Η ηθική κριτική του σοσιαλισμού από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο
Οι σύγχρονοι οικονομικοί στοχαστές επανεξετάζουν τον ρόλο της αρετής στις ελεύθερες κοινωνίες, ενισχύοντας την άποψη του Χρυσοστόμου ότι η ηθική είναι η κινητήρια δύναμη μιας υγιούς οικονομίας.
Ετικέτες: Θρησκεία, Ελεύθερες Αγορές, Φιλοσοφία, Ιδιοκτησιακά δικαιώματα
Άρθρο του Μπέντζαμιν Γουίλιαμς, 24/12/2025.
Φανταστείτε έναν Πατέρα της Εκκλησίας του τέταρτου αιώνα να ταξιδεύει σε μια σύγχρονη συγκέντρωση για τον «χριστιανικό σοσιαλισμό». Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος - ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινούπολης με το «χρυσό στόμα» - πιθανότατα θα σόκαρε το πλήθος αρκετά. Ναι, αυτός ο παθιασμένος ιεροκήρυκας κατήγγειλε τους άκαρδους πλούσιους με όρους που θα έκαναν έναν οπαδό του Μαμντάνι να ζητωκραυγάζει. Κάποτε παρομοίασε τους πλούσιους που συσσωρεύουν χρήματα με «ληστές που παραμονεύουν στους δρόμους, κλέβοντας τους περαστικούς».
Αλλά, προτού οι δημοκρατικοί σοσιαλιστές ανάμεσά μας αρχίσουν να χειροκροτούν, ο Χρυσόστομος θα έσπευδε να προσθέσει ότι η κατάσχεση του χρυσού των πλουσίων με τη βία δεν είναι ο δρόμος προς τη δικαιοσύνη. Στην πραγματικότητα, η ηθική συλλογιστική του Χρυσοστόμου έρχεται σε άμεση αντίθεση με την κεντρική μέθοδο του σοσιαλισμού, δηλαδή την αναδιανομή που επιβάλλεται από το κράτος, προβάλλοντας ένα επιχείρημα αρετής και ηθικής υπέρ της εθελοντικής φιλανθρωπίας, έναντι της καταναγκαστικής ισότητας. Τα πανάρχαια κηρύγματά του φέρουν ένα αιχμηρό μήνυμα για το σήμερα: η επιβαλλόμενη «ισότητα» δεν είναι μόνο αναποτελεσματική, αλλά προκαλεί και ηθική βλάβη στην κοινωνία.
Ο Χρυσόστομος αντιμετώπισε το διαρκές χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών με ένθερμη συμπόνια. Κανείς δεν θα μπορούσε να τον κατηγορήσει για αδιαφορία απέναντι στη φτώχεια. Ωστόσο, έθεσε μια ευφυή ηθική γραμμή στην ιδέα της βίαιης αναδιανομής. Σε ένα βασικό του κήρυγμα, που διασώζεται στο βιβλίο «Περί Απλής Ζωής», διερωτάται ρητορικά αν θα πρέπει να προσφεύγουμε σε βασιλιάδες και πρίγκιπες για να διορθώσουμε την ανισότητα. Θα έπρεπε οι ηγεμόνες να κατάσχουν τον χρυσό του πλούσιου και να τον διανείμουν στους άπορους γείτονές του; Θα έπρεπε ο αυτοκράτορας να επιβάλει τόσο αυστηρούς φόρους ώστε οι πλούσιοι να υποβιβαστούν στο επίπεδο των φτωχών, μόνο και μόνο για να αναδιανείμει τα έσοδα σε όλους; Η απάντηση του Χρυσοστόμου είναι κατηγορηματική. «Η ισότητα που επιβάλλεται με τη βία», επιμένει, «δεν θα πετύχαινε τίποτα και θα προξενούσε πολύ κακό».
