Το ελάχιστο κράτος: κρατισμός με χαμηλά λιπαρά
Όπως ήδη γνωρίζουμε από την μελέτη της ιστορίας, ακόμη και τα λεγόμενα περιορισμένα κράτη αναπτύσσονται πάντοτε πέρα από τα αρχικά τους όρια. Και κατόπιν αναπτύσσονται έτι περαιτέρω.
Ετικέτες: Αναρχοκαπιταλισμός, Νομικό Σύστημα, Πλειονοκρατία, Ελαχισταρχία
Άρθρο του Per Bylund, δημοσιευμένο στις 4/11/2025. Μπορείτε να ακούσετε το παρακάτω κείμενο μέσω της εφαρμογής του Substack για κινητά.
[σ.σ. : Ο όρος ελαχισταρχία σημαίνει ότι το κράτος περιορίζεται αποκλειστικά στις θεωρούμενες ως βασικές του λειτουργίες: Δικαιοσύνη και σώματα ασφαλείας. Δηλαδή, αυτό που πρότεινε ουσιαστικά ο παλιός, «κλασικός», φιλελευθερισμός.]
Μπορεί να ισχύει ότι οι λάτρεις της ελευθερίας, έχοντας υπάρξει αρχικά βουτηγμένοι στην προτιμώμενη μορφή σοσιαλδημοκρατίας της εκάστοτε κοινωνίας, πρέπει να ταξιδέψουν κατά μήκος του φάσματος του κράτους μέσω του μικρού («ελάχιστου») κράτους, προτού καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι το κράτος πρέπει να εξαφανιστεί. Ωστόσο λογικά, αυτό δεν ευσταθεί. Για να θεραπεύσει κανείς τον καρκίνο, δεν είναι απαραίτητο να μειώσει το μέγεθος ενός όγκου σιγά σιγά. Η θεραπεία είναι να τον αφαιρέσει. Ομοίως, αν ένας βράχος διαταράξει τη ροή ενός ρέματος, η λύση δεν είναι να αλλάξει κανείς το μέγεθος ή το σχήμα του βράχου, να τον κάνει πιο υδροδυναμικό, αλλά απλώς να τον αφαιρέσει.
Αυτή η λογική φαίνεται αδύνατο να αναγνωριστεί από όσους έχουν ήδη υιοθετήσει τη θέση υπέρ του ελάχιστου κράτους. Συνήθως κρυπτόμενοι πίσω από ερωτήματα όπως «μα πώς θα λειτουργούσε;», οι ελαχισταρχικοί δεν μπορούν να κατανοήσουν την έννοια του αναρχισμού. Για αυτούς, όπως και για οποιονδήποτε κρατιστή, χωρίς το κράτος η κοινωνία θα εκφυλιζόταν αμέσως σε έναν Χομπσιανό bellum omnium contra omnes («πόλεμο όλων εναντίον όλων»). Η εικασία, η οποία δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί, είναι ότι κάποια μορφή ελέγχου ή εποπτευόμενης τάξης είναι απαραίτητη, ώστε να μπορούν οι άνθρωποι να συνυπάρχουν, να λύνουν προβλήματα ή να συντονίζουν τις ενέργειές τους.
Δύο συγκεκριμένα ζητήματα προκαλούν την οργή των υποστηρικτών της ελαχισταρχικής πολιτικής και είναι εξίσου ενδεικτικά του κρατισμού που τους χαρακτηρίζει. Το ένα είναι η εναλλακτική λύση του αναρχισμού, ή της απουσίας κράτους, και το άλλο είναι η πνευματική ιδιοκτησία.
Ο αναρχισμός ως απειλή
Οι ελαχισταρχικοί τείνουν να έχουν δύο αντιδράσεις απέναντι στον αναρχικό: είτε απορρίπτουν θυμωμένα τον αναρχισμό, επειδή «δεν μπορεί να λειτουργήσει», είτε —με πιο ήρεμη ιδιοσυγκρασία— ισχυρίζονται ότι είναι κάτι που πρέπει να συζητηθεί, αφού πρώτα «εμείς» θα έχουμε συνεργαστεί για να μειώσουμε το μέγεθος του κράτους.
