Διαγράφοντας το κράτος: Το ρέκβιεμ μιας ψευδαίσθησης
Είναι απαραίτητο το κράτος; Στην στήλη «Φιλοσοφία της Παρασκευής», ο David Gordon ακολουθεί το επιχείρημα του συγγραφέα Aeon Skoble ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε και χωρίς το κράτος.
Ετικέτες: Αναρχοκαπιταλισμός, Μεγάλο κράτος, Φιλελευθερισμός, Φιλοσοφία, Ελαχισταρχία
13/3/2026 • Άρθρο του David Gordon για το Mises Institute.
[ Deleting the State: Requiem for an Illusion, του Aeon J. Skoble (Εκδόσεις Independent Institute, 2026, 134 σελ.) ]
Το βιβλίο «Διαγράφοντας το Κράτος» δημοσιεύτηκε αρχικά το 2008 και είχα δημοσιεύσει μια κριτική για αυτό λίγο αργότερα, αλλά η ευπρόσδεκτη επανέκδοσή του μου προσφέρει την ευκαιρία να αποκαταστήσω μια αδικία. Στην προηγούμενη κριτική μου, επικεντρώθηκα σε μια διαφορά ερμηνείας με τον Σκόμπλε σχετικά με την ερμηνεία του ελάχιστου κράτους από τον Ρόμπερτ Νόζικ στο βιβλίο «Αναρχία, Κράτος και Ουτοπία» και ως εκ τούτου δεν απέδωσα δικαιοσύνη στα κύρια επιχειρήματα του βιβλίου. (Ο Σκόμπλ έχει την καλοσύνη να αναφερθεί σε αυτή τη διαφορά ερμηνείας στον «Επίλογο» της παρούσας έκδοσης του βιβλίου).
Οι φιλελεύθεροι φιλόσοφοι είναι δυσεύρετοι μεταξύ των αναλυτικών φιλοσόφων, και το να βρεις κάποιον που απορρίπτει το ελάχιστο κράτος είναι πραγματικά ασυνήθιστο. Ο Σκόμπλ πάντως είναι αυθεντική περίπτωση: είναι διακεκριμένος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Bridgewater State εδώ και πολλά χρόνια.
Η παρούσα έκδοση του βιβλίου «Διαγράφοντας το Κράτος» αποτελείται από έναν πρόλογο για την δεύτερη έκδοση, το κείμενο του βιβλίου —που ανατυπώθηκε αμετάβλητο από την πρώτη έκδοση— και έναν επίλογο για την δεύτερη έκδοση. Στη συνέχεια, θα σχολιάσω ορισμένα ενδιαφέροντα σημεία.
Κύριος στόχος του βιβλίου είναι να εξετάσει αυτό το επιχείρημα:
1. Αν είναι καλό για τους ανθρώπους να είναι ελεύθεροι, τότε η πολιτική εξουσία είναι αθέμιτη.
2. Είναι καλό για τους ανθρώπους να είναι ελεύθεροι.
3. Επομένως, η πολιτική εξουσία είναι αθέμιτη.
Δίνοντας έμφαση στην πολιτική εξουσία, ο Σκόμπλ επιθυμεί να τονίσει ότι δεν είναι αφοσιωμένος στην άρνηση κάποιων άλλων ειδών εξουσίας, όπως η εξουσία ενός δασκάλου πάνω στους μαθητές του ή η εξουσία των γονέων πάνω στα παιδιά τους.
Με ποιον τρόπο ασκεί πίεση αυτό το επιχείρημα στους υποστηρικτές του ελάχιστου κράτους; Επειδή εκείνοι αναγνωρίζουν ότι η πολιτική εξουσία είναι κακή γιατί εξαναγκάζει τους ανθρώπους, αλλά την υποστηρίζουν ούτως ή άλλως. Δεν αρνούνται ότι ο εξαναγκασμός είναι κακός και ότι η πολιτική εξουσία βασίζεται στον εξαναγκασμό - αν, για παράδειγμα, αρνηθείτε να πληρώσετε τους φόρους σας, οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης θα σας αναγκάσουν να το κάνετε - αλλά πιστεύουν ότι πρέπει να υποστηρίζουν την πολιτική εξουσία παρά ταύτα, γιατί διαφορετικά, η κοινωνία θα κατέρρεε.
