Ο Φουκουγιάμα έκανε λάθος: η Ιστορία δεν τελείωσε
Ο Φράνσις Φουκουγιάμα έγραψε το «Τέλος της Ιστορίας» πριν από περισσότερα από 30 χρόνια, πιστεύοντας ότι η πτώση του κομμουνιστικού μπλοκ θα οδηγούσε σε έναν πιο ειρηνικό κόσμο. Ακόμα τον περιμένουμε.
Ετικέτες: Ευρώπη, Πόλεμος και Εξωτερική Πολιτική, Ιστορία
6/5/2026 • Άρθρο του Thiago Coelho
Η διάσημη πρόγνωση του Φράνσις Φουκουγιάμα δεν ήταν ότι τα γεγονότα θα σταματούσαν, αλλά ότι η δυτική «φιλελεύθερη» (liberal, δλδ. ουσιαστικά σοσιαλδημοκρατική) δημοκρατία είχε αναδειχθεί ως το τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας και η τελική μορφή της ανθρώπινης διακυβέρνησης. Αυτή η άποψη είχε πάντα μια χροιά θριαμβευτικής κόπωσης: ο Ψυχρός Πόλεμος είχε τελειώσει, η σοβιετική εναλλακτική είχε καταρρεύσει και το επιτελικό έθνος-κράτος του Ατλαντικού κόσμου (Ευρώπη-Αμερική) παρουσιάστηκε ως η ώριμη μορφή της ιστορίας. Ωστόσο η ήττα ενός τερατώδους αντιπάλου ποτέ δεν απέδειξε ότι δεν υπήρχε ένα καλύτερο πολιτικό σύστημα που να έπρεπε να ανακαλυφθεί. Απέδειξε μόνο ότι η μαρξιστική-λενινιστική δικτατορία ήταν ένα αδιέξοδο.
Από μια φιλελεύθερη οπτική γωνία, το πραγματικό λάθος είναι πιο ανεπαίσθητο από την απλή υπερβολική αυτοπεποίθηση. Ο Φουκουγιάμα μπέρδεψε μια σημαντική φιλελεύθερη νίκη με την ολοκλήρωση του φιλελευθερισμού. Ο Μάρεϊ Ρόθμπαρντ, στο βιβλίο του «Αριστερά και Δεξιά: Οι Προοπτικές για την Ελευθερία», αντιμετώπισε τον κλασικό φιλελευθερισμό όχι ως ένα πολιτικά κεντρώο καταφύγιο, αλλά ως μια ριζοσπαστική ιστορική δύναμη που επιτέθηκε στη μοναρχία, τις κάστες, τον μερκαντιλισμό και τον πόλεμο. Ο φιλελευθερισμός ήταν το κόμμα της προόδου επειδή διέσπασε την παλιά τάξη πραγμάτων· διεύρυνε τον χώρο για συμβόλαια, κινητικότητα, ειρήνη και άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Αν αυτό ήταν ο φιλελευθερισμός στην καλύτερη του μορφή, τότε δεν έχει νόημα να αντιμετωπίζουμε το σύγχρονο κράτος -ακόμα μονοπωλιακό, ακόμα εκμεταλλευτικό, ακόμα οργανωμένο γύρω από τον καταναγκασμό- ως τον τελικό προορισμό του φιλελεύθερου εγχειρήματος και όχι ως ένα ακόμη ενδιάμεσο σημείο μεταξύ ιεραρχίας και ελευθερίας.
Ο Jason Lee Byas πλησιάζει περισσότερο στην αλήθεια όταν περιγράφει τον ελευθερισμό (libertarianism) ως «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό (liberalism)». Το επιχείρημά του είναι ότι ο φιλελευθερισμός, με τη σοβαρή του έννοια, ξεκινά από την εμπιστοσύνη στην ειρηνική, θετικού αθροίσματος συνεργασία και από τον φόβο για το τι κάνει η εξουσία στις ανθρώπινες σχέσεις. Τα πραγματικά συμφέροντα των ανθρώπων μπορούν να ευθυγραμμιστούν μέσω της οικειοθελούς ανταλλαγής και της πολιτικής ένωσης. Η κυριαρχία είναι αυτή που διαταράσσει αυτή την αρμονία. Από αυτή την άποψη, ο κεντρικός εχθρός δεν είναι απλώς αυτός ή εκείνος ο ηγεμόνας, αυτό ή εκείνο το κόμμα, αυτή ή εκείνη η ιδεολογία, αλλά η ίδια η κυριαρχία: η αφηρημένη κοινωνική σχέση που μετατρέπει τη συνεργασία σε διοίκηση. Ένα πολιτικό σύστημα που εξακολουθεί να βασίζεται στην φορολογία, τον καταναγκασμό, το μονοπώλιο της αστυνόμευσης και την νομιμοποιημένη υποταγή μπορεί να είναι ηπιότερο από τον δεσποτισμό, αλλά δεν αποτελεί την ολοκλήρωση της ιστορίας. Εξακολουθεί να διαπερνά την ίδια τη λογική την οποία ο ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός υπάρχει για να ξεπεράσει.