Το πρώτο τείνει να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο ρητορικό αίτημα να προτείνουν οι αναρχικοί ένα εναλλακτικό σύστημα στην υποτιθέμενη εγγύηση των φυσικών δικαιωμάτων από το κράτος. Αυτή η αντίδραση κάνει το λάθος να υποθέτει πως η ελευθερία χρειάζεται ένα σχέδιο ή ένα πρότυπο, ότι πρέπει να καθοδηγείται και να επιβλέπεται. Ομολογουμένως, το «ελάχιστο» κράτος δεν καθοδηγεί ούτε ελέγχει τους ανθρώπους στο βαθμό που το κάνει το σύγχρονο κράτος, το κράτος των πολέμων και της πρόνοιας (welfare warfare state), αλλά επιβάλλει το μονοπώλιο της βίας (δεν επιτρέπει τον ανταγωνισμό) και την «ενιαία» επιβολή των απαριθμημένων δικαιωμάτων, που συχνά αναφέρονται ως «αντικειμενικά», για να τα κάνουν να φαίνονται αναπαλλοτρίωτα (δεν είστε ελεύθεροι να επιβάλλετε ή να θεσπίζετε τα δικά σας δικαιώματα).
Υπάρχουν πολλά λάθη σε αυτήν την άποψη, αλλά το κύριο μεταξύ αυτών είναι η κρατικιστική πεποίθηση ότι χρειάζεται ένα σύστημα με κεντρική επιβολή. Όλα τα άλλα θεωρούνται χάος.
Η δεύτερη αντίδραση, ότι το ζήτημα της ύπαρξης του κράτους πρέπει να μπει στην άκρη έως ότου επιτευχθεί το ελάχιστο κράτος, προϋποθέτει ότι έχει μεγαλύτερη σημασία η κλίμακα παρά οι αρχές. Ή, για να χρησιμοποιήσουμε την ίδια αναλογία, ότι η διαφορά μεταξύ ενός μεγάλου και ενός μικρού όγκου είναι σημαντικότερη από ό,τι η διαφορά μεταξύ της ύπαρξης όγκου και της απουσίας όγκου. Μπορεί να ισχύει ότι ένας μικρός όγκος αποτελεί μικρότερη απειλή για την υγεία από έναν μεγάλο όγκο, αλλά και τα δύο υποδηλώνουν τον ίδιο καρκίνο. Δεν έχει νόημα το να μην εξετάζεται η περίπτωση της αφαίρεσης του όγκου μέχρι να μειωθεί στο επιθυμητό μέγεθος.
Οι ελαχισταρχικοί θα απορρίψουν αυτήν την αναλογία, ωστόσο, επειδή για αυτούς το κράτος δεν μοιάζει με όγκο. Το μεγάλο κράτος είναι όγκος, αλλά το μικρό κράτος δεν είναι. Επιδιώκουν απεγνωσμένα να υποστηρίξουν ότι η «πραγματική» και σημαντική διαφορά έγκειται μεταξύ των κρατών διαφορετικών μεγεθών, όχι στο αν υπάρχει κράτος ή όχι. Για να κάνουν αυτόν τον ισχυρισμό να φαίνεται λογικός, διατείνονται ότι ο αναρχισμός, ή η εθελούσια συνεργασία των ανθρώπων χωρίς μια εξουσία με το μονοπώλιο της βίας, είναι απλώς αδύνατος. Αυτό τους βοηθά επίσης να παραβλέπουν τα πολλά ιστορικά παραδείγματα αναρχικών κοινωνιών που άκμασαν και μακροημέρευσαν (αρχαία Ιρλανδία, Ισλανδία των Βίκινγκ, Κοσπάια, Ελεύθερη Φρισία, κ.λπ.) καθώς και την πλειάδα των κειμένων για το πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει ο αναρχισμός στην σύγχρονη Δύση.
