Η τύχη δεν δικαιολογεί την αναδιανομή, ούτε εξηγεί την επιτυχία στην αγορά
Οι εξισωτιστές θεωρούν ότι ο πλούτος είναι αθέμιτος ή ύποπτος, λόγω μιας μυστηριώδους δύναμης που λέγεται τύχη. Τα επιχειρήματά τους αποτυγχάνουν ακόμη κι αν όσα ισχυρίζονται περί τύχης είναι αληθή.
Ετικέτες: Δημοκρατία, Νόμος, Πολιτική, Προοδευτισμός
5/1/2026 • Άρθρο του Joshua Mawhorter
Πολλοί από όσους δεν κατανοούν τις αγορές, τον καταμερισμό της εργασίας, την παραγωγή, την ανταλλαγή αγαθών/υπηρεσιών και το κέρδος —είτε το κάνουν εκούσια είτε όχι— δεν βλέπουν καμία δικαιολογία για την άνιση κατανομή του πλούτου και του εισοδήματος, επειδή η ανισότητα μπορεί να προκύψει (κατ’ αυτούς) μόνο από κακόβουλη δραστηριότητα ή από τύχη.
Πολλοί χλευάζουν το «αόρατο χέρι» του Άνταμ Σμιθ, αλλά οι ίδιοι φαίνεται να πιστεύουν ότι ένα άλλο αόρατο χέρι, της τύχης, κατανέμει άνισα τα προνόμια και τις υστερήσεις, έτσι ώστε ο μεγαλύτερος πλούτος και το μεγαλύτερο εισόδημα να είναι αθέμιτα. Αυτό το αόρατο χέρι της τύχης είναι επίσης καθοριστικό σε σημείο που είναι ανεξάρτητο από την σκόπιμη δράση. Επομένως, όσοι σκέφτονται με αυτόν τον τρόπο θέλουν το ίδιο το ορατό χέρι του κράτους να αναδιατάξει τον πλούτο με τρόπο που να έχει νόημα για αυτούς, αφού το αόρατο χέρι της τύχης κατένειμε τον πλούτο άνισα.
Ο Rothbard γράφει εν συντομία για αυτό το θέμα στο βιβλίο του «Man, Economy and State»: «Μια συνηθισμένη κριτική στις αποφάσεις της ελεύθερης αγοράς είναι ότι η «τύχη» παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στον καθορισμό των εισοδημάτων». Αφού δηλώσουν ότι αυτά τα αποτελέσματα οφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε αυτή τη μυστηριώδη δύναμη που ονομάζεται τύχη, πολλοί καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τέτοιου είδους αποτελέσματα είναι αθέμιτα και ότι η αναδιάταξη των πόρων, ακόμη και με εξαναγκασμό, είναι θεμιτή. Ο Rothbard συνεχίζει: «Αφού κατηγορήσει την αγορά για το ότι απονέμει αδικαιολόγητες δάφνες στους τυχερούς, ο επικριτής της συνεχίζει ζητώντας την απαλλοτρίωση των «πλουσίων» (ή τυχερών) και την επιδότηση των «φτωχών» (ή άτυχων)». Αυτοί μπορούν να ονομαστούν υποστηρικτές του «εξισωτισμού της τύχης».
