Μπορεί η ελεύθερη αγορά να διεξαγάγει έναν πόλεμο;
Μόνο ο καπιταλισμός μπορεί να νικήσει ένα ολοκληρωτικό κράτος, κι όχι ο μεσοβέζικος σοσιαλισμός του κρατικού παρεμβατισμού.
Ετικέτες: Ιστορία, Άλλες Σχολές Σκέψης, Πόλεμος και Εξωτερική Πολιτική, Βιβλία, Ludwig von Mises
Άρθρο του Ντέιβιντ Γκόρντον, δημοσιευμένο στις 14/08/2009 από το Mises Institute.
Μπορείτε να ακούσετε αυτό το κείμενο μέσω της εφαρμογής του Substack για κινητά.
[ Interventionism: An Economic Analysis • Από τους Ludwig von Mises, Bettina Bien Greaves, επιμέλεια: Foundation for Economic Education, 1998 • 98 σελίδες]
Το βιβλίο «Interventionism», αν και γράφτηκε πριν από σχεδόν εβδομήντα χρόνια και δημοσιεύτηκε το 1998 για πρώτη φορά, παρουσιάζει με επιδεξιότητα ένα σχέδιο δημοφιλές σε κάποιους σημερινούς συντηρητικούς. Κατά την άποψη αυτών των αυτοπροσδιοριζόμενων ως εθνικιστών, η ελεύθερη αγορά δεν είναι αρκετή. Το διεθνές εμπόριο απειλεί τις θέσεις εργασίας των ντόπιων εργαζομένων. Για το καλό του έθνους, οι δασμοί πρέπει να αυξηθούν.
Δεν δείχνει όμως η στοιχειώδης οικονομική ανάλυση την πλάνη των εμπορικών περιορισμών; Τι γίνεται με τον διεθνή καταμερισμό της εργασίας; Οι νέοι προστατευτιστές δεν αγνοούν την οικονομολογία· αλλά, όπως ισχυρίζονται, τα οικονομικά επιχειρήματα πρέπει να έρχονται σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με το εθνικό συμφέρον. Αν ένας εθνικιστής θέτει ρητά τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις πάνω από την ευημερία της αγοράς, τι μπορεί να του αντιτάξει κανείς;
Ο Mises προσφέρει μια εύστοχη απάντηση. Την εποχή που έγραφε αυτό το σύντομο βιβλίο, επιχειρήματα όπως αυτά που μόλις συζητήθηκαν ήταν στην ημερήσια διάταξη. Οι εθνικιστικές ιδέες προκάλεσαν μεγάλο ενδιαφέρον μεταξύ των συντηρητικών στις δεκαετίες του 1930 και του 1940. Ο Mises ήταν επομένως πολύ εξοικειωμένος με το «ανώτερο», μη οικονομικό επιχείρημα υπέρ του προστατευτισμού.
Απαντώντας, ο Mises κάνει μια ζωτική διάκριση. Οι δασμοί και τα παρόμοια μέτρα που έχουν σχεδιαστεί για την ενίσχυση του έθνους «δεν θα πρέπει να θεωρούνται μέτρα παραγωγικής πολιτικής». Βοηθούν ορισμένους πολίτες εις βάρος άλλων· δεν βοηθούν την οικονομία στο σύνολό της.
Κάποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει ως προς τη σκοπιμότητα της προστασίας των Πρώσων Γιούνκερς με δασμούς στις εισαγωγές σιτηρών από τον ανταγωνισμό των Καναδών αγροτών που παράγουν σε πιο εύφορο έδαφος. Αλλά αν υποστηρίζουμε έναν δασμό για την προστασία των Πρώσων παραγωγών σιτηρών, δεν συνιστούμε ένα μέτρο υπέρ της παραγωγής της προσφοράς σιτηρών, αλλά ένα μέτρο που έχει σχεδιαστεί για να βοηθήσει τους ιδιοκτήτες γερμανικής γης εις βάρος των Γερμανών καταναλωτών σιτηρών. Δεν θα είναι ποτέ δυνατό να βασιστεί ένα οικονομικό σύστημα σε τέτοια βοηθητικά προνόμια. (σελ. 20)
Ο Mises εδώ καταρρίπτει εντελώς το εθνικιστικό επιχείρημα υπέρ των προστατευτικών δασμών. Δεδομένου ότι αυτά τα μέτρα δεν ωφελούν το σύνολο του έθνους, δεν μπορούν να υποστηριχθούν κατηγορηματικά από εθνικιστική άποψη. Η αφοσίωση στο ελεύθερο εμπόριο, επομένως, δεν χρειάζεται να βασίζεται σε κάποια ουτοπική αφοσίωση στον διεθνισμό, όπως υποθέτουν ορισμένοι. Δεδομένου του στόχου του εθνικισμού, δεν συνάγεται ότι ο προστατευτισμός είναι το μέσο για την επίτευξή του.