Η εστίασή τους στην επίτευξη της αλλαγής μέσω πολιτικών μέσων, που δρουν εντός και μέσω του κράτους, κάνει επίσης να φαίνεται ότι όλα πρέπει να αξιολογούνται με βάση κάποιο μέτρο της έκτασης του κράτους. Από την οπτική τους γωνία, λοιπόν, η διαφορά μεταξύ ενός κράτους του 10% και ενός κράτους του 50% είναι μεγαλύτερη από ό,τι μεταξύ 10% και 0%. Αποτυγχάνουν εντελώς στο να κατανοήσουν ότι η κύρια διαφορά είναι μεταξύ μηδενικού κράτους και κάποιου κράτους, όχι μεταξύ μεγάλου και μικρού κράτους. Οι αναρχικοί παρατηρούν σωστά ότι το σημαντικό ζήτημα της υγείας είναι το αν κάποιος είναι άρρωστος, όχι η κλίμακα του πόσο άρρωστος είναι.
Πνευματική ιδιοκτησία
Οι ελαχισταρχικοί αντιδρούν με παρόμοια οργή στην πρόταση να απορριφθεί η πνευματική ιδιοκτησία, κάτι που οι αναρχικοί εύλογα υποστηρίζουν. Τα λεγόμενα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας είναι μονοπωλιακά προνόμια που χορηγούνται από το κράτος, παρόμοια με εκείνα προς τις συντεχνίες του παρελθόντος, στον υποτιθέμενο δημιουργό μιας ιδέας. Είτε με τη μορφή διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, πνευματικών δικαιωμάτων, είτε εμπορικών μυστικών, η ανύψωση της «πνευματικής ιδιοκτησίας» σε καθεστώς ιδιωτικής ιδιοκτησίας βασίζεται στο κράτος.
Χωρίς το κράτος, σίγουρα μπορεί κανείς να βρει τρόπους ώστε να καταστήσει τις ιδέες πίσω από νέα προϊόντα δύσκολες ή δαπανηρές στην αντιγραφή τους, να πουλήσει βιβλία με την συμβατική απαγόρευση αντιγραφής και διανομής τους, ή να προστατεύσει κάποια μυστικά (όπως η συνταγή για την Coca-Cola). Δεν θα ήταν αυτό δαπανηρό; Ναι, στις περισσότερες περιπτώσεις θα ηταν. Δεν θα ήταν δύσκολο να επιβληθούν τέτοιες συμβάσεις; Ναι, ενδεχομένως θα ήταν δύσκολο. Το «όφελος» της κρατικά περιφρουρούμενης πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ότι το κόστος της τήρησης αυτών των «δικαιωμάτων» κοινωνικοποιείται: το κράτος κατανέμει μεγάλο μέρος του κόστους του δημιουργού στο ευρύ κοινό. Ταυτόχρονα, αυτό αποτελεί περιορισμό του ανοιχτού ανταγωνισμού και εξωτερίκευση του κόστους.
Σε αντίθεση με την «πνευματική» ιδιοκτησία, η ιδιωτική ιδιοκτησία περιλαμβάνει πεπερασμένα πράγματα. Αυτό σημαίνει ότι αυτά τα πράγματα έχουν περιορισμένες χρήσεις και ότι η μία χρήση έρχεται σε αντίθεση ή διαταράσσει την άλλη, γεγονός που προκαλεί σύγκρουση. Η ιδιωτική ιδιοκτησία είναι ένα κοινωνικό εργαλείο ώστε να διαπιστώνεται ποιος μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών έχει δίκιο σε σχέση με ένα πράγμα που ανήκει κάπου. Όμως αν έχω μια ιδέα για ένα προϊόν ή για μια ιστορία, κάποιος άλλος που έχει την ίδια ιδέα - ή που αντιγράφει ακόμα την δική μου ιδέα - δεν έχει καμία επίδραση στην χρήση της από εμένα. Οι ιδέες δεν είναι πεπερασμένες και δεν είναι αλληλοαποκλειόμενες. (σ.σ. η χρήση τους από κάποιους δεν μειώνει την διαθεσιμότητά τους για τους υπόλοιπους, όπως -αντιθέτως- συμβαίνει με την τροφή, για παράδειγμα.)