Οι υποστηρικτές του ελάχιστου κράτους το θεωρούν «αναγκαίο κακό» και ο Σκόμπλ αναφέρει αρκετούς από αυτούς. Είναι κακό όχι μόνο επειδή εξαναγκάζει τους ανθρώπους να υπακούουν στον (οποιοδήποτε) νόμο, αλλά και επειδή τους υποχρεώνει να πληρώνουν φόρους για να υποστηρίζουν τις δραστηριότητές του. Επιπλέον, δεδομένου ότι το κράτος ισχυρίζεται ότι είναι ο τελικός κριτής για το πότε είναι νομικά επιτρεπτή η χρήση βίας, εμποδίζει τους ανθρώπους να ιδρύσουν ανταγωνιστικές υπηρεσίες προστασίας, μολονότι η πράξη τους αυτή δεν παραβιάζει τα δικαιώματα κανενός.

Γιατί, λοιπόν, οι φιλελεύθεροι υπέρμαχοι του ελάχιστου κράτους υποστηρίζουν τον καταναγκασμό που ενέχει ένα ελάχιστο κράτος; Γιατί δεν φτάνουν μέχρι τέλους σε μια λύση «καθόλου κράτους»; (Οι αναγνώστες θα έχουν παρατηρήσει ότι απέφυγα τη λέξη «αναρχισμός» εξηγώντας τη θέση του Σκόμπλ. Αυτό συμβαίνει επειδή πιστεύει ότι η λέξη υποδηλώνει στο κοινό τόσο το χάος όσο και τη χρήση βίας, αμφότερα εκ των οποίων θέλει να διαφοροποιήσει από τη δική του άποψη).
Το κοινό το κάνει αυτό εξαιτίας αυτού που αποκαλεί «ο φόβος του Χόμπς». Ελλείψει κράτους, οι άνθρωποι θα επιδιώξουν να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους και δεν θα είναι σε θέση να συνεργαστούν επαρκώς για να δημιουργήσουν ένα σύστημα στο οποίο θα μπορούν να επωφεληθούν από το εθελούσιο εμπόριο και τον καταμερισμό της εργασίας. Το κράτος γίνεται έτσι ένα «αναγκαίο κακό», δηλαδή, παρά τα κακά χαρακτηριστικά καταναγκασμού του, όπως περιγράφονται παραπάνω, πρέπει να το ανεχθούμε.
Με άλλα λόγια, ο Σκόμπλ φαντάζεται τους ελαχισταρχικούς να σκέφτονται: «Μακάρι ο αναρχισμός -αν μου επιτρέπετε να χρησιμοποιήσω την αμφισβητούμενη λέξη- να μπορούσε να λειτουργήσει, τα πράγματα θα ήταν υπέροχα, αλλά δυστυχώς δεν θα μπορούσε». Παραθέτει αρκετούς ελαχισταρχικούς που έχουν ακριβώς αυτήν την άποψη. Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι Γιαν Νάρβεσον, Τίμπορ Μάχαν και Ρόμπερτ Νόζικ. (Όπως ανέφερα νωρίτερα, διαφωνώ μαζί του για τον Νόζικ, αλλά αναγνωρίζω ότι υπάρχει ένα καλό επιχείρημα υπέρ της ερμηνείας του).
Γιατί όμως πιστεύουν ότι δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει; Παραδέχονται εύκολα ότι οι άνθρωποι θα ήταν σε καλύτερη θέση αν συνεργάζονταν μεταξύ τους, αλλά υπάρχει ισχυρό κίνητρο να μην το κάνουν. Δεν μπορούν να εμπιστευτούν ο ένας τον άλλον ότι θα εκπληρώσουν τους όρους οποιασδήποτε συμφωνίας που θα έκαναν με σκοπό την συνεργασία τους. Με τους γνωστούς όρους του Διλήμματος του Φυλακισμένου, η αποστασία επικρατεί έναντι της συνεργατικής λύσης.