Δεν έχει όμως εδώ ο υποστηρικτής των δασμών ένα αντεπιχείρημα να χρησιμοποιήσει εναντίον του Mises; Μπορεί να δεχθεί το επιχείρημα του Mises: ένας δασμός θα ωφελήσει ορισμένους πολίτες εις βάρος άλλων. Παρ' όλα αυτά, μπορεί να πει ότι το εθνικό συμφέρον υπαγορεύει την επιβολή του δασμού. Η βοήθεια προς ορισμένες ομάδες, μπορεί να υποστηριχθεί, είναι προς το εθνικό συμφέρον.
Ο Mises φαίνεται να παραδέχεται κάτι σε αυτή την απάντηση, αλλά η παραδοχή του δεν ωφελεί ιδιαίτερα τους υποστηρικτές του προστατευτισμού.
Το αν μια τέτοια δαπάνη είναι δικαιολογημένη ή όχι δεν ενδιαφέρει την οικονομική αξιολόγηση. [...] Υπάρχουν αναμφίβολα περιπτώσεις στις οποίες τα περιοριστικά μέτρα φαίνονται δικαιολογημένα για τους περισσότερους ή για όλους τους πολίτες μας. Όμως όλα τα περιοριστικά μέτρα είναι ουσιαστικά δαπάνες. Μειώνουν την προσφορά παραγωγικών μέσων που είναι διαθέσιμα για την προμήθεια άλλων αγαθών. (σελ. 20)
Η «ομολογία» του Mises είναι στην πραγματικότητα ένα συντριπτικό αντεπιχείρημα. Οι υποστηρικτές των δασμών δεν τους υπερασπίζονται ποτέ με το σκεπτικό ότι ευνοούν ορισμένους εις βάρος άλλων εντός ενός έθνους. Αντιθέτως, υποστηρίζουν ότι ωφελούν το έθνος εις βάρος των ξένων. Ελλείψει μιας περιγραφής του εθνικού συμφέροντος με σαφή επιχειρήματα που να δικαιολογούν τη γενναιοδωρία υπέρ των ειδικών συμφερόντων, η εθνικιστική υπεράσπιση των δασμών αποτυγχάνει παταγωδώς.
Η ετυμηγορία που προβάλλει ο Mises εναντίον των δασμών καταδεικνύει το κυρίαρχο θέμα του βιβλίου, ένα θέμα με το οποίο όλοι οι αναγνώστες του Mises θα νιώσουν πολύ εξοικειωμένοι. Οι προτάσεις που προωθούν οι παρεμβατιστές δεν επιτυγχάνουν τους στόχους που έχουν κατά νου οι υποστηρικτές τους και έτσι καταδικάζονται από μόνοι τους. Για παράδειγμα,
[μια] προσπάθεια της κυβέρνησης να δώσει δια της βίας στο εθνικό πιστωτικό χρήμα ή χαρτονόμισμα αξία υψηλότερη από την αγοραία τιμή του προκαλεί τα αποτελέσματα που περιγράφει ο νόμος του Gresham. Προκύπτει μια κατάσταση που γενικά ονομάζεται έλλειψη συναλλάγματος. (σελ. 44)
Σε περίπτωση που η κυβέρνηση επιχειρήσει να διορθώσει την παρέμβασή της με περαιτέρω παρεμβάσεις, σύντομα επικρατεί η καταστροφή. Το νέο μέτρο και πάλι δεν θα καταφέρει να επιτύχει τους στόχους των υποστηρικτών του. Και πάλι, οι παρεμβατιστές πρέπει να αντιμετωπίσουν τη βασική επιλογή: περισσότερη παρέμβαση ή επιστροφή στην ελεύθερη αγορά. Σε περίπτωση που η πρώτη πορεία τους δελεάσει, το αποτέλεσμα σύντομα θα είναι ο πλήρης σοσιαλισμός. Ο Mises καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει τρίτο σύστημα ενδιάμεσο μεταξύ της ελεύθερης αγοράς και του σοσιαλισμού.