Αντί να αναβαθμίζει την κοινωνία, η καταναγκαστική μεταβίβαση του πλούτου θα έκανε τους πλούσιους δυσαρεστημένους και τους φτωχούς αχάριστους, ενώ παράλληλα θα διάβρωνε την ηθική ποιότητα και των δύο. Όταν ο πλούτος αποσπάται με την απειλή του σπαθιού από στρατιώτες, κανείς δεν διδάσκεται την ελεημοσύνη ή την ευγνωμοσύνη. Όπως το θέτει ο Χρυσόστομος, «ένα τέτοιο «δώρο» δεν θα προερχόταν από γεναιοδωρία». Τέτοιες μεταβιβάσεις δεν καλλιεργούν την αρετή. Αντικαθιστούν την αγάπη με τον καταναγκασμό. Αντί να συνδέει την κοινωνία μέσω της συμπόνιας, η αναγκαστική αναδιανομή «προκαλεί στην πραγματικότητα ηθική βλάβη», δημιουργώντας πικρία και διαβρώνοντας την καλή θέληση που μπορεί να δημιουργήσει από μόνη της η εθελοντική προσφορά.
«Η υλική δικαιοσύνη δεν μπορεί να επιτευχθεί με τον καταναγκασμό», υποστηρίζει ο Χρυσόστομος, επειδή καμία διαρκής ηθική αλλαγή δεν θα προκύψει από μια απλή έξωθεν αναδιάταξη. Η δικαιοσύνη, κατά την άποψή του, είναι θέμα σωστά προσανατολισμένων ψυχών. «Ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί η αληθινή δικαιοσύνη είναι πρώτα να αλλάξουμε τις καρδιές των ανθρώπων και στη συνέχεια θα μοιραστούν με χαρά τον πλούτο τους», συμβουλεύει. Με άλλα λόγια, μια δίκαιη κοινωνία πηγάζει από ενάρετα άτομα που ενεργούν από αγάπη, όχι από τεχνοκρατικά σχέδια που επιβάλλουν μια τεχνητή ισότητα. Αυτή είναι μια βαθιά ηθική κριτική του σοσιαλισμού avant la lettre (σ.σ. προφητική, μπροστά από την εποχή της). Δεν μπορείς να εξαναγκάσεις τους ανθρώπους να γίνουν καλοί. Η ελεημοσύνη δια της βίας δεν είναι διόλου ελεημοσύνη. Είναι μια αδικία τόσο για τον δότη όσο και για τον λήπτη.
Με την πρώτη ματιά, μπορεί να φαίνεται υπερβολικό το να συνδέσουμε έναν πατέρα της Εκκλησίας με την Αυστριακή Σχολή Οικονομικών. Ωστόσο, όταν μιλάμε για τον καταναγκασμό έναντι της ελευθερίας, ο Χρυσόστομος και οι Αυστριακοί είναι εντυπωσιακά ευθυγραμμισμένοι. Η κριτική του Χρυσοστόμου για την επιβεβλημένη ισότητα απηχεί αυτό που θα υποστήριζε ο Λούντβιχ φον Μίζες δεκαπέντε αιώνες αργότερα. Η κοινωνική συνεργασία και η ηθική ευθύνη ακμάζουν υπό την ελευθερία και μαραίνονται υπό τον κρατισμό. Ο Μίζες υποστήριξε, όπως είναι γνωστό, ότι η κοινωνία αντιμετωπίζει μια δύσκολη επιλογή: είτε την εθελοντική συνεργασία της αγοράς είτε την αποσύνθεση που προκαλεί ο σοσιαλιστικός καταναγκασμός. «Μια κοινωνία που επιλέγει μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού δεν επιλέγει μεταξύ δύο οικονομικών συστημάτων», έγραψε ο Μίζες. «Επιλέγει μεταξύ της κοινωνικής συνεργασίας και της αποσύνθεσης της κοινωνίας».
