Γιατί ο Χίτλερ λάτρευε την «κοινωνική δικαιοσύνη»
Όπως ο Καρλ Μαρξ, έτσι κι ο Χίτλερ έβλεπε τον κόσμο μέσα από τις δομές της οικονομικής «εξουσίας», θεωρώντας τους Εβραίους και την αστική τάξη ως προνομιούχους, που εμπόδιζαν την πρόοδο των υπολοίπων.
Ετικέτες: Σοσιαλισμός, Ιστορία
Άρθρο του Τζον Μίλτιμορ, δημοσιευμένο στις 16/5/2024 από το Foundation for Economic Education (FEE).
Τον Αύγουστο του 1920 στο Μόναχο, ένας νεαρός Αδόλφος Χίτλερ εκφώνησε μια από τις πρώτες δημόσιες ομιλίες του μπροστά σε ένα πλήθος περίπου 2.000 ατόμων.
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, η οποία διήρκεσε σχεδόν δύο ώρες και διακόπηκε σχεδόν 60 φορές από τις ζητωκραυγές, ο Χίτλερ έθιξε ένα θέμα το οποίο θα επαναλάμβανε σε μελλοντικές ομιλίες του, δηλώνοντας πως δεν πίστευε ότι «ποτέ στη γη δεν θα μπορούσε να επιβιώσει ένα κράτος με διαρκή εσωτερική υγεία, εάν δεν βασιζόταν στην εσωτερική κοινωνική δικαιοσύνη».
Αυτή ήταν μια από τις πρώτες φορές που ο Χίτλερ μίλησε δημόσια για την κοινωνική δικαιοσύνη—ίσως η πρώτη φορά.
Στο πρόσφατο βιβλίο του Ο Εθνικοσοσιαλισμός του Χίτλερ, ο Ράινερ Ζίττελμαν ξεκαθαρίζει ότι η «κοινωνική δικαιοσύνη» ( sociale Gerechtigkeit ) ήταν κεντρική έννοια των κοινωνικών στόχων του Χίτλερ.
Το τι ακριβώς εννοούσε ο Χίτλερ με τον όρο «κοινωνική δικαιοσύνη» δεν είναι εύκολα κατανοητό, οπότε ίσως είναι καλύτερα πρώτα να καταλάβουμε τι δεν εννοούσε ο Χίτλερ. Ο Χίτλερ δεν ενδιαφερόταν για ένα κράτος ή μια κοινωνία που απλώς θα αντιμετώπιζε τους ανθρώπους ισότιμα, ή ένα κράτος που απλώς θα άφηνε τα άτομα στην ησυχία τους.
Κάτι τέτοιο δεν θα επιτύγχανε την κοινωνική αλλαγή που επιζητούσε. Όπως κι ο Καρλ Μαρξ, ο Χίτλερ έβλεπε τον κόσμο μέσα από δομές εξουσίας, και οι επικρατούσες δομές εξουσίας καθιστούσαν πολύ δύσκολο για όλους τους Γερμανούς να ανέλθουν, κατά την άποψή του.
Ο Ζίττελμαν ξεκαθαρίζει ότι ο Χίτλερ μιλούσε πολύ για έννοιες όπως η κοινωνική κινητικότητα και η αξιοκρατία. Οι ομιλίες του περιέχουν φράσεις που μιλούν για ένα γερμανικό κράτος «στο οποίο οι συνθήκες της γέννησης δεν σημαίνουν τίποτα και τα επιτεύγματα κι οι ικανότητες είναι το παν». Ο Ότο Ντίτριχ, ο επί μακρόν υπεύθυνος Τύπου του Χίτλερ, σημείωσε ότι ο Χίτλερ υποστήριζε «την κατάργηση όλων των προνομίων» και ένα «αταξικό» κράτος.
Για το σκοπό αυτό, ο Χίτλερ εξέφρασε την επιθυμία του «να γκρεμίσει όλα τα κοινωνικά εμπόδια στη Γερμανία χωρίς ενδοιασμούς», όπως εξήγησε σε μια συνομιλία του το 1942 με τον Ολλανδό εθνικοσοσιαλιστή ηγέτη Anton Mussert.