Δεδομένου ότι τόσοι πολλοί αρνούνται να διδαχθούν το μάθημά του, το επιχείρημα του Mises κατά του παρεμβατισμού αξίζει συνεχούς επανάληψης. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες της ετυμηγορίας του Mises έχουν παρουσιαστεί συχνά σε άλλα έργα του. Και ο Sanford Ikeda, σε ένα ενδιαφέρον έργο που έχω σχολιάσει αλλού, έχει εξετάσει ολόκληρο το επιχείρημα εκτενώς. Ένας αγενής αναγνώστης της Mises Daily (αν υπάρχει τέτοιος αναγνώστης) θα μπορούσε να ρωτήσει: πρέπει να επαναλάβουμε αυτό το επιχείρημα για άλλη μια φορά;
Υπάρχει μια κάποια δικαιοσύνη σε αυτό το φανταστικό παράπονο (όχι, φυσικά, διανεμητική δικαιοσύνη, γιατί τέτοια δικαιοσύνη δεν υπάρχει). Έχοντας αυτό κατά νου, ας στραφούμε σε ένα θέμα που δεν έχω βρει πουθενά αλλού στον Mises: την ανάλυσή του για το πώς μια ελεύθερη κοινωνία πρέπει να διεξάγει έναν πόλεμο.
Καταρχάς, η υποχρεωτική θητεία έχει αποκλειστεί. Η χρήση του καταναγκασμού για την επάνδρωση του στρατού χαρακτηριστικά δεν δικαιολογείται αφ’ εαυτού της. Αντίθετα, έχει αποτελέσει μέρος ενός παρεμβατικού σχεδίου για την υποταγή της οικονομίας στον κρατικό έλεγχο. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο που αναφέρθηκε προηγουμένως: ο παρεμβατισμός δεν μπορεί να διαρκέσει ως σταθερό σύστημα.
Ο Mises διατυπώνει το ουσιώδες σημείο ως εξής:
Το πρώτο βήμα που οδήγησε από τον πόλεμο των στρατιωτών πίσω στον ολοκληρωτικό πόλεμο ήταν η εισαγωγή της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. [...] Ο πόλεμος δεν επρόκειτο πλέον να είναι μόνο ζήτημα μισθοφόρων· επρόκειτο να συμπεριλάβει όλους όσους είχαν την απαραίτητη σωματική ικανότητα. [..]. Αλλά όταν γίνει αντιληπτό ότι ένα μέρος των ικανών για εργασία πρέπει να χρησιμοποιηθεί στο βιομηχανικό μέτωπο [...] τότε δεν υπάρχει λόγος να γίνεται διάκριση στην υποχρεωτική θητεία μεταξύ των ικανών για εργασία και των σωματικά ακατάλληλων. Η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία οδηγεί έτσι σε υποχρεωτική εργασία όλων των πολιτών που είναι ικανοί για εργασία, ανδρών και γυναικών. (σελ. 69)
Ποια είναι όμως η εναλλακτική λύση στον ολοκληρωτικό πόλεμο με τον απόλυτο κρατικό έλεγχο; Η απάντηση του Mises δεν θα εκπλήξει κανέναν: τάσσεται υπέρ του να βασιζόμαστε στην ελεύθερη αγορά. Για να υποστηρίξει την άποψή του ότι μια οικονομία της αγοράς μπορεί να διεξάγει αποτελεσματικά έναν σύγχρονο πόλεμο, ο Mises προβάλλει έναν εκπληκτικό ισχυρισμό για το πρώτο μέρος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Αποδίδει την πτώση της Γαλλίας σε αντικαπιταλιστικές απόψεις. Λόγω των εκστρατειών της δεκαετίας του 1930 κατά της «πολεμικής κερδοσκοπίας», οι Γάλλοι (και σε μικρότερο βαθμό οι Βρετανοί) αρνήθηκαν να βασιστούν στην αγορά για να τους παράσχει τα όπλα που χρειάζονταν για να αντισταθούν στη γερμανική επίθεση.