Ο Mises αποκάλυψε επίσης ένα μοιραίο ελάττωμα στην ηθική λογική του κρατισμού. Αν οι άνθρωποι είναι πολύ ηθικά αδύναμοι για να τους εμπιστευτεί κανείς την οικονομική ελευθερία, πώς μπορεί να τους εμπιστευτεί την συγκεντρωτική πολιτική εξουσία; Όπως παρατήρησε αφοπλιστικά, «Αν κάποιος απορρίπτει το laissez faire λόγω της αστοχίας και της ηθικής αδυναμίας του ανθρώπου, πρέπει για τον ίδιο λόγο να απορρίπτει και κάθε είδους κυβερνητική δράση». Ο Χρυσόστομος -με τη χριστιανική του κατανόηση για την αμαρτωλή φύση του ανθρώπου- θα συμφωνούσε εύκολα. Η παραχώρηση περισσότερης εξουσίας σε ατελείς ανθρώπους -είτε πρόκειται για αυτοκράτορες είτε για σοσιαλιστές σχεδιαστές- δεν αποτελεί συνταγή αρετής. Η ηθική ανάπτυξη απαιτεί την ελευθερία, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας να αποτύχει κανείς. Το κράτος δεν μπορεί να παίξει τον ρόλο του σωτήρα εδώ.
Οι σύγχρονοι οικονομικοί στοχαστές επανεξετάζουν όλο και περισσότερο τον ρόλο της αρετής στις ελεύθερες κοινωνίες, ενισχύοντας την άποψη του Χρυσοστόμου ότι η ηθική είναι η κινητήρια δύναμη μιας υγιούς οικονομίας. Οι οικονομολόγοι Virgil Storr και Ginny Choi, για παράδειγμα, αμφισβητούν τον ισχυρισμό ότι οι αγορές διαφθείρουν τον ηθικό χαρακτήρα. Αντ’ αυτού, δείχνουν ότι οι αγορές συχνά ανταμείβουν τη συνεργασία, την αξιοπιστία και την αμοιβαιότητα. Οι κοινωνίες της αγοράς, υποστηρίζουν, τείνουν να είναι υγιέστερες, πιο ευτυχισμένες και πιο κοινωνικά συνδεδεμένες, αποτελέσματα που είναι ηθικώς σημαντικά από μόνα τους. Οι αγορές είναι ένας «ηθικός χώρος», ένας χώρος που και εξαρτάται από την ενάρετη συμπεριφορά και την ενισχύει. Χωρίς ειλικρίνεια, τήρηση υποσχέσεων και σεβασμό στην ιδιοκτησία, οι αγορές καταρρέουν. Αυτή η εξάρτηση σημαίνει ότι οι αγορές καλλιεργούν σιωπηρά τις ίδιες αρετές που οι επικριτές των αγορών ισχυρίζονται ότι διαβρώνουν.
Η οικονομική ιστορικός Ντίρντρε ΜακΚλόσκεϊ έχει υποστηρίξει ένα συμπληρωματικό επιχείρημα. Ο αστικός καπιταλισμός, υποστηρίζει, δεν άκμασε παρά τις αρετές όπως η σύνεση, η δικαιοσύνη, η εγκράτεια, το θάρρος, η πίστη, η ελπίδα και η φιλανθρωπία. Άκμασε χάρη σε αυτές. Αυτές οι κλασικές αρετές είναι «κρίσιμες για την καπιταλιστική οικονομία»: τόσο την υποστηρίζουν όσο και ενισχύονται από αυτήν με την σειρά τους.
Ο Χρυσόστομος δεν γνώριζε όρους όπως «η τάξη της αγοράς» ή «το αόρατο χέρι», αλλά καταλάβαινε μια βαθύτερη αλήθεια. Η καλοσύνη δεν μπορεί να κατασκευαστεί με διατάγματα. Εναπόθεσε την πίστη του στο αργό, υπομονετικό έργο της ηθικής διαμόρφωσης. Αυτό που υπερασπίζονται σήμερα οι υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς δεν είναι η ηθική αδιαφορία, αλλά ο ηθικός ρεαλισμός. Η τάξη προκύπτει από την ελεύθερη ανθρώπινη δράση, όχι από την απειλή της βίας. Ο Χρυσόστομος το είδε αυτό καθαρά. Οι προσπάθειες να κατασκευαστεί η αρετή μέσω του εξαναγκασμού δεν αποφέρουν δικαιοσύνη. Αποφέρουν δυσαρέσκεια, εξάρτηση και ηθική παρακμή.