Το επιχείρημα περί πνευματικής ιδιοκτησίας δεν είναι όπως εκείνο υπέρ της ιδιωτικής ιδιοκτησίας (που αποτελεί έναν θεσμό για την αποφυγή ή την επίλυση συγκρούσεων) αλλά πρόκειται εντέλει για ένα υποτιθέμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Αν επιτρέπεται σε άλλους να αντιγράφουν τις ιδέες «μου», τότε ενδέχεται να κάνουν καλύτερη δουλειά αξιοποιώντας τες για τους καταναλωτές και, ως εκ τούτου, να υπονομεύσουν τα μονοπωλιακά μου έσοδα. Όλο αυτό εξαρτάται από το μονοπώλιο που έχει χορηγήσει το κράτος. Είναι κρατισμός από κάθε άποψη.
Ανακεφαλαίωση
Τα προαναφερθέντα ζητήματα έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: το κράτος. Έχουν επίσης ως κοινό τους χαρακτηριστικό ότι το κράτος θεωρείται ως απαραίτητο. Χωρίς το κράτος, πώς μπορούμε να εγγυηθούμε ότι οι άνθρωποι θα έχουν ένα συγκεκριμένο σύνολο δικαιωμάτων; Και πώς μπορούμε να εγγυηθούμε ότι οι άνθρωποι με ιδέες θα κερδίζουν από αυτές;
Τα δυο ζητήματα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, γελοία. Δεν ισχύει ότι το κράτος κάνει καλή δουλειά στην προστασία των δικαιωμάτων (αν μη τι άλλο, τα παραβιάζει). Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι ένα «ελάχιστο» μονοπώλιο βίας θα προστάτευε γενναιόδωρα, αλτρουιστικά και άψογα ένα συγκεκριμένο σύνολο δικαιωμάτων. Ακόμα και οι ελαχισταρχικοί δεν θα περίμεναν από το κράτος να είναι πολύ αποτελεσματικό στην παραγωγή οτιδήποτε άλλου, αλλά προσποιούνται ότι το κράτος -αν απλά διατηρηθεί στο επιθυμητό μέγεθός του- δεν θα αναπτυχθεί και θα είναι αποτελεσματικό, αποδοτικό και θα αποτελεί ένα καθαρό κοινωνικό όφελος.
Το δεύτερο ζήτημα είναι στην πραγματικότητα η απόρριψη της επιχειρηματικότητας και, ως εκ τούτου, της αγοράς. Γενικά, δεν είναι η ιδέα που καθιστά μια επιχείρηση κερδοφόρα, αλλά η συγκεκριμένη εφαρμογή της. Στην πραγματικότητα, οι νέες ιδέες μπορεί να αποτύχουν πλήρως, ενώ οι παλιές και γνωστές ιδέες μπορούν να οδηγήσουν σε μια πολύ κερδοφόρα επιχείρηση αν επαναπροσδιοριστούν και επανατοποθετηθούν. Η «Δικαιοσύνη» διασφαλίζει ότι η κοινωνία θα μένει προσκολλημένη σε ό,τι δημιουργεί ο μονοπωλητής, αντί να αφήνει τους καταναλωτές να επιλέγουν την εφαρμογή με την υψηλότερη αξία.
Ποιος είναι ο πυρήνας αυτών των ζητημάτων που οι ελαχισταρχικοί αισθάνονται πως υπάρχει μια τόσο επείγουσα ανάγκη να υπερασπιστούν; Και τα δύο βασίζονται στον μύθο του κράτους ως εγγύηση για μια εύτακτη και λειτουργική κοινωνία. Αυτός ο μύθος απορρίπτεται από τους ελαχισταρχικούς για το μεγάλο κράτος, αλλά προσκολλώνται απεγνωσμένα σε αυτόν, όσον αφορά το μικρότερο κράτος. Η αιτία της οργής τους δεν είναι ότι άλλοι έχουν διαφορετικές απόψεις, αλλά ότι η αναρχική κριτική επισημαίνει ευθέως αυτήν την γνωστική ασυμφωνία. Δεν υπάρχει λογική που μπορεί να την υποστηρίξει, επομένως η επίθεση σε όσους διαφωνούν είναι η μόνη άμυνα.
Για περισσότερες λεπτομέρειες, μπορείτε να κατεβάσετε νόμιμα και δωρεάν από το Ινστιτούτο Mises τα βιβλία «Against Intellectual Property» του νομικού Stephan Kinsella και «A Libertarian Critique of Intellectual Property» του Butler Shaffer.
[ Πηγή άρθρου: Minarchism Is Statism Lite ]