Με βάση αυτή την [αντικαπιταλιστική] συλλογιστική, η κυβέρνηση [του Λεόν] Μπλουμ εθνικοποίησε τη γαλλική βιομηχανία όπλων. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος και κατέστη επιτακτική η ανάγκη να τεθεί η παραγωγική δύναμη όλων των γαλλικών εργοστασίων στην υπηρεσία της προσπάθειας επανεξοπλισμού, οι γαλλικές αρχές θεώρησαν πιο σημαντικό να μπλοκάρουν τα κέρδη των στρατιωτικών βιομηχανιών παρά να κερδίσουν τον πόλεμο. (σελ. 72)
Ο ισχυρισμός του Mises εκτίθεται αμέσως σε μια προφανή αντίρρηση. Ωστόσο, το γνωρίζει πολύ καλά και έχει έτοιμη την ανταπάντησή του. Ο γερμανικός στρατός το 1940 κατατασσόταν ως η κορυφαία πολεμική δύναμη χωρίς δεύτερη σκέψη. Ωστόσο, δεν ήταν διόλου ένας στρατός της ελεύθερης αγοράς στο στυλ που προτιμούσε ο Mises.
Όμως ο Mises δεν το αρνείται αυτό. Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι «ο γερμανικός στρατός έχει τεράστια ανωτερότητα σε κάθε είδος εξοπλισμού που απαιτεί ένας εμπόλεμος στρατός» (σελ. 71). Ο ισχυρισμός του Mises είναι ότι, δεδομένης της γερμανικής ισχύος, ο παρεμβατισμός και ο αντικαπιταλισμός είναι ισχνές και ανεπαρκείς απαντήσεις. Μόνο ο καπιταλισμός, κι όχι ο μεσοβέζικος σοσιαλισμός, μπορεί να νικήσει ένα ολοκληρωτικό κράτος.
«Καθώς τόσοι πολλοί αρνούνται να διδαχθούν το μάθημά του, το επιχείρημα του Mises κατά του παρεμβατισμού αξίζει συνεχούς επανάληψης».
Μπορούμε εύκολα να δεχτούμε το επιχείρημα του Mises ότι μια προβληματική οικονομία της αγοράς είναι μια κακή ιδέα σε καιρό πολέμου. Αλλά πώς γνωρίζει ο Mises ότι μια πολιτική προμήθειας όπλων του είδους που επιθυμεί θα είχε οδηγήσει στην νίκη της Γαλλίας το 1940; Δεν το παρακάνει με αυτή την, γεμάτη αυτοπεποίθηση, κρίση του;
Αναμφίβολα, ο Mises δεν έχει αποδείξει την άποψή του: ο ισχυρισμός του είναι απλώς μια πρόταση ενός καλά ενημερωμένου παρατηρητή εκείνης της εποχής. Όμως ο ισχυρισμός του μας παρέχει μια ενδιαφέρουσα υπόθεση για μια μελλοντική έρευνα. Ποια ήταν η επίδραση των γαλλικών περιοριστικών πολιτικών στην παραγωγή όπλων κατά τη δεκαετία του 1930; Ιδού ένα ερώτημα που απαιτεί μια ιστορική έρευνα. Και γι' αυτό το ερώτημα οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον μοναδικό συνδυασμό της οικονομικής γνώσης και της ιστορικής διορατικότητας του Mises. Αν και γράφτηκε το 1940, αυτό το βιβλίο είναι ένα απαραίτητο ανάγνωσμα για όλους τους οπαδούς του Mises.