Το δοκίμιο του Nathan Goodman για τον αναρχισμό ως ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό οξύνει περαιτέρω την κριτική. Βασιζόμενος στον Don Lavoie, ο Goodman υποστηρίζει ότι η δημοκρατία δεν πρέπει να υποβαθμίζεται σε μια περιοδική ψηφοφορία περί ενός μηχανισμού καταναγκασμού (της κυβέρνησης). Η δημοκρατία, πιο ουσιαστικά, είναι η ανοιχτότητα: η δημόσια αμφισβήτηση, η κριτική, η πειθώ, η αποκάλυψη και η διάσπαρτη νοημοσύνη μιας κοινωνίας που της επιτρέπεται να μιλάει και να οργανώνεται ελεύθερα. Υπό αυτή την έννοια, η πραγματική δημοκρατία είναι πολυκεντρική και όχι μονοκεντρική. Ζει μέσα από την καταγγελία, την ερευνητική δημοσιογραφία, τις διαμαρτυρίες, την αμοιβαία βοήθεια και τις απρογραμμάτιστες αλληλεπιδράσεις των πολιτών - όχι απλώς μέσα από ψηφοδέλτια που ρίχνονται υπέρ αξιωματούχων, που στη συνέχεια μονοπωλούν τη νομοθεσία και τη βία. Αν αυτό είναι σωστό, τότε η σύγχρονη «φιλελεύθερη» (liberal) δημοκρατία σαφώς δεν είναι το τέλος της ιστορίας. Είναι μια περιορισμένη, κρατικιστική προσέγγιση μιας έννοιας πιο βαθιάς: μιας ανοιχτής κοινωνίας στην οποία η πολιτική φωνή και ο κοινωνικός συντονισμός είναι ριζικά αποκεντρωμένα.
Αυτό έχει σημασία, επειδή οι πραγματικές φιλελεύθερες δημοκρατίες δεν είναι απλώς ουδέτερα πλαίσια για την ελευθερία. Η ερμηνεία του Rothbard για το κράτος παραμένει συντριπτική: το κράτος είναι αρπακτικό, δεν ζει παράγοντας αλλά απαλλοτριώνοντας, και επιβιώνει πείθοντας το κοινό να συγχέει τα συμφέροντά του με τα δικά του. Η ανάλυση του φασισμού από τον Roderick T. Long προσθέτει μια περαιτέρω προειδοποίηση: τα σύγχρονα πολιτικά συστήματα δεν κινούνται μόνο μεταξύ ελευθερίας και άμεσου ολοκληρωτισμού. Διολισθαίνουν επίσης σε κορπορατιστικά υβρίδια, στα οποία ο -κατ’ όνομα μόνο- ιδιωτικός πλούτος ενσωματώνεται σε κρατικά προνόμια μέσω καρτελοποίησης και σύμπραξης δημόσιου-ιδιωτικού τομέα. Μόλις κάποιος δει αυτή την τάση, η υποτιθέμενη οριστικότητα της φιλελεύθερης δημοκρατίας αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με ιδεολογικό καμουφλάζ. Ένα καθεστώς εκλογών που επιστρώνεται πάνω στην εξόρυξη, τη γραφειοκρατία, τις επιδοτήσεις, το μονοπώλιο και τα προνόμια δεν είναι η τελευταία λέξη στην κυβέρνηση. Είναι ένας ασταθής συμβιβασμός με την παλιά αρπακτική τάξη.