Ο Robert H. Frank γράφει τα εξής στο βιβλίο του, Under the Influence (Υπό την Επήρεια) :
Επειδή οι επιτυχημένοι άνθρωποι συχνά δεν εκτιμούν τη σημασία των φαινομενικά ασήμαντων τυχαίων γεγονότων στη ζωή, τείνουν να αναπτύσσουν μια υπερβολική αίσθηση αυταξίας για τις τεράστιες υλικές ανταμοιβές που τους προσφέρονται στην αγορά. Βεβαίως, οι περισσότεροι επιτυχημένοι άνθρωποι εργάζονται σκληρά και είναι ιδιαίτερα ταλαντούχοι. Αλλά σε κρίσιμες στιγμές, πρέπει επίσης να υπήρξαν τυχεροί. Υπάρχουν πολλοί άλλοι, άλλωστε, που ήταν εξίσου ταλαντούχοι και εργατικοί, αλλά δεν κέρδισαν ούτε κατά προσέγγιση τόσα πολλά. Το πρόβλημα είναι πως όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η επιτυχία τους ήταν αποκλειστικά δική τους ευθύνη, συχνά γίνονται πιο απρόθυμοι να υποστηρίξουν τους φόρους που είναι απαραίτητοι για τις επενδύσεις που θα δημιουργούσαν παρόμοιες ευκαιρίες για την επόμενη γενιά. (η έμφαση προστέθηκε)
Στην θεώρηση του Frank, η ισότιμη σκληρή δουλειά και το ταλέντο θεωρούνται δεδομένα μεταξύ των ατόμων, αλλά ο καθοριστικός παράγοντας είναι η τύχη. Η τύχη αντιμετωπίζεται ως η βασική ανεξάρτητη μεταβλητή, χωρίς την οποία η επιτυχία γίνεται αποτυχία. Μήπως οι επιτυχημένοι άνθρωποι, όπως ισχυρίζεται ο Frank, δεν εκτιμούν τη σημασία της τύχης ή μήπως ο Frank και άλλοι υποστηρικτές του εξισωτισμού της τύχης δεν καταφέρνουν να εκτιμήσουν τι συμβάλλει στην επιτυχία;
Ως ένα άλλο παράδειγμα, ο G.A. Cohen έγραψε στο Rescuing Justice and Equality :
Οι άνθρωποι με ταλέντα και ικανότητες άνω του μέσου όρου δεν θα έπρεπε, με βάση τη δικαιοσύνη, να λαμβάνουν περισσότερο πλούτο και εισόδημα από τους άλλους, ακόμη και αν η εργασία τους είναι πιο παραγωγική και πολύτιμη από εκείνη των λιγότερο τυχερών συναδέλφων τους. Οι άνθρωποι δεν αξίζουν τις ικανότητες με τις οποίες ξεπερνούν τους άλλους, και η δική μου έντονη πεποίθηση [...] είναι ότι μια άνιση κατανομή, της οποίας η ανισότητα δεν μπορεί να δικαιωθεί από κάποια επιλογή ή λάθος ή παράλειψη εκ μέρους (μερικών εκ) των σχετικών εμπλεκόμενων παραγόντων, είναι άδικη (με την έννοια του unfair, της άδικης ανισότητας) και, ως εκ τούτου, pro tanto, άδικη (με την έννοια του unjust, της αδικοπραξίας), και ότι τίποτα δεν μπορεί να άρει αυτή τη συγκεκριμένη αδικία.
Με άλλα λόγια, αντί η περιουσία, ο πλούτος και το εισόδημα να θεωρούνται νόμιμα μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ο Cohen και άλλοι υποστηρικτές του εξισωτισμού της τύχης πιστεύουν ότι αυτά είναι ύποπτα μέχρι να δικαιολογηθούν προς ικανοποίησή τους.
Τα προβλήματα με τα επιχειρήματα των υποστηρικτών του εξισωτισμού της τύχης έχουν να κάνουν με παρανοήσεις περί της αβεβαιότητας, του ρίσκου και της ανθρώπινης δράσης, το πρόβλημα της γνώσης και την μη ποσοτικοποιήσιμη φύση της «τύχης», καθώς και με την υπόθεση ότι η τύχη -στο βαθμό που υπάρχει- υποδηλώνει απαραίτητα ότι κάθε επιτυχία που μπορεί να της αποδοθεί είναι αθέμιτη.
Τύχη, συμπτώσεις, αβεβαιότητα και ανθρώπινη δράση
Αν η «τύχη» ή η «οι περιστάσεις» ή το χάος είναι πραγματικά ο κανόνας της ανθρώπινης ύπαρξης, τότε δεν υπάρχει η έννοια της ουσιαστικής ανθρώπινης δράσης. Αυτό που πρέπει να εκτιμήσουμε είναι ότι η ανθρώπινη εμπειρία και δράση λαμβάνουν χώρα πάντα μέσα σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο εγγενούς αβεβαιότητας. Στην πραγματικότητα, η αβεβαιότητα είναι απαραίτητη για την ανθρώπινη δράση. Ωστόσο, ενώ αναγνωρίζουμε την αβεβαιότητα και τις άγνωστες μεταβλητές που συχνά ονομάζουμε «τυχαιότητα», υπάρχουν ορισμένες άλλες προϋπάρχουσες πραγματικότητες που καθιστούν την ανθρώπινη δράση ουσιαστική.
Υπάρχει ένα πλέγμα προϋποθέσεων που αποτελεί τη βάση του αξιώματος της δράσης. Για να μελετήσει κανείς τα οικονομικά (ή οτιδήποτε άλλο), υπάρχουν πολλά πράγματα που πρέπει να θεωρούνται ήδη ως αληθή, συμπεριλαμβανομένου του νόμου της αιτιότητας, των ουσιαστικών συνδέσεων μεταξύ μέσων και σκοπών, των αιτιών και των αποτελεσμάτων, της επαγωγής και της αρχής της ομοιομορφίας (UP), των νόμων της λογικής, των αμετάβλητων νόμων που λειτουργούν σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο, της ημι-προβλεψιμότητας του κόσμου σε αντιπαράθεση με την αβεβαιότητα σχετικά με τα αποτελέσματα μιας δράσης, της βασικής αξιοπιστίας της αισθητηριακής αντίληψης, της βασικής αξιοπιστίας της μνήμης, της σύνδεσης του νου και του σώματος, της διάκρισης μεταξύ υλικών παραγόντων - φυσικής, βιολογίας και χημείας που λειτουργούν σύμφωνα με τις φυσικές διαδικασίες - από την σκόπιμη ανθρώπινη κρίση και δράση. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα από τον Mises σχετικά με την αναγκαιότητα αυτών των προϋποθέσεων και τις συνακόλουθες επιστημολογικές προκλήσεις τους:
Σε ένα σύμπαν που δεν διαθέτει αυτή την κανονικότητα, δεν θα μπορούσε να υπάρξει καμία σκέψη και τίποτα δεν θα μπορούσε να βιωθεί. Διότι η εμπειρία είναι η επίγνωση της ταυτότητας του πράγματος που γίνεται αντιληπτό· είναι το πρώτο βήμα προς μια ταξινόμηση γεγονότων. Και η έννοια των τάξεων θα ήταν κενή και άχρηστη αν δεν υπήρχε κανονικότητα.
Σε έναν κόσμο χωρίς αιτιότητα και κανονικότητα των φαινομένων δεν θα υπήρχε πεδίο για ανθρώπινη συλλογιστική και ανθρώπινη δράση. Ένας τέτοιος κόσμος θα ήταν ένα χάος στο οποίο ο άνθρωπος θα έχανε τον προσανατολισμό και την καθοδήγησή του. Ο άνθρωπος δεν είναι καν ικανός να φανταστεί τις συνθήκες ενός τόσο χαοτικού σύμπαντος.
Καμία σκέψη και καμία δράση δεν θα ήταν δυνατή για τον άνθρωπο αν το σύμπαν ήταν χαοτικό, δηλαδή, αν δεν υπήρχε καμία κανονικότητα στην διαδοχή και την αλληλουχία των γεγονότων. Σε έναν τέτοιο κόσμο απεριόριστης ενδεχομενικότητας, τίποτα δεν θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό παρά μόνο η αδιάκοπη καλειδοσκοπική αλλαγή. Δεν θα υπήρχε καμία δυνατότητα για τον άνθρωπο να προσδοκά οτιδήποτε. Κάθε εμπειρία θα ήταν απλώς ιστορική, η καταγραφή όσων έχουν συμβεί στο παρελθόν.
Σύμφωνα με τον Mises, η ανθρώπινη σκέψη, δράση και εμπειρία δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν σε έναν κόσμο αληθινού τυχαίου χάους. Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος είναι τόσο συνηθισμένος στην κανονικότητα που δεν είναι καν ικανός να φανταστεί το αληθινό τυχαίο χάος. Αυτό συνδέεται με το ζήτημα της τυχαιότητας, επειδή, εάν η τύχη ή η σύμπτωση είναι πραγματικά καθοριστικές, τότε η σκόπιμη ανθρώπινη δράση υπονομεύεται, κάτι που ούτε οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του εξισωτισμού της τύχης δεν ισχυρίζονται. Ωστόσο, ακόμη και αν ισχυρίζονταν ότι η τύχη ή οι περιστάσεις είναι ο τελικός καθοριστικός παράγοντας και ότι η σκόπιμη ανθρώπινη δράση υπονομεύεται με αυτόν τον τρόπο, τότε η τύχη θα ματαίωνε επίσης τις σκόπιμες ενέργειες οποιωνδήποτε επίδοξων αναδιαρθρωτών του πλούτου και οποιονδήποτε κρατικών ελίτ.