Με άλλα λόγια, τα προνόμια ήταν τόσο διάχυτα στη Γερμανία, που ο Χίτλερ θα τα ξερίζωνε καταστρέφοντας ολόκληρη την ταξική δομή.
«Ρίξτε τα τείχη που διαχωρίζουν τις τάξεις»
Αν κάτι από αυτά ακούγεται οικείο, δεν κάνετε λάθος.
Η κοινωνική δικαιοσύνη είναι μια ιδέα που ακούν οι Αμερικανοί σχεδόν καθημερινά. Επαινείται στα πανεπιστήμια και υποστηρίζεται κατά τη διάρκεια των ποδοσφαιρικών αγώνων NFL. Ακούμε τις λέξεις «κοινωνική δικαιοσύνη» από τα χείλη των πολιτικών, καθώς και στις τηλεοπτικές διαφημίσεις.
Για να είμαι σαφής, δεν υπονοώ ότι οι σημερινοί υποστηρικτές της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι Ναζί. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι περιφρονούν τον Χίτλερ και τις ιδέες του, όπως θα έπρεπε να κάνουμε όλοι μας. Λέω όμως ότι οι σημερινοί υποστηρικτές της κοινωνικής δικαιοσύνης μοιράζονται ένα σημαντικό χαρακτηριστικό με τον Χίτλερ: Την εμμονή με τις κοινωνικές τάξεις.
Αυτό δεν θα πρέπει να αποτελεί μεγάλη έκπληξη. Η τάξη είναι κάτι καθοριστικό σε όλες σχεδόν τις διαφορετικές εκδοχές του σοσιαλισμού: του κομμουνισμού, του εθνικοσοσιαλισμού, του δημοκρατικού σοσιαλισμού, του περονισμού κ.λπ.
Στην παραδοσιακή μαρξιστική θεωρία, το καπιταλιστικό στάδιο της ιστορίας αποτελείται κυρίως από δύο τάξεις: την αστική τάξη (τους καπιταλιστές, που κατέχουν «τα μέσα παραγωγής») και το προλεταριάτο (τους εργάτες). Για τον Μαρξ, ο ταξικός ανταγωνισμός ήταν η κινητήρια δύναμη της ιστορίας και οι μαθητές του συμμερίζονται αυτήν την άποψη.
Ο ορισμός της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι λίγο δύσκολος, αλλά μπορεί κανείς να διακρίνει την ιδέα ότι οι τάξεις πρέπει να ξεριζωθούν.
«Η κοινωνική δικαιοσύνη είναι η δικαιοσύνη σε σχέση με μια δίκαιη ισορροπία στην κατανομή του πλούτου, των ευκαιριών και των προνομίων μέσα σε μια κοινωνία, όπου τα δικαιώματα των ατόμων αναγνωρίζονται και προστατεύονται», εξηγεί η Wikipedia.
Αυτό ακούγεται λογικό. Επικαλείται την ενστικτώδη πεποίθησή μας ότι η κοινωνία πρέπει να είναι δίκαιη. Σε ποιον αρέσουν σε τελική ανάλυση τα «προνόμια»; Ποιος δεν θέλει μια πιο ισότιμη κοινωνία;
Πράγματι, αυτό ακριβώς τόνιζε ο Χίτλερ στις ομιλίες του: Την δημιουργία «ίσων ευκαιριών» στην κοινωνία. Εξετάστε αυτές τις παρατηρήσεις του Φύρερ τον Φεβρουάριο του 1942:
«Τρία πράγματα είναι ζωτικής σημασίας σε κάθε εξέγερση: Να γκρεμίσει τα τείχη που χωρίζουν τις τάξεις μεταξύ τους, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την πρόοδο για όλους. Να δημιουργήσει ένα γενικό επίπεδο ζωής κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ακόμη και ο πιο φτωχός να έχει το ασφαλές ελάχιστο για την διαβίωσή του. Επιτέλους να φτάσουμε στο σημείο όπου όλοι μπορούν να μοιραστούν τις ευλογίες του πολιτισμού.»
Το πρόβλημα με τους σκοπούς και τα μέσα
Κατά μία έννοια, δεν υπάρχει τίποτα εγγενώς λανθασμένο σε πολλούς από τους στόχους που επιδιώκουν οι υποστηρικτές της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεν υπάρχει τίποτα εγγενώς καλό σχετικά με τα «προνόμια» ή την συγκέντρωση πλούτου. Το πρωταρχικό πρόβλημα είναι ένα από τα μέσα.