Ο Richard M. Ebeling, ερμηνεύοντας τον Ludwig von Mises, υποδεικνύει ένα καλύτερο πρότυπο για την αξιολόγηση των θεσμών. Το σωστό κριτήριο δεν είναι αν ένα καθεστώς αυτοαποκαλείται δημοκρατικό, συνταγματικό ή σύγχρονο. Το ερώτημα είναι αν προωθεί την ειρηνική κοινωνική συνεργασία. Ο φιλελευθερισμός του Mises, όπως τον παρουσιάζει ο Ebeling, αντιμετωπίζει τον καταμερισμό της εργασίας, την ιδιωτική ιδιοκτησία, το εμπόριο και την ελευθερία επιλογής ως βάσεις για τον πολιτισμό, επειδή μετατρέπουν τους πιθανούς ανταγωνιστές σε συνεργάτες. Με βάση αυτό το πρότυπο, οι καλύτερες πολιτικές μορφές παραμένουν όχι μόνο πιθανές αλλά και επειγόντως απαραίτητες: περισσότερο αποκεντρωμένο δίκαιο, περισσότερη εθελοντική παροχή, ισχυρότερη ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, πιο ελεύθερη (αλλά όχι ανεξέλεγκτη) μετανάστευση, λιγότερος μιλιταρισμός και θεσμοί που αφήνουν μεγαλύτερο περιθώριο στους ανθρώπους να λύνουν τα προβλήματά τους, χωρίς να ζητούν την άδεια ενός κυρίαρχου κέντρου. Το ελευθεριστικό (libertarian) επιχείρημα δεν είναι ότι η «φιλελεύθερη» δημοκρατία ήταν άχρηστη. Είναι ότι η ειρηνική συνεργασία μπορεί να θεσμοθετηθεί πληρέστερα από ό,τι επιτρέπει το έθνος-κράτος.
Ο Étienne de La Boétie, στο κλασικό του έργο «Περί Εθελοδουλείας», εκθέτει τον τελευταίο λόγο για τον οποίο ο Φουκουγιάμα ήταν βιαστικός: η εξουσία είναι λιγότερο μόνιμη από ό,τι φαίνεται. Τα κράτη διαρκούν επειδή οι άνθρωποι συμμορφώνονται, τα εσωτερικεύουν, τα υπακούν και τα αναπαράγουν. Αν αποσύρετε αυτή τη συναίνεση, η ισχυρή δομή ξαφνικά εμφανίζεται εύθραυστη. Ο Byas θίγει ένα σχετικό σημείο όταν επιμένει ότι ο εχθρός δεν είναι μια μόνιμη τάξη επάρατων ατόμων, αλλά ένας άρρωστος τρόπος να σχετιζόμαστε μεταξύ μας. Αυτό σημαίνει ότι η ιστορία δεν μπορεί να τελειώσει, όσο οι άνθρωποι παραμένουν ικανοί να αρνούνται την παράνομη εξουσία και να οικοδομούν πιο ελεύθερες εναλλακτικές λύσεις. Το μέλλον είναι ακόμα ανοιχτό επειδή η υποταγή δεν είναι νόμος της φύσης. Είναι μια συνήθεια, υποστηριζόμενη από θεσμούς, η οποία μπορεί να αμφισβητηθεί, να διαβρωθεί και να αντικατασταθεί.
Όχι, λοιπόν, ο Φουκουγιάμα δεν είχε δίκιο για το τέλος της ιστορίας. Είχε δίκιο ότι ο φιλελευθερισμός κατανίκησε ισχυρούς εχθρούς. Έκανε όμως λάθος που υπέθεσε ότι το γραφειοκρατικό, κτητικό, ικανό για πόλεμο κράτος που επέζησε από αυτόν τον ανταγωνισμό είχε γίνει επομένως η αξεπέραστη μορφή πολιτικής ζωής. Η ελευθεριστική (libertarian) απάντηση δεν είναι νοσταλγία για τη μοναρχία, ούτε ρομαντισμός για τη δικτατορία, ούτε αδιαφορία για τις «φιλελεύθερες» (liberal) επιτυχίες. Είναι ένα αίτημα ριζοσπαστικοποίησης αυτών των επιτυχιών - να αναρωτηθούμε πώς θα έμοιαζαν η ελευθερία, η δημοκρατία και η συνεργασία αν δεν περιορίζονταν πλέον από μια μονοπωλιακή κυβέρνηση. Η ιστορία δεν έχει τελειώσει, γιατί τα ανθρώπινα όντα είναι ακόμα ικανά να ανακαλύπτουν θεσμούς λιγότερο καταναγκαστικούς, πιο ανοιχτούς και πιο πολιτισμένους από τα κράτη που τώρα υποτίθεται ότι τα κυβερνούν.
[Πηγή άρθρου: Fukuyama Was Wrong; History Did Not End]
κ








