Η Μαύρη Βίβλος και τα 100 εκατομμύρια θύματα του κομμουνισμού
Επιτέλους, στο τελείωμα του 20ού αιώνα, μια ομάδα Γάλλων διανοουμένων είπε την αλήθεια για τα φρικτά εγκλήματα του κομμουνισμού.
Ετικέτες: Άλλες Σχολές Σκέψης, Βιβλία, Σοσιαλισμός, Πολιτική Θεωρία, Ιστορία
Άρθρο του Ραλφ Ράιλαντ, δημοσιευμένο στις 21/12/1999.
Μπορείτε να ακούσετε το κείμενο μέσω της εφαρμογής του Substack για κινητά.
Οδεύοντας προς έναν νέο αιώνα, τα καλά νέα είναι ότι τα πιο δολοφονικά 100 χρόνια στην ιστορία έχουν τελειώσει, ένας βασικός λόγος για να κάνουμε μια πρόσποση με ένα ποτήρι ποτό τα μεσάνυχτα.
Στην κορυφή της λίστας με τους χειρότερους χασάπηδες του αιώνα βρίσκονται οι Ρώσοι και οι Κινέζοι, μαζί με τα ποικίλα κρατιστικά ξαδέρφια τους. Συνολικά, από την εποχή του πραξικοπήματος των Μπολσεβίκων το 1917, οι κομμουνιστές ηγέτες έχουν σφαγιάσει 100 εκατομμύρια ανθρώπους.
Με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, το βιβλίο «Η Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού» (Harvard University Press, 1999) παρέχει έναν απολογισμό των «πολιτικά ορθών» μαζικών δολοφονιών, των θανάτων από εκτελεστικά αποσπάσματα, των τεχνητών λιμών, των δολοφονιών με αέρια, των απαγχονισμών, των στρατοπέδων συγκέντρωσης: Κίνα, 65 εκατομμύρια θάνατοι· ΕΣΣΔ, 20 εκατομμύρια· Βιετνάμ, Βόρεια Κορέα και Καμπότζη, 5 εκατομμύρια· Αφρική, 1,7 εκατομμύρια· Αφγανιστάν, 1,5 εκατομμύριο· Ανατολική Ευρώπη, 1 εκατομμύριο· Λατινική Αμερική, 150.000 θάνατοι.
Μπορείτε να διαβάσετε νόμιμα και δωρεάν την εισαγωγή της Μαύρης Βίβλου από τον καθηγητή Δημήτρη Δημητράκο σε αυτόν τον σύνδεσμο από το Κε.Φι.Μ.
Από την πρώτη κιόλας μέρα, ο ακραίος συγκεντρωτισμός που επέβαλαν τα κομμουνιστικά καθεστώτα ήταν μια εξαιρετικά θανατηφόρα επιχείρηση. Σε μόλις δύο μήνες το 1918, οι Μπολσεβίκοι εκτέλεσαν περισσότερους από διπλάσιους πολιτικούς αντιπάλους από ό,τι οι τσάροι τον προηγούμενο αιώνα. Από την ημέρα που κατέλαβαν με τα όπλα την εξουσία, οι Μπολσεβίκοι έδειξαν πλήρως τη λαγνεία τους για τη βία, σύροντας δεκάδες χιλιάδες συμπολίτες τους στα εκτελεστικά αποσπάσματα - αιχμαλώτους στον εμφύλιο πόλεμο, κληρικούς, ευγενείς, στρατιωτικούς, αστυνομικούς, την «αστική διανόηση», πλούσιους αγρότες, καπιταλιστές και, τέλος, τους επαναστατημένους εργάτες και φτωχούς αγρότες και όποιον άλλον τολμούσε να διαμαρτυρηθεί στους δρόμους.
Η ορμή κάθαρσης του κολεκτιβιστικού νου, η μεσσιανική αναμόρφωση της ανθρώπινης φύσης, η καταστολή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, του κέρδους και της ελευθερίας, και, πάνω απ’ όλα, ο πνιγμός του ατομικισμού, απαιτούσαν το να πυροβοληθούν όλοι σαν σκυλιά. Έγιναν «εχθροί του λαού» ή «επιβλαβή έντομα», όπως είπε νωρίς ο Λένιν, εγκαινιάζοντας την ζωοποίηση των αντιπάλων του από τον κομμουνισμό.
Αυτό το αιματηρό όργιο ήταν μια καθαρή άσκηση «ταξικής γενοκτονίας», ισχυρίζεται ο Στεφάν Κουρτουά, ο πρώην τροτσκιστής εκδότης της «Μαύρης Βίβλου» και ιστορικός του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, μια βασιλεία πολιτικής σφαγής πλανητικών διαστάσεων, μια σφαγή που σχεδιάστηκε για να δημιουργήσει μια ηθική κοινωνία μέσω της εξόντωσης των ακάθαρτων, μέσω της φίμωσης οποιουδήποτε στεκόταν στο δρόμο μιας αταξικής, ισότιμης ουτοπίας δίχως ιδιοκτησία.
