Οι αντιφάσεις του κρυπτο-σοσιαλιστή John Stuart Mill
Ο Mill, ο επιδραστικότερος υποστηρικτής του σοσιαλισμού κατά τον Mises, απεικόνισε τις σοσιαλιστικές αρχές με έναν τρόπο που θα φαινόταν ελκυστικός στους φιλελεύθερους.
Ετικέτες: Φιλελευθερισμός, Πρόσωπα, Ιστορία
12/5/2026 • Άρθρο της Γουαντζίρου Ντζόγια
Πολλοί άνθρωποι σήμερα θεωρούν την προοπτική μιας σοσιαλιστικής ουτοπίας πολύ ελκυστική. Ακόμα κι αν δεν πιστεύουν ότι μια τέτοια ουτοπία είναι εφικτή με την πιο αγνή της έννοια, πιστεύουν ότι είναι κάτι προς το οποίο όλοι πρέπει να εργαστούμε.
Για πολλούς αριστερούς και κεντροαριστερούς («liberals») που φλερτάρουν με τον σοσιαλισμό, ένα από τα πιο σαγηνευτικά χαρακτηριστικά του σοσιαλισμού είναι το όραμά του για έναν κόσμο γεμάτο καλούς ανθρώπους, που είναι γενικά αλτρουιστές και δεν χρειάζονται κίνητρα για να εργαστούν για το κοινό καλό — κάνουν το σωστό από την καλή τους την καρδιά, επειδή είναι αρκετά έξυπνοι για να συνειδητοποιούν ότι η κοινωνία στο σύνολό της θα ωφεληθεί. Όλοι στη συνέχεια παρωθούνται προς τη σωστή κατεύθυνση χάρη στις σωστές κυβερνητικές παρεμβάσεις.
Ο ρόλος του Τζον Στιούαρτ Μιλ στην προώθηση αυτής της άποψης για τον σοσιαλισμό μεταξύ των κλασικών φιλελευθέρων επικρίθηκε από τον Ludwig von Mises στο βιβλίο του «Socialism». Ο Mises υποστήριξε ότι τα ουτοπικά επιχειρήματα του Mill
«έχουν αποτελέσει για δεκαετίες ένα από τα κύρια στηρίγματα της σοσιαλιστικής ιδέας και έχουν συμβάλει στην δημοτικότητά της περισσότερο από τα εμπνευσμένα από το μίσος -και συχνά αντιφατικά- επιχειρήματα των σοσιαλιστών αγκιτατόρων».
Ο Mill απεικόνισε τις σοσιαλιστικές αρχές με τρόπο που θα φαινόταν ελκυστικός στους φιλελεύθερους, οι οποίοι αγωνίζονται συνεχώς να δημιουργήσουν έναν καλύτερο κόσμο. Η αναζήτηση της ουτοπίας -ή όσο το δυνατόν πιο κοντά στην ουτοπία με τις σωστές κυβερνητικές παρεμβάσεις- είναι η πεμπτουσία της νοοτροπίας του προοδευτικού αριστερού. Ο Mises εξηγεί :
...Ο Mill βυθίζεται στα όνειρα των Ουτοπιστών και θεωρεί πιθανό ότι η κοινή γνώμη θα είναι αρκετά ισχυρή ώστε να υποκινήσει το άτομο σε αυξημένο ζήλο για εργασία, ότι η φιλοδοξία και η αλαζονεία θα είναι αποτελεσματικά κίνητρα, και ούτω καθεξής. Αρκεί να πούμε ότι δυστυχώς δεν έχουμε κανένα λόγο να υποθέσουμε ότι η ανθρώπινη φύση θα είναι διαφορετική υπό τον Σοσιαλισμό από ό,τι είναι τώρα.
Επιπλέον, στο βιβλίο του Φιλελευθερισμός: Η Κλασική Παράδοση, ο Mises περιέγραψε τον Mill ως «τον μεγάλο υποστηρικτή του σοσιαλισμού». Υποστήριξε ότι ο Mill παρείχε στους φιλελεύθερους εκλογικεύσεις, που απεικόνιζαν τον σοσιαλισμό ως συμβατό με τον κλασικό φιλελευθερισμό και όχι ως απειλή γι’ αυτόν. Ο Mises γράφει :
Χωρίς μια ενδελεχή μελέτη του Mill, είναι αδύνατο να κατανοήσουμε τα γεγονότα των δύο τελευταίων γενεών, καθώς ο Mill είναι ο μεγάλος υποστηρικτής του σοσιαλισμού. Όλα τα επιχειρήματα που θα μπορούσαν να προβληθούν υπέρ του σοσιαλισμού τα επεξεργάζεται με στοργική φροντίδα. Σε σύγκριση με τον Mill, όλοι οι άλλοι σοσιαλιστές συγγραφείς -ακόμα και ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Λασάλ- δεν έχουν σχεδόν καμία σημασία.