Στο κεφάλαιο «Αμβλύνοντας τον Φόβο του Χομπς», ο Σκόμπλ απαντά σε αυτόν τον ισχυρισμό σχετικά με το Δίλημμα του Φυλακισμένου. Υποστηρίζει ότι η φιλοσοφία θα πρέπει να παρακολουθεί τις εξελίξεις στη θεωρία παιγνίων, την ιστορία, την οικονομία του δικαίου και την ιστορία - εν συντομία, η φιλοσοφία πρέπει να είναι εμπειρική και όχι καθαρά a priori. Αν η φιλοσοφία το κάνει αυτό, αποδεικνύεται ότι οι συνεργατικές στρατηγικές έχουν καλές πιθανότητες να λειτουργήσουν. Ο λόγος για αυτό είναι πως οι άνθρωποι γνωρίζουν, ή τουλάχιστον έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν, ότι θα αλληλεπιδρούν συχνά με το ίδιο σύνολο ανθρώπων στην κοινωνία τους. Όσον αφορά τη θεωρία παιγνίων, θα βρίσκονται σε ένα «επαναλαμβανόμενο» Δίλημμα του Φυλακισμένου και όχι σε ένα «άπαξ» δίλημμα.
Όσοι βρίσκονται υπό την επιρροή του φόβου του Χομπς πιστεύουν ότι ο επαναλαμβανόμενος χαρακτήρας του Διλήμματος του Φυλακισμένου δεν θα αλλάξει τα πράγματα — οι άνθρωποι θα εξακολουθούν να μην εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον, ακόμα κι αν γνωρίζουν ότι θα αλληλεπιδρούν μαζί τους επανειλημμένα — αλλά ένας συνδυασμός θεωρητικής και εμπειρικής εργασίας δείχνει ότι αυτό δεν ισχύει. Συγκεκριμένα, ο Robert Axelrod επινόησε μια στρατηγική που ονομάζεται Tit for Tat, στην οποία οι παίκτες σε επαναλαμβανόμενα διλήμματα απαντούν σε αυτό που έχουν κάνει οι άλλοι παίκτες για να αποφασίσουν αν θα συνεργαστούν, και αυτή η στρατηγική καταρρίπτει την πολιτική της συνεχούς άρνησης συνεργασίας. Μια άλλη στρατηγική που ονομάζεται «Pavlov» τα πάει ακόμα καλύτερα.
Η εμπειρική υποστήριξη για αυτά τα μοντέλα δεν περιορίζεται σε τουρνουά μεταξύ ανταγωνιστικών προγραμμάτων υπολογιστών, αλλά για περισσότερες λεπτομέρειες, οι αναγνώστες θα πρέπει να συμβουλευτούν το βιβλίο. Ένα παράδειγμα επιτυχημένης κοινωνίας χωρίς κράτος είναι η μεσαιωνική Ισλανδία, την οποία πραγματεύονται τόσο ο Murray Rothbard όσο και ο David Friedman.
Ακόμα κι αν ο Σκόμπλ έχει δίκιο σχετικά με την πιθανότητα συνεργασίας χωρίς κράτος, δεν είναι άραγε το πρόγραμμά του ανέφικτο; Οι άνθρωποι δεν θα αποδεχτούν ποτέ μια κοινωνία χωρίς κράτος. Η απάντηση του Σκόμπλ είναι ότι αν αυτό ισχύει, θα ισχύει επειδή οι άνθρωποι αποδέχονται μια αμφισβητήσιμη ιδεολογία:
Ακόμα και σήμερα, κάθε επέκταση της κρατικής εξουσίας, ακόμη και όταν αντιμετωπίζει αντίσταση από ορισμένους κύκλους, έχει ως βάση έναν ευρέως αποδεκτό (και γενικά ανεξέταστο) ισχυρισμό ότι είναι ταυτόχρονα απαραίτητη και σωστή... Σήμερα, τα (σ.σ. αβάσιμα) επιχειρήματα περί αποτυχίας της αγοράς και «σιωπηρής συναίνεσης» έχουν πάρει τη θέση των (σ.σ. εξίσου αβάσιμων) θεωριών του θείου δικαιώματος των βασιλιάδων.
Οφείλουμε να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να προωθήσουμε ένα πλήρως φιλελεύθερο πρόγραμμα που, αν δεν είναι η παντοτινή αλήθεια, είναι τουλάχιστον η αλήθεια για αυτόν τον αιώνα*.
(*Λογοπαίγνιο με το μικρό όνομα του συγγραφέα, Aeon.)
[ Πηγή άρθρου: Deleting the State: Skoble’s Deleter ]