Στο βιβλίο του Hungry Ghosts (Πεινασμένα Φαντάσματα), ο Jasper Becker περιγράφει πώς το λεγόμενο Μεγάλο Άλμα Προς τα Εμπρός του Μάο στην Κίνα σκότωσε 30 εκατομμύρια αγρότες:
«Σε ένα λασπωμένο μονοπάτι που οδηγούσε από το χωριό, δεκάδες πτώματα κείτονταν άταφα. Ανάμεσα στους νεκρούς, οι επιζώντες σέρνονταν αργά στα χέρια και τα γόνατά τους, ψάχνοντας για σπόρους άγριου χόρτου για να φάνε. Στις λίμνες και τα χαντάκια, οι άνθρωποι κάθονταν οκλαδόν στη λάσπη, κυνηγώντας βατράχους και προσπαθώντας να μαζέψουν ζιζάνια. Οι νεκροί έμειναν εκεί που πέθαναν επειδή κανείς δεν είχε τη δύναμη να τους θάψει. Τα σκυλιά είχαν φαγωθεί και οι κότες και οι πάπιες είχαν κατασχεθεί προ πολλού από το Κομμουνιστικό Κόμμα αντί για φόρους σιτηρών. Δεν υπήρχαν πουλιά στα δέντρα, και τα ίδια τα δέντρα είχαν απογυμνωθεί από τα φύλλα και τον φλοιό τους. Δεν υπήρχε πια ούτε το τρίξιμο των αρουραίων και των ποντικιών, γιατί κι αυτά είχαν φαγωθεί ή είχαν πεθάνει από την πείνα. Τη νύχτα, οι αγρότες πήγαιναν στα χωράφια για να κόψουν τη σάρκα από τα πτώματα και να την φάνε.»
Σύμφωνα με τα συλλογικά διατάγματα του Μάο, οι αγρότες είχαν απογυμνωθεί από κάθε ιδιωτική περιουσία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα τους είχε απαγορεύσει ακόμη και να μαγειρεύουν το φαγητό τους στο σπίτι, και οι ιδιωτικές εστίες είχαν τεθεί εκτός νόμου. «Οι σιδερένιες ψησταριές, τα γουόκ και τα τηγάνια τους είχαν αφαιρεθεί για να λιώσουν ώστε να γίνουν χάλυβας», εξηγεί ο Μπέκερ.
«Υπήρχε μόνο ένα μέρος στο χωριό από το οποίο επιτρεπόταν να βγαίνει καπνός. Αυτό ήταν η συλλογική κουζίνα. Οι χωρικοί έκαναν ουρά με τα μπολ τους για να λάβουν τις μερίδες φαγητού τους». Οι σοδειές είχαν κατασχεθεί από το κράτος, οπότε η συλλογική σούπα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από έναν «αραιό χυλό μέσα στον οποίο οι μάγειρες είχαν ρίξει φύλλα γλυκοπατάτας και γογγυλιών, αλεσμένα κοτσάνια καλαμποκιού, άγρια χόρτα και οτιδήποτε άλλο μπορούσαν να μαζέψουν οι χωρικοί». Οι πρώτοι που πέθαιναν ήταν όσοι είχαν χαρακτηριστεί πλούσιοι χωρικοί, αυτοί που τους δίνονταν οι μικρότερες μερίδες.
Κατά τη διάρκεια της συγκομιδής, οι κρατικοί επιθεωρητές «έψαχναν τους αγρότες καθώς έφευγαν από τα χωράφια και ξυλοκοπούσαν όποιον έπιαναν να προσπαθεί να φάει τους σπόρους του σιταριού». Μια γυναίκα που της πήρε συνέντευξη ο Μπέκερ αφηγείται το πώς αναγκάστηκε να φτύσει μερικούς σπόρους όταν την εντόπισαν να μασάει ενώ δούλευε σε ένα χωράφι. Όσοι τόλμησαν να αμφισβητήσουν τον παράξενο τρόπο του Μάο για να πετύχει ένα Μεγάλο Άλμα Προς τα Εμπρός - υψηλότερες παραγωγές τροφίμων μέσω της δολοφονίας των πιο επιτυχημένων αγροτών του έθνους - βασανίστηκαν, στάλθηκαν σε στρατόπεδα εργασίας ή εκτελέστηκαν. Για να ενισχύσουν το μονοπωλιακό τους έλεγχο σε κάθε πτυχή της ζωής, οι κολεκτιβιστές της Κίνας το θεώρησαν σοβαρό αδίκημα να επιδιώκουν οποιοδήποτε ιδιωτικό όραμα. Μια αποκεντρωμένη οικονομία που διοικείται από κάποιον άλλο εκτός από τους αρχηγούς του Κόμματος ήταν μια έννοια ακόμη πιο αφόρητη κι από την αποτυχία, τον θάνατο και την τυραννία.
Ο Κουρτουά καταγγέλλει την «άβουλη» αντίδραση σε όλα αυτά από αρκετές γενιές δυτικών διανοουμένων, τη μακρά σειρά απολογητών του Μαρξ, του Λένιν, του Στάλιν, του Μάο, του Χο, του Πολ Ποτ, του Τσε Γκεβάρα και του Φιντέλ Κάστρο, εκείνων στην ακαδημαϊκή κοινότητα που έπαθαν «εκούσια αμνησία» και επέλεξαν να κάνουν τα στραβά μάτια, αντί να αντιμετωπίσουν με ειλικρίνεια τα 100 εκατομμύρια θύματα της κομμουνιστικής καταστολής, των βασανιστηρίων, του λιμού, της τρομοκρατίας και των δολοφονιών.
Εντέλει, η κομμουνιστική τυραννία αποδείχθηκε μη βιώσιμη. Κατέρρευσε, ακριβώς όπως είχε προβλέψει ο Λούντβιχ φον Μίζες ήδη από το 1920, προς απογοήτευση του ακαδημαϊκού κατεστημένου. Τελικά, είχε δίκιο. Η ελευθερία νίκησε!
[Πηγή άρθρου: The Black Book]
Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος ©









