε σε αυτό το ερώτημα. Διαβάζουμε στο Κατά Ιωάννη κεφάλαιο 8 ότι οι Φαρισαίοι έφεραν στον Ιησού μια γυναίκα που πιάστηκε να διαπράττει μοιχεία — σίγουρα όχι ένα αδίκημα που οι φιλελεύθεροι θα θεωρούσαν ότι ανέβαζε το επίπεδο στο οποίο αξίζει σωματική τιμωρία. Ο νόμος επέβαλλε τον λιθοβολισμό για ένα τέτοιο αδίκημα. Οι Φαρισαίοι ρώτησαν τον Ιησού τι έπρεπε να γίνει με αυτή τη γυναίκα.
Η απάντησή του: Όποιος είναι αναμάρτητος ανάμεσά σας, ας ρίξει πρώτος την πέτρα. Ναι, ήταν αμαρτία, αλλά δεν ήταν παράβαση άξια σωματικής τιμωρίας. Ένας προς έναν, οι κατήγοροι έφυγαν. Ο Ιησούς στη συνέχεια νουθέτησε τη γυναίκα: «Πήγαινε και μην αμαρτάνεις πια». Συμβουλές και νουθεσίες, όχι τιμωρία, είναι το παράδειγμα που μας έδωσε ο Ιησούς σχετικά με αυτό που θα περιγράφαμε ως μη βίαια παραπτώματα.
Οι φιλελεύθεροι θρηνούν την αδυναμία μας να προσηλυτίσουμε τις μάζες. «Ποιος μπορεί να διαφωνήσει με τη λογική και την καθαρότητα της αρχής της μη επιθετικότητας;» φωνάζουμε, ρίχνοντας στάχτες στο κεφάλι μας. Ίσως θα έπρεπε να λάβουμε υπόψη αυτή την έλλειψη κοινής συνείδησης. Ίσως θα έπρεπε να λάβουμε υπόψη ότι για να προχωρήσουμε προς την ελευθερία, αυτή η πολιτιστική και θρησκευτική παράδοση πρέπει να είναι το θεμέλιο.
Ο Goodwin ρώτησε πρόσφατα: αρκεί ο φιλελευθερισμός για την ελευθερία; Στόχος μας είναι να καθαρίσουμε την φιλελεύθερη θεωρία ή μήπως να βρούμε την ελευθερία ; Ίσως θα έπρεπε να σκεφτούμε τι σημαίνει να έχουμε χάσει το δικαίωμα στη χριστιανική ηθική, όταν σκοπεύουμε να κινηθούμε προς την ελευθερία. Αν ο στόχος μας είναι η ελευθερία, ίσως θα έπρεπε να σκεφτούμε την αναγκαιότητα να ανακτήσουμε αυτό το χαμένο δικαίωμα.
Ο Παύλος περιέγραψε τις συνέπειες της απόρριψης της γνώσης του Θεού από τους φωτισμένους της γενιάς του στην Επιστολή προς Ρωμαίους 1, ξεκινώντας από το εδάφιο 18 μέχρι το τέλος του κεφαλαίου. Διαβάζουμε για την οργή του Θεού εναντίον εκείνων που καταπνίγουν την αλήθεια με την ανομία τους. Από τον Παύλο:
«...καθώς δεν θεώρησαν άξιο να διατηρήσουν τη γνώση του Θεού, έτσι και ο Θεός τους παρέδωσε σε διεφθαρμένο νου, ώστε να κάνουν αυτά που δεν πρέπει. ...Ενώ γνωρίζουν το δίκαιο διάταγμα του Θεού ότι όσοι πράττουν τέτοια πράγματα είναι άξιοι θανάτου, όχι μόνο εξακολουθούν να τα πράττουν, αλλά και επιδοκιμάζουν εκείνους που τα πράττουν».
Ο Παύλος θα μπορούσε να γράφει για τη γενιά μας. Από το έβδομο από τα οκτώ μέρη του, στις Διαλέξεις Γκίφορντ, ο Wright αναφέρει: «Το να είσαι φορέας μιας εικόνας (του Θεού) είναι κάτι περισσότερο από απλή συμπεριφορά. Διαφορετικά, βάζουμε τη γνώση του καλού και του κακού πάνω από τη γνώση του Θεού».
Μη θέτοντας τη γνώση του Θεού πάνω από την ατομική λογική, το καλό δεν έχει καμία πιθανότητα να αντιμετωπίσει το κακό. Καθώς το καλό χάνει από το κακό, σίγουρα χάνουμε την ελευθερία μας. Αυτό, τελικά, είναι το τίμημα του Διαφωτισμού.
[Πηγή άρθρου: The Cost of the Enlightenment]