Ο David Gordon έχει παρατηρήσει ότι ο Mill δεν ήταν μόνο ουτοπιστής, αλλά και «ένας προπαγανδιστής που ήθελε να αντικαταστήσει τον Χριστιανισμό με μια Θρησκεία της Ανθρωπιάς, καθοδηγούμενη από διανοούμενους όπως ο ίδιος». Υπό αυτή την έννοια, ο Mill μπορεί να θεωρηθεί ως τυπικός εκπρόσωπος των «χρισμένων» (annointed) όπως τους προσδιόρισε ο Thomas Sowell. Οι χρισμένοι είναι διανοούμενοι που πιστεύουν ότι η ουτοπία τους είναι ένα τόσο σπουδαίο όραμα για τον κόσμο, που θα έπρεπε να επιβληθεί στην κοινωνία για το καλό όλων.
Όπως βλέπουν τα πράγματα οι χρισμένοι, κάποιοι άνθρωποι μπορεί να μην είναι αρκετά σοφοί ή έξυπνοι για να ξέρουν τι είναι καλό για αυτούς, επομένως οι [κεντρο]αριστεροί που είναι πνευματικά ανώτεροί τους και κατανοούν τι απαιτείται για να διορθωθεί και να βελτιωθεί η κοινωνία θα πρέπει να παρακάμψουν τις τυχόν αντιρρήσεις - οι οποίες, άλλωστε, δεν είναι άξιες σεβασμού - και να επιβάλουν την ουτοπία στον κόσμο. Όσοι απέτυχαν να ακούσουν την λογική θα είναι ευγνώμονες όταν δουν ότι ήταν για το καλό τους. Ή τουλάχιστον έτσι πιστεύουν οι χρισμένοι.
Ο Ralph Raico τόνισε επίσης τον ουτοπισμό και την «επικριτική» φύση του Mill: «ήταν, σύμφωνα με τα λόγια του Μορίς Κάουλινγκ, «ένας από τους πιο επικριτικούς ηθικολόγους του δέκατου ένατου αιώνα». Επέκρινε συνεχώς τις συνήθειες, τις στάσεις, τις προτιμήσεις και τα ηθικά πρότυπα μεγάλου αριθμού ανθρώπων για τους οποίους δεν γνώριζε τίποτα». Ονειρευόταν αυτό που μπορεί καλύτερα να περιγραφεί ως μια ουτοπική κοινωνική τάξη:
...η ελευθερία της γνώμης η οποία υποστηρίζεται στο βιβλίο του Mill Περί Ελευθερίας ήταν, σε μεγάλο βαθμό, μέρος της μεγάλης στρατηγικής του Mill — να κατεδαφίσει τη θρησκευτική πίστη, ιδιαίτερα τον Χριστιανισμό, και τα ήθη και έθιμα, στο δρόμο για την οικοδόμηση μιας κοινωνικής τάξης βασισμένης στη «θρησκεία της ανθρωπιάς». Η αληθινή ατομικότητα θα ενσαρκωνόταν στον μελλοντικό «άνθρωπο του Mill», τον οποίο ονειρεύτηκαν ο Mill και η Harriet Taylor, ένα ον στο οποίο ο εγωισμός και η απληστία θα αντικαθίσταντο από τον αλτρουισμό και τη συνεχή καλλιέργεια των υψηλότερων ικανοτήτων.
Για παράδειγμα, ο Mill θεωρούσε τους Ιησουίτες σκλάβους του θρησκευτικού τους τάγματος, οι οποίοι έπρεπε να απελευθερωθούν, για το καλό τους. Όπως επισημαίνει ο Gordon, αυτή δεν ήταν μια απλή κριτική της θρησκείας ή του τάγματος των Ιησουιτών. Ήταν μια προσπάθεια του Mill να αυτοανακηρυχθεί, ως φιλελεύθερος διανοούμενος, ο κριτής του πώς θα έπρεπε να ζουν οι άνθρωποι σε μια «φιλελεύθερη» κοινωνία - στην πραγματικότητα, ευνοούσε μια «διανοητική δικτατορία από μια ελίτ». Ο Gordon εξηγεί :
Ο Mill δεν υποστήριζε απλώς ως ιδιωτική άποψη ότι τα κυρίαρχα θρησκευτικά δόγματα της εποχής του ήταν κίβδηλα. Αντιθέτως, ήθελε οι δικές του απόψεις να επικρατήσουν στον πληθυσμό.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Murray Rothbard είπε ότι η εκδοχή του κλασικού φιλελευθερισμού του Mill ήταν «συγχυμένη και ασυνεπής». Σχετικά με το ζήτημα του Πολέμου για την Ανεξαρτησία του αμερικανικού Νότου, ο Mill σίγουρα είχε απόψεις που ήταν εντελώς αντίθετες με εκείνες του Ρόθμπαρντ. Η άποψη του Ρόθμπαρντ για την υπόθεση του Νότου ήταν η ίδια με αυτή του φιλελεύθερου Λόρδου Άκτον, ο οποίος, στην αλληλογραφία του με τον Ρόμπερτ Ε. Λι, έγραψε ότι θρηνούσε την απώλεια της Συνομοσπονδίας ως απώλεια της ελευθερίας.