Οι υποστηρικτές της κοινωνικής δικαιοσύνης -τότε και τώρα- τείνουν να επιδιώκουν να επιλύσουν αυτό που θεωρούν ως δομικές ανισότητες στην κοινωνία με ανελεύθερα και καταναγκαστικά μέσα. Στην πιο βασική τους μορφή, σημαίνουν να παίρνεις από αυτούς που έχουν περισσότερα (τους προνομιούχους) και να τα δίνεις σε αυτούς που έχουν λιγότερα.
Για τον Χίτλερ, αυτό σήμαινε την δήμευση της περιουσίας των πλουσιότερων (των πιο προνομιούχων) μελών της κοινωνίας του: των Εβραίων. Η δήμευση του πλούτου ξεκίνησε σοβαρά αφότου ο Χίτλερ εξέδωσε ένα διάταγμα («Διάταγμα για την Αναφορά της Εβραϊκής Ιδιοκτησίας») τον Απρίλιο του 1938, που απαιτούσε από τους Εβραίους να καταχωρήσουν τον πλούτο τους στο κράτος.
Τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα μπορεί να είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης ευημερίας, αλλά δεν αποδείχτηκαν ιδιαιτέρως χρήσιμα για τους Εβραίους, που βρέθηκαν να αποτελούν το εμπόδιο στην προσπάθεια του Φύρερ να επιτύχει την κοινωνική δικαιοσύνη στη Γερμανία.
Μια τέτοια πολιτική θα ήταν παράνομη στις Ηνωμένες Πολιτείες, φυσικά, και κάτι που ελάχιστοι υποστηρικτές της κοινωνικής δικαιοσύνης σήμερα θα υποστήριζαν ποτέ. Ωστόσο, πολλοί έχουν δείξει μια προθυμία να χρησιμοποιήσουν το κράτος με σκοπό να «ισιώσουν τον αγωνιστικό χώρο» με πιο λεπτές μεθόδους, συμπεριλαμβανομένης της παράνομης διανομής κρατικών επιχορηγήσεων με βάση την φυλή.
Πράγματι, ίσως το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της κοινωνικής δικαιοσύνης σήμερα είναι τα ανελεύθερα μέσα που χρησιμοποιούνται για την προώθηση της. Πριν από περισσότερο από μισό αιώνα, ο νομπελίστας οικονομολόγος Φρίντριχ Χάγιεκ παρατήρησε το παράδοξο της κοινωνικής δικαιοσύνης, που επιδιώκει να δημιουργήσει μια πιο ισότιμη κοινωνία αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους με άνισο τρόπο:
«Η κλασική απαίτηση είναι ότι το κράτος πρέπει να αντιμετωπίζει όλους τους ανθρώπους ισότιμα, παρά το γεγονός ότι είναι πολύ άνισοι. Δεν μπορεί κανείς να συμπεράνει από αυτό ότι, επειδή οι άνθρωποι είναι άνισοι θα πρέπει να τους φέρεται άνισα για να τους κάνει ίσους. Και η κοινωνική δικαιοσύνη αυτό σημαίνει. Είναι η απαίτηση το κράτος να μεταχειρίζεται τους ανθρώπους διαφορετικά, για να τους τοποθετήσει στην ίδια θέση [...] Το να κάνει τους ανθρώπους ίσους, ως στόχος της κυβερνητικής πολιτικής, θα ανάγκαζε το κράτος να μεταχειρίζεται τους ανθρώπους πραγματικά πολύ άνισα.»
Ο Χάγιεκ πίστευε ότι η άνιση μεταχείριση των ανθρώπων ήταν ένα απαραίτητο συστατικό της κοινωνικής δικαιοσύνης και τα πρόσφατα ιστορικά γεγονότα έχουν αποδείξει ότι είχε δίκιο.
Εφόσον η κοινωνική δικαιοσύνη ήταν κεντρικής σημασίας για τους στόχους του, ο Χίτλερ δεν μπορούσε να μεταχειριστεί τους Εβραίους, την αστική τάξη και άλλες προνομιούχες τάξεις, όπως όλους τους άλλους. Μόνο με την κατάργηση των «προνομίων» θα μπορούσε να απελευθερώσει τον γερμανικό λαό, υποστήριζε, και να προωθήσει την κοινωνική πρόοδο.
