Ο προστατευτισμός δεν μειώνει την «επισιτιστική ανασφάλεια», αλλά την αυξάνει
Ένας από τους μύθους του εμπορικού προστατευτισμού είναι ότι θα οδηγήσει σε αφθονία των αγαθών στο εσωτερικό. Η ακρίβεια κι οι ελλείψεις, όμως, δεν αποτελούν αφθονία.
Ετικέτες: Γραφειοκρατία, Οικονομική πολιτική, Ελεύθερες Αγορές, Προστατευτισμός
Άρθρο του Lipton Mathews, 15/3/2024.
Η επίτευξη της επισιτιστικής ασφάλειας αποτελεί προτεραιότητα των πολιτικών κομμάτων, ανεξαρτήτως ιδεολογίας. Ως εκ τούτου, οι κυβερνήσεις εργάζονται επιμελώς για να διασφαλίσουν την ολοκλήρωση αυτού του σκοπού. Η προληπτική προσέγγιση για την αντιμετώπιση του ζητήματος είναι αξιοθαύμαστη, αλλά στην επιδίωξή τους για την επισιτιστική ασφάλεια, ορισμένες χώρες υιοθετούν αντιπαραγωγικές πολιτικές. Η υπόθεση ότι ο προστατευτισμός μετριάζει τους κινδύνους της επισιτιστικής ασφάλειας εξακολουθεί να υιοθετείται από πολλούς υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, μολονότι δεν υπάρχει κάποια συσχέτιση.
Αυτό το συγκεχυμένο σκεπτικό πηγάζει από μια παρανόηση του τι συνεπάγεται η επισιτιστική ασφάλεια. Εάν ο στόχος της επισιτιστικής ασφάλειας είναι η ικανοποίηση των διατροφικών αναγκών του πληθυσμού, τότε η προέλευση των τροφίμων είναι ασήμαντη. Ρεαλιστικά, οι μικρές χώρες που περιορίζονται από γεωγραφικά εμπόδια επιτυγχάνουν την επισιτιστική τους ασφάλεια μέσω των εισαγωγών. Η Σιγκαπούρη εισάγει πάνω από το 90% των τροφίμων της, ωστόσο παραμένει μια οικονομική υπερδύναμη. Σε αντίθεση με την προπαγάνδα, οι εισαγωγές δεν εμποδίζουν την οικονομική ανάπτυξη και οι εξαγωγές δεν αποτελούν ένδειξη ότι μια οικονομία βρίσκεται σε άνθηση. Η Αμερική κατέγραψε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης σε περιόδους που χαρακτηρίστηκαν από την άνθηση των εξαγωγών.
Η καταφυγή στον προστατευτισμό επιδεινώνει τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα όταν οι χώρες δεν μπορούν να παράγουν αποτελεσματικά. Χωρίς αποτελεσματικότητα, δεν θα υπάρχει η βάση για μια ποιοτική εγχώρια παραγωγή. Ο προστατευτισμός παραμένει πολιτικά αποδεκτός, επειδή οι άνθρωποι είναι πιθανό να εξισώνουν τις απαγορεύσεις των εισαγωγών με την υποστήριξη των τοπικών κλάδων της οικονομίας. Ωστόσο, η μέτρια απόδοση της Αφρικής αποκαλύπτει τις πλάνες του προστατευτισμού. Παρά τη χρήση εμπορικών φραγμών για την προώθηση της τοπικής παραγωγής, η Αφρική εξακολουθεί να μην έχει καταφέρει να αυξήσει την ανάπτυξη και τις εξαγωγές της.
Άλλα στοιχεία δείχνουν ότι, αντί να εμποδίζει την επισιτιστική ασφάλεια, η αποτελεσματική διευκόλυνση του εμπορίου αποτελεί σημαντικό παράγοντα υπέρ της επισιτιστικής ασφάλειας στην Αφρική. Η περαιτέρω διευκόλυνση βελτιώνει την πρόσβαση στα τρόφιμα, επιταχύνοντας τις εισαγωγές σε πληθυσμούς που δεν εξυπηρετούνται επαρκώς. Ένα αποτέλεσμα είναι ότι οι πληθυσμοί επωφελούνται από τα υψηλότερα επίπεδα κατανάλωσης και το πλουσιότερο διαιτολόγιο. Επιπλέον, με την αυξανόμενη προσβασιμότητα στα τρόφιμα λόγω του εμπορίου, τα ποσοστά υποσιτισμού αναπόφευκτα μειώνονται. Αν και το άνοιγμα του εμπορίου δυσφημείται συστηματικά, η βιβλιογραφία έχει δείξει επανειλημμένα ότι έχει ευνοϊκό αντίκτυπο στην επισιτιστική ασφάλεια στην Αφρική.
Επιπλέον, αυτά τα ευρήματα μπορούν να γενικευτούν σε άλλες περιοχές, με τις παγκόσμιες αξιολογήσεις να συμφωνούν ότι το άνοιγμα του εμπορίου προάγει την επισιτιστική ασφάλεια. Οι μελετητές αντιτίθενται στην προπαγάνδα του προστατευτισμού σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Food Policy :
«Τα εμπειρικά μας αποτελέσματα έδειξαν ότι το άνοιγμα του εμπορίου έχει, κατά μέσο όρο, θετικό και στατιστικά σημαντικό καθαρό αντίκτυπο στην επισιτιστική ασφάλεια, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα οφέλη του εμπορίου υπερτερούν του κόστους όσον αφορά την εθνική επισιτιστική ασφάλεια».
Ανεξάρτητα από την περιοχή, η έρευνα δείχνει ότι το άνοιγμα του εμπορίου συσχετίζεται με την επισιτιστική ασφάλεια. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτό ισχύει και για τα δεδομένα που υποδηλώνουν ότι το άνοιγμα του εμπορίου έχει «σημαντικό καθαρό θετικό αντίκτυπο στην επισιτιστική ασφάλεια των ευρωπαϊκών χωρών».
Είναι απίθανο να περιμένουμε ότι ο προστατευτισμός θα αποτρέψει την επισιτιστική ανασφάλεια, μήπως υπάρχει όμως κάποιο περιβαλλοντικό επιχείρημα υπέρ του να αγοράζουμε εγχώρια αγαθά; Οι άνθρωποι υποθέτουν ότι η μεταφορά τροφίμων ευθύνεται για ένα υψηλό ποσοστό εκπομπών, ενώ το ποσοστό είναι μάλλον μικροσκοπικό. Ο τύπος των παραγόμενων τροφίμων αποτελεί καλύτερο προγνωστικό παράγοντα των εκπομπών από τον τόπο παραγωγής τους. Επιπλέον, η μόδα της αστικής γεωργίας, που πυροδότησε το περιβαλλοντικό κίνημα, είναι εξίσου ανεδαφική, εάν ο στόχος είναι η διαχείριση των εκπομπών, επειδή εκτός από ορισμένες καλλιέργειες, το αποτύπωμα διοξειδίου του άνθρακα της αστικής γεωργίας είναι έξι φορές μεγαλύτερο από της συμβατικής γεωργίας.
Και πάλι, σε περιφερειακό επίπεδο, οι περιβαλλοντολόγοι ισχυρίζονται ότι η τοπική κατανάλωση ελαχιστοποιεί τη ρύπανση, μειώνοντας τον αριθμό των μιλίων που διανύουν τα τρόφιμα πριν φτάσουν στους πελάτες. Ωστόσο, οι ερευνητές εξηγούν ότι αυτή η συλλογιστική είναι λανθασμένη:
«Τα τρόφιμα από ένα μεγαλύτερο, πιο μακρινό αγρόκτημα μπορεί να χρειαστεί να διανύσουν περισσότερα μίλια, αλλά η αποτελεσματικότητα που επιτυγχάνεται από τη χρήση ενός τεράστιου εμπορευματοκιβωτίου ή ενός μεγαλύτερου φορτηγού για τη μεταφορά μεγαλύτερων ποσοτήτων μπορεί να οδηγήσει σε πολύ πιο ευνοϊκή αναλογία τροφίμων ανά μίλι και στην πραγματικότητα να μειώσει τις συνολικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις».
Οι λαϊκές δοξασίες κυριαρχούν, παρά τα στοιχεία που αποδεικνύουν το αντίθετο. Δυστυχώς όμως, οι ανούσιες κοινοτοπίες δεν θα οδηγήσουν στην ανθρώπινη ευημερία. Ωστόσο, μια αυθεντική εκπαίδευση στην -ανεξάρτητη από πολιτικές επιρροές- επιστήμη και στα οικονομικά σίγουρα θα το κάνει.
[Πηγή άρθρου: Protectionism Doesn’t Decrease “Food Insecurity”; It Increases It]