Ο Mill είδε την προσπάθεια του Νότου για ανεξαρτησία από μια εντελώς διαφορετική οπτική γωνία. Δεν σταμάτησε να υποστηρίζει ότι η δουλεία ήταν ηθικά λανθασμένη και έπρεπε να καταργηθεί αμέσως, μια άποψη που συμμεριζόταν και ο Λόρδος Άκτον. Ο Mill προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, πιστεύοντας ένθερμα στο δικαίωμα της Βρετανίας να παρεμβαίνει στις εξωτερικές υποθέσεις - για να κάνει τον κόσμο ένα καλύτερο μέρος, φυσικά. Προέτρεψε τη βρετανική κυβέρνηση να μην αναγνωρίσει τις Συνομόσπονδες Πολιτείες της Αμερικής, όπως είχαν προτείνει ορισμένοι βουλευτές. Εξέφρασε την επιθυμία του να δει την προσπάθεια του Νότου για ανεξαρτησία να «καταστέλλεται άμεσα».
Ο Mill απέρριψε κατηγορηματικά όλα τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι Νότιες πολιτείες για να εξηγήσουν τους λόγους της απόσχισής τους, για παράδειγμα, τα παράπονά τους σχετικά με το ζήτημα των δασμών. Δεν θεωρούσε την υπόθεση του Νότου καν άξια συζήτησης. Δήλωνε ότι όλες οι εξηγήσεις τους για τη στάση τους ήταν εντελώς ψευδείς, ένα σκέτο πρόσχημα που κατασκευάστηκε για να καλύψει την επιθυμία τους για την επίδειξη σκληρότητας εναντίον των συνανθρώπων τους. Έχοντας ανακοινώσει ότι ο «αληθινός» λόγος της απόσχισης δεν είχε καμία σχέση με μια συνταγματική διαμάχη, αλλά ήταν απλώς ένα πρόσχημα που επινόησε ο Νότος για να δικαιολογήσει «το δικαίωμα να καίει ζωντανά ανθρώπινα πλάσματα», κατά συνέπεια έδωσε την ετυμηγορία του ότι η Συνομοσπονδία ήταν κακή.
Φυσικά, είναι πολύ εύκολο να καταγγείλουμε οποιονδήποτε αν ξεκινήσουμε απορρίπτοντας ό,τι λέει και αντικαθιστώντας τις πράξεις του με τη δική μας ερμηνεία. Είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των επικριτικών ανθρώπων ότι είναι αφοσιωμένοι στο να «ενημερώνουν» τους άλλους για τις λανθασμένες αιτίες και τα εσφαλμένα κίνητρα για οποιανδήποτε πράξη τους.
Όπως έχει υποστηρίξει ο ιστορικός Κλάιντ Γουίλσον, αυτό συχνά δεν συνεπάγεται τίποτα περισσότερο από το να επιλέγουν οι ηγετικές φυσιογνωμίες την προτιμώμενη πολιτική αφήγηση: «Σχεδόν σε κάθε περίπτωση υπάρχουν αντικρουόμενες μαρτυρίες ή ανεπαρκείς πηγές, έτσι ώστε η κρίση να γίνεται θέμα του ποιοι πιστεύετε ότι είναι οι καλοί και ποιοι είναι οι κακοί».
Η συλλογιστική περί του Ανθρώπου τύπου Mill είναι: Δεν μου αρέσει η Συνομοσπονδία και, ως εκ τούτου, όλα όσα είπαν οι ηγέτες της Συνομοσπονδίας ήταν ψέματα. Αυτή είναι μια μορφή καφκικής συλλογιστικής, στην οποία οι αντίπαλοι κάποιου καταδικάζονται συνοπτικά ως αναξιόπιστοι, κάτι που με τη σειρά του καθιστά απαράδεκτο οτιδήποτε λένε για την υπεράσπισή τους. Είναι πολύ βολικό επειδή τα επιχειρήματά τους μπορούν να απορριφθούν εντελώς χωρίς να μπει στον κόπο να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα που εγείρονται.
Ο Λόρδος Άκτον δεν ήταν άνθρωπος τύπου Mill. Έβλεπε την υπόθεση του Νότου, όπως την εξήγησε στην επιστολή του προς τον Ρόμπερτ Ε. Λι, ως την υπόθεση της ελευθερίας:
Είδα στα Δικαιώματα των Πολιτειών τον μόνο αποτελεσματικό έλεγχο της απολυταρχίας της κυρίαρχης βούλησης, και η απόσχιση με γέμισε ελπίδα, όχι ως καταστροφή αλλά ως λύτρωση της Δημοκρατίας... Θεώρησα ότι δίνατε τις μάχες της ελευθερίας μας, της προόδου μας και του πολιτισμού μας. Και θρηνώ για το διακύβευμα που χάθηκε στο Ρίτσμοντ πιο βαθιά από ό,τι χαίρομαι για αυτό που διασώθηκε στο Βατερλώ.
[Πηγή άρθρου: The Inconsistencies of John Stuart Mill]








