Ένας φόρος που μπορώ να υποστηρίξω!
Όσοι ασκούν το «δικαίωμά» τους να ψηφίζουν επωμίζονται επίσης το τίμημα για το γεγονός ότι ψηφίζουν. Με άλλα λόγια, η φορολογική βάση αποτελείται αποκλειστικά και μόνο από όσους ψήφισαν στις εκλογές.
Ετικέτες: Φόροι και δαπάνες, Κράτος, Δημοκρατία
21/10/2015 • Άρθρο του Per Bylund
Είτε το πιστεύετε είτε όχι, υπάρχει ένας φόρος που θα μπορούσα να υποστηρίξω ως φιλελεύθερος. Στην πραγματικότητα, είναι ένας φόρος που θα ήθελα να δω να εφαρμόζεται. Διότι διορθώνει το πρόβλημα των υποχρηματοδοτούμενων κρατικών προϋπολογισμών και ευθυγραμμίζει επίσης τον εκλογικό πληθυσμό με το ρίσκο να «επενδύσει» στην κυβέρνησή του. Με την αντικατάσταση του υφιστάμενου φορολογικού κώδικα από αυτόν τον έναν φόρο, τα προβλήματα των κινήτρων με την κυβέρνηση επιλύονται ουσιαστικά.
Ορίστε η αρχή πίσω από το σκεπτικό: όσοι ασκούν το «δικαίωμά» τους να ψηφίζουν επωμίζονται επίσης το τίμημα για το γεγονός ότι ψηφίζουν. Με άλλα λόγια, η φορολογική βάση αποτελείται αποκλειστικά και μόνο από όσους ψήφισαν στις εκλογές. Η ψήφος, με άλλα λόγια, όχι μόνο σας παρέχει το «δικαίωμα» να «επιλέξετε» την κυβέρνησή σας, αλλά σας κλειδώνει ως εταίρο σε αυτήν μέχρι τις επόμενες εκλογές.
Αντί για έναν ενιαίο (ισόποσο) φόρο για όλους, που θα ανάγκαζε τους φτωχούς και τους καταναλωτές φόρων να μην ψηφίζουν, οραματίζομαι αυτόν τον φόρο ως αναλογικό ποσοστό του ετήσιου εισοδήματος. Αν λοιπόν ψηφίζετε και ο κρατικός προϋπολογισμός είναι το 75% του συνολικού εισοδήματος του τμήματος του πληθυσμού που ψήφισε (σ.σ. όχι απαραίτητα το κυβερνών κόμμα), τότε ο φορολογικός συντελεστής είναι 75%. Επομένως, η κυβέρνηση δεν μπορεί να ξοδέψει περισσότερα χρήματα από αυτά που έχουν στην πραγματικότητα εκείνοι που την υποστηρίζουν. Ο προϋπολογισμός πρέπει υποχρεωτικά να εξισορροπεί τα έσοδα και τις δαπάνες, αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα όταν ο πληθυσμός ζει πέρα από τις δυνατότητές του (δηλαδή, όταν η κυβέρνηση ξοδεύει περισσότερο από το 100% του εισοδήματος των ψηφοφόρων) : ο φόρος μπορεί απλώς να αυξηθεί.
Συχνά ακούμε να λένε πως οι πλούσιοι δεν πληρώνουν το «μερίδιο» τους, αλλά αυτό το σύστημα θα έλυνε το πρόβλημα. Και είναι πιθανό και οι προοδευτικοί να υποστηρίξουν αυτήν την ιδέα, καθώς όσοι δεν έχουν εισόδημα μπορούν να ψηφίσουν χωρίς κανέναν κίνδυνο για το δικό τους κεφάλαιο. Μπορούν πραγματικά να ψηφίσουν για να πάρουν το «μερίδιο» τους από τον πλούτο των εύπορων (τουλάχιστον, αυτών που -ψηφίζοντας- είναι μέσα στο σύστημα). Έτσι το σύστημα αυτό αναδιανέμει το εισόδημα των ψηφοφόρων με τρόπο «δίκαιο» (βλέπε: παίρνεις αυτό που σου αξίζει).
Φυσικά, εμείς οι υπόλοιποι -εμείς, οι μη ψηφοφόροι- δεν θα υποκείμεθα σε φορολογία. Μολονότι μπορεί να μας κατηγορήσουν για «λαθρεπιβίβαση» (σ.σ. για χρήση κρατικών υπηρεσιών που δεν εξαναγκαστήκαμε να χρηματοδοτήσουμε), είναι εύκολο για την κυβέρνηση απλώς να εγκαταλείψει την κατασκευή δρόμων, εάν είναι πολύ δαπανηρή.
Οι ψηφοφόροι αποφασίζουν επιλέγοντας τους υποψηφίους κυβερνώντες που υπόσχονται να ξοδέψουν τα χρήματά τους (δηλαδή των ψηφοφόρων) σε συνετά πράγματα. Αν οι κυβερνώντες δαπανούν αυτά τα χρήματα σε μη αποκλειστικά αγαθά (σ.σ. σε αγαθά που η χρήση τους δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο σε όσους τα χρηματοδότησαν, όπως λ.χ. η αντιπυραυλική άμυνα), τότε αυτό είναι δικό τους πρόβλημα και των ψηφοφόρων τους. Είναι θέμα γενναιοδωρίας προς τους φτωχούς που δεν ψηφίζουν, καθώς και ανάλυσης κόστους-οφέλους: πόσο πραγματικά σημαντικό είναι για αυτούς τους ανθρώπους να χρηματοδοτούν το κρατικό σύστημα αυτοκινητοδρόμων; Εάν δεν είναι αρκετά πολύτιμο, ίσως η κυβέρνηση θα πρέπει να βγει από αυτόν το τομέα εντελώς (ιδιωτικοποίηση, δηλαδή).
Να λοιπόν ένας φόρος που θα έλυνε τα περισσότερα από τα πραγματικά δύσκολα προβλήματα της σύγχρονης δημοκρατίας. Οι φόροι θα χρησιμοποιούνται όπου χρειάζονται, και για να έχεις φωνή πρέπει να βάλεις τα χρήματά σου σε όσα υποστηρίζεις με τα λόγια σου (‘‘put your money where your mouth is’’). Κατά συνέπεια, η κυβέρνηση θα ήταν πιο νόμιμη, αφού οι υπηρεσίες της θα παρέχονταν μόνο σε όσους ψηφίζουν: δηλαδή σε αυτούς που υποστηρίζουν το κράτος αρκετά ώστε να το πληρώνουν, και σε αυτούς που δεν έχουν εισόδημα και θέλουν κρατικές επιδοτήσεις. Ο δεσμός μεταξύ λήπτη αποφάσεων και υπηκόου... ε... ψηφοφόρου γίνεται επίσης ισχυρότερος.
Απελευθερώνει επίσης τις επιχειρηματικές δυνάμεις του πληθυσμού που ψηφίζει, καθώς τα κίνητρά τους θα ήταν όμορφα ευθυγραμμισμένα με τα αληθινά τους συμφέροντα - και με τα τραπεζικά τους βιβλιάρια. Με άλλα λόγια, θα ψήφιζαν για αυτό που πραγματικά θέλουν και που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν, όχι απλώς για αυτό που μοιάζει ή ακούγεται καλό. Και αν δεν υπάρχει τίποτα αρκετά καλό διαθέσιμο, υπάρχει πάντα η επιλογή να μην ψηφίσετε και επομένως να μην χρειαστεί να πληρώσετε για αυτό.
Φυσικά, κάποιος μπορεί να πει ότι δεν πρόκειται για πραγματική φορολογία, επειδή οι άνθρωποι έχουν την επιλογή να εξαιρεθούν. Και αυτό είναι αλήθεια, στέκομαι με το ένα πόδι στην Ονειροχώρα. Τι θα ήταν το κράτος χωρίς την δυνατότητά του να μας εξαναγκάζει όλους, είτε το θέλουμε είτε όχι; Θα ήταν ένας άλλος κόσμος.
[Πηγή άρθρου: A Tax I Can Support]