«Αν θέλουμε να οικοδομήσουμε μια αληθινή εθνική κοινότητα, αυτό μπορούμε να το κάνουμε μόνο στη βάση της κοινωνικής δικαιοσύνης», είπε σε μια ομιλία του το 1925.
Ομοίως, οι υποστηρικτές της κοινωνικής δικαιοσύνης του 21ου αιώνα δεν μπορούν να επιφέρουν την κοινωνική αλλαγή προωθώντας την ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα, ανεξάρτητα από τη φυλή ή το φύλο τους. Αν διαβάσατε τον Robin DiAngelo (συγγραφέας του White Fragility) και τον Özlem Sensoy, ο οποίος συνέγραψε το βιβλίο Είναι στ’ αλήθεια όλοι ίσοι; Μια Εισαγωγή στις Βασικές Έννοιες στην Εκπαίδευση για την Κοινωνική Δικαιοσύνη, είναι σαφές ότι δεν ενδιαφέρονται να μεταχειριστούν ισότιμα τους ανθρώπους.
Για τον DiAngelo, η προνομιούχα τάξη στην Αμερική είναι οι λευκοί άνθρωποι, όλοι τους γεννήθηκαν «σε μια φυλετική ιεραρχία», ένα κοινωνικοοικονομικό σύστημα που είναι ρατσιστικό και πρέπει να διαλυθεί.
«Αυτό το σύστημα της δομικής εξουσίας χαρίζει προνόμια, συνενώνει και εξυψώνει τους λευκούς ως σύνολο», λέει ο DiAngelo.
Το πώς ακριβώς πρέπει να επιτευχθεί η κοινωνική ισότητα είναι ασαφές, αλλά είναι ασφαλές να πούμε ότι ο DiAngelo δεν πιστεύει ότι η πορεία προς την ισότητα θα επιτευχθεί με το να αποδεχτούμε την ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι είναι μοναδικά άτομα, που αξίζουν ίση μεταχείριση, ή χωρίς την χρήση της εξουσίας του κράτους .
Το λάθος που κάνει ο DiAngelo και πολλοί άλλοι υποστηρικτές της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι συνηθισμένο στη σύγχρονη εποχή. Δίνουν προτεραιότητα στους σκοπούς που επιζητούν έναντι των μέσων που χρησιμοποιούν.
Ο φιλόσοφος και ιδρυτής του FEE, Leonard Read, κατάλαβε την ανοησία αυτής της προσέγγισης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, στο βιβλίο του Let Freedom Reign το 1969, ο Read υποστήριξε ότι μια «αυστηρή ματιά» στα μέσα που χρησιμοποιούμε είναι πολύ πιο σημαντική από τους σκοπούς που επιδιώκουμε:
Οι στόχοι, οι σκοποί δεν είναι παρά η ελπίδα για τα πράγματα που θα έρθουν… όχι η πραγματικότητα… από την οποία μπορούν να ληφθούν με ασφάλεια τα πρότυπα για την σωστή συμπεριφορά… Πολλές από τις πιο τερατώδεις πράξεις στην ανθρώπινη ιστορία έχουν διαπραχθεί στο όνομα του να κάνουμε το καλό—στην επιδίωξη κάποιου «ευγενούς» στόχου. Απεικονίζουν την πλάνη ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.
Ο Χίτλερ, φυσικά, διαφωνούσε.
Δεν ανησυχούσε για τα μέσα. Αυτά δικαιώνονταν πλήρως (στο μυαλό του) από τους σκοπούς που επεδίωκε. Και το μεγαλεπήβολο όραμά του για την «κοινωνική δικαιοσύνη» στη Γερμανία είχε, πολύ βολικά, ένα πλεονέκτημα: Του επέτρεψε να χρησιμοποιήσει την τεράστια ισχύ του κράτους για να «διορθώσει» τις ανισότητες στη γερμανική κοινωνία, η οποία είχε γίνει εστία δυσαρέσκειας και παρακμής, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τα πολλά χρόνια του υπερπληθωρισμού.