Η Γερμανία είναι πλέον και επίσημα μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία
Ο περίφημος «κοινωνικο-οικολογικός μετασχηματισμός» της Γερμανίας είναι το πολιτικό πρόγραμμα της μετατροπής της υπάρχουσας ημι-ελεύθερης οικονομίας σε μια κατ' ουσίαν κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία.
Ετικέτες: Ευρωπαϊκή Ένωση, Οικονομική πολιτική, Κεντρικός σχεδιασμός, Προοδευτισμός, Σοσιαλισμός
5/3/2026 • Άρθρο του Eduard Braun
Η προσπάθεια της Γερμανίας για μια κοινωνικο-οικολογική οικονομία της αγοράς βασίζεται σε εκτεταμένες κρατικές παρεμβάσεις στην ενέργεια και τη βιομηχανία, συμπεριλαμβανομένης μιας κυβερνητικής στρατηγικής για το υδρογόνο. Σε πρόσφατη έκθεσή της, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ελέγχου της Γερμανίας περιγράφει ρητά την πολιτική ως κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία και επισημαίνει θεμελιώδη προβλήματα. Ταυτόχρονα, αμφιβάλλει για το αν η κυβέρνηση θα επιτύχει τους δικούς της στόχους, υποδεικνύοντας ότι αυτά τα πειράματα της πολιτικής για το κλίμα είναι πιθανό να αποτύχουν ακόμη και με τους δικούς τους όρους.
Ο «κοινωνικο-οικολογικός μετασχηματισμός» της Γερμανίας είναι το πολιτικό πρόγραμμα μετατροπής της υπάρχουσας κοινωνικής οικονομίας της αγοράς σε αυτό που η κυβέρνηση αποκαλεί «κοινωνικο-οικολογική οικονομία της αγοράς». Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι κλιματικοί και περιβαλλοντικοί στόχοι τίθενται πάνω από τα αυθόρμητα αποτελέσματα των αγορών και το κράτος κατευθύνει ολοένα και περισσότερο τις επενδύσεις, την παραγωγή και την κατανάλωση μέσω λεπτομερών ρυθμίσεων, απαγορεύσεων, επιδοτήσεων και νέων γραφειοκρατικών δομών.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει δεσμευτεί —μέσω της Συμφωνίας του Παρισιού, της Πράσινης Συμφωνίας της ΕΕ, του Νόμου της ΕΕ για το Κλίμα και του Νόμου της Γερμανίας για την Κλιματική Αλλαγή— να επιτύχει την ουδετερότητα ως προς τα αέρια του θερμοκηπίου έως το 2045. Σε αυτή τη βάση, προωθεί μια ολοκληρωμένη αναδιάρθρωση ολόκληρης της ενεργειακής και βιομηχανικής βάσης. Τα ορυκτά καύσιμα πρόκειται να καταργηθούν σταδιακά και να αντικατασταθούν από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και νέες τεχνολογίες. Για να επιβάλει αυτούς τους στόχους, το Βερολίνο αυστηροποιεί τα όρια εκπομπών αερίων, εισάγει ειδικές ανά τομέα μεθόδους μείωσης και επεκτείνει την τιμολόγηση του άνθρακα. Ταυτόχρονα, εφαρμόζει προγράμματα επιδοτήσεων μεγάλης κλίμακας και σχέδια στήριξης που στοχεύουν σε «φιλικές προς το κλίμα» επενδύσεις, που κυμαίνονται από τις ενεργοβόρες βιομηχανίες έως την στέγαση, τις μεταφορές και την γεωργία. Σύμφωνα με την Επιστημονική Υπηρεσία της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής, ο μετασχηματισμός θα κοστίσει περίπου 13 τρισεκατομμύρια ευρώ (περίπου 15,3 τρισεκατομμύρια δολάρια).
Κεντρικό στοιχείο αυτού του μετασχηματισμού δεν είναι απλώς ο καθορισμός των γενικών όρων-πλαισίων, αλλά και η καθοδήγηση συγκεκριμένων τεχνολογικών επιλογών: η κυβέρνηση προωθεί ρητά ορισμένες τεχνολογίες (όπως το υδρογόνο, την ηλεκτρική κινητικότητα με μπαταρίες και τις «πράσινες» βιομηχανικές διαδικασίες) και αποθαρρύνει ή απαγορεύει άλλες. Βασίζεται επίσης σε δεσμευτικά μέσα σχεδιασμού και μακροπρόθεσμους «χάρτες πορείας μετασχηματισμού» για ολόκληρους τομείς της οικονομίας. Επισήμως, αυτό παρουσιάζεται ως μια στρατηγική εκσυγχρονισμού που θα διατηρήσει την ευημερία, καθιστώντας παράλληλα τη Γερμανία κλιματικά ουδέτερη. Στην πραγματικότητα, αντικαθιστά όλο και περισσότερο τις αποκεντρωμένες επιχειρηματικές αποφάσεις και τα σήματα που στέλνουν οι τιμές στην αγορά, με πολιτικούς στόχους και επιτελικά σχέδια.
Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ελέγχου της Γερμανίας («Bundesrechnungshof») είναι ένας επίσημος κρατικός θεσμός, όχι κάποια φιλελεύθερη δεξαμενή σκέψης. Υποβάλλει εκθέσεις στο κοινοβούλιο και εξετάζει το εάν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση χρησιμοποιεί τα δημόσια κεφάλαια νόμιμα και αποτελεσματικά. Ακριβώς αυτός ο φορέας, στην έκθεσή του της 28ης Οκτωβρίου 2025 σχετικά με την εθνική στρατηγική της Γερμανίας για το υδρογόνο, εκδίδει μια ασυνήθιστα σαφή ετυμηγορία σχετικά με τον οικονομικό χαρακτήρα της τρέχουσας πολιτικής για το κλίμα.
Η έκθεση αναφέρει ότι το υδρογόνο υποτίθεται ότι παίζει «βασικό ρόλο στην ενεργειακή μετάβαση», ωστόσο «υπάρχει έλλειψη προσφοράς, ζήτησης και υποδομών» (σελ. 2). Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση προσπαθεί να οικοδομήσει μια ολόκληρη αγορά γύρω από ένα προϊόν που είναι σπανίως διαθέσιμο, σπανίως απαραίτητο υπό τις τρέχουσες συνθήκες και δεν μπορεί να διακινηθεί σε μεγάλη κλίμακα επειδή λείπουν οι απαραίτητοι αγωγοί και εγκαταστάσεις. Η Ελεγκτική Υπηρεσία τονίζει περαιτέρω ότι «το υδρογόνο είναι σημαντικά πιο ακριβό από τις πηγές ενέργειας που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα. Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση υποστηρίζει την ενίσχυση της οικονομίας του υδρογόνου με αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, ακολουθώντας μια προσέγγιση (κεντρικά) σχεδιασμένης οικονομίας» (σελ. 2, η έμφαση προστέθηκε). Εδώ, ο κεντρικός όρος - «προσέγγιση σχεδιασμένης οικονομίας» - προέρχεται απευθείας από ένα επίσημο εποπτικό όργανο που περιγράφει την κυβερνητική πολιτική, όχι από τους επικριτές της.
Παρά τη μαζική χρήση επιδοτήσεων και κατευθυνόμενης καθοδήγησης, η Ελεγκτική Υπηρεσία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση παραμένει «πολύ μακριά από την επίτευξη του στόχου της για τη δημιουργία μιας οικονομίας υδρογόνου έως το 2030» (σελ. 2). Εν ολίγοις, η εποπτική αρχή διαπιστώνει ότι το Βερολίνο χρησιμοποιεί μια μέθοδο σχεδιασμένης οικονομίας, πληρώνοντας πολύ υψηλότερο κόστος για το υδρογόνο από ό,τι για τις υπάρχουσες πηγές ενέργειας, και εξακολουθεί να μην καταφέρνει να πλησιάσει τους δικούς του στόχους.
Από την οπτική γωνία της αυστριακής οικονομίας, τίποτα από αυτά δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη. Ο Ludwig von Mises υποστήριξε πως, όταν οι κυβερνήσεις μεταβαίνουν από μια τάξη πραγμάτων της αγοράς σε ένα σύστημα πολιτικού σχεδιασμού, αναπόφευκτα υπονομεύουν τους ίδιους τους μηχανισμούς - τιμές, κέρδη και ζημίες - που συντονίζουν την οικονομική δραστηριότητα. Οι κεντρικοί σχεδιαστές δεν μπορούν να γνωρίζουν τις σχετικές ελλείψεις, προτιμήσεις και τεχνολογικές δυνατότητες που εκατομμύρια επιχειρηματίες ανακαλύπτουν μόνο μέσω της ελεύθερης ανταλλαγής. Το αποτέλεσμα είναι η κακή κατανομή του κεφαλαίου, οι επίμονες ελλείψεις και πλεονάσματα και η σταδιακή διάβρωση της ευημερίας.
Η «κοινωνικο-οικολογική οικονομία της αγοράς» της Γερμανίας αποτελεί ένα τυπικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής. Το κράτος δηλώνει ότι το υδρογόνο και άλλες ευνοούμενες τεχνολογίες είναι το «μέλλον», διοχετεύει δισεκατομμύρια σε επιδοτήσεις και επιχειρεί να κατασκευάσει αγορές με διατάγματα. Ωστόσο, ακόμη και ένας επίσημος φορέας, όπως η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ελέγχου, περιγράφει τώρα αυτή την συνθήκη ως «προσέγγιση της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας» και αμφιβάλλει ότι η κυβέρνηση θα επιτύχει τους δικούς της στόχους. Κατά πάσα πιθανότητα, η Γερμανία πρόκειται να επιβεβαιώσει για άλλη μια φορά αυτό που έδειξε θεωρητικά ο Mises πριν από έναν αιώνα: ότι οι σχεδιασμένες οικονομίες δεν επιτυγχάνουν τα υποσχόμενα αποτελέσματά τους. Αντίθετα, δημιουργούν αυξανόμενο κόστος, αποτυχημένα πρότζεκτ και αυξανόμενο χάος - ενώ παράλληλα κάνουν την κοινωνία φτωχότερη.
[Πηγή άρθρου: Germany Is Now Officially a Planned Economy]