Όταν οι περισσότεροι άνθρωποι αναφέρονται σε «τύχη» ή σε «περιστάσεις», συχνά δεν εννοούν ένα αληθινό τυχαίο χάος ή κάποια απρόβλεπτη δύναμη που εισβάλλει σε μια κατάσταση, αλλά ότι υπάρχει ένα στοιχείο αγνώστου, αβεβαιότητας ή ρίσκου σε κάθε δράση και αποτέλεσμα. Αυτό μπορεί εύκολα να το παραδεχτεί κανείς, αλλά δεν ανατρέπει την σκόπιμη ανθρώπινη δράση και την σύνδεση μεταξύ επιλογών και αποτελεσμάτων, ούτε απονομιμοποιεί τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα.
Το πρόβλημα της γνώσης και η κατανομή της τύχης
Όπως συμβαίνει και με τα σύγχρονα επιχειρήματα σχετικά με την «ισότητα των ευκαιριών» (equity) —το επιχείρημα υπέρ της άνισης μεταχείρισης των ατόμων, ιδιαίτερα μέσω του κράτους, με στόχο την επίτευξη ίσων ευκαιριών ή/και αποτελεσμάτων για διαφορετικά άτομα— υπάρχει το θεμελιώδες ζήτημα του προβλήματος της γνώσης του Χαγιέκ. Τα τελευταία χρόνια, έχει παρουσιαστεί μια δημοφιλής εικόνα που φιλοδοξεί να καταδείξει την «προφανή» δικαιοσύνη της εξισωτικής ισότητας των ευκαιριών:
Σε αντίθεση με την ισότητα (equality), η ισότητα των ευκαιριών (equity) σημαίνει να αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους με ξεχωριστό τρόπο, ώστε να αντισταθμίζουμε τις διαφορετικές περιστάσεις και ανάγκες τους, με σκοπό την επίτευξη δίκαιων αποτελεσμάτων. Όσον αφορά την τύχη, η παραπάνω εικόνα είναι ουσιαστικά μια απεικόνιση της ανομοιόμορφης τύχης - άνισα ύψη - και η ισότητα των ευκαιριών (equity) παρουσιάζεται ως η δίκαιη (σ.σ. τόσο με την έννοια του fair όσο και με την έννοια του just) και προφανής λύση. Όσο περισσότερο πιστεύει κανείς ότι οι ευκαιρίες και τα αποτελέσματα καθορίζονται από την τύχη, τόσο πιο προφανής φαίνεται η ισότητα των ευκαιριών (equity).
Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει μια τέτοια άποψη —εκτός από τα ηθικά προβλήματα— είναι η υπόθεση ότι ένα άτομο ή μια ομάδα μπορεί 1) να κατέχει τη υπόρρητη, ποιοτική και συνεχώς μεταβαλλόμενη γνώση όλων των σχετικών τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και άνισοι, τυχεροί ή άτυχοι, 2) να γνωρίζει την ακριβή, εξειδικευμένη, μοναδική μεταχείριση που πρέπει να λαμβάνει κάθε άτομο για να το εξισώσει, και στη συνέχεια 3) να έχει την εξουσία να εφαρμόσει επιδέξια αυτή την άνιση μεταχείριση, προκειμένου να επιτευχθούν ίσες ευκαιρίες ή αποτελέσματα.
Η εικόνα της ισότητας δείχνει μόνο μία μεταβλητή της τύχης - τα άνισα ύψη - μεταξύ τριών ατόμων σε μια κατάσταση. Προσθέστε τις επιπλέον μοναδικές καταστάσεις, τις άλλες πτυχές διαφορετικής τύχης και ανισότητας, τις διαφορετικές υποκειμενικές προτιμήσεις και τις αλλαγές που μπορεί να συμβούν. Επίσης, λάβετε υπόψη ότι, ακόμη και αν δοθούν στο κράτος ή σε κάποια άλλη οντότητα τεράστιες εξουσίες για να εξισώνει ευκαιρίες ή αποτελέσματα, οι ελίτ δεν μπορούν να κατέχουν όλη αυτή τη γνώση, κι επιπλέον ούτε οι πιο αυστηρές ενέργειές τους δεν μπορούν να αναιρέσουν ή να ελέγξουν την τύχη. Τώρα, αντί για τρία άτομα διαφορετικού ύψους, που στέκονται σε κουτιά ίσου μεγέθους προσπαθώντας να δουν πάνω από έναν φράχτη, σκεφτείτε τον Τροχό των Διατομεακών Προνομίων :
Μολονότι μπορεί να εντοπίσουμε αρκετά προβλήματα σε αυτόν τον τροχό σχετικά με ό,τι προϋποθέτει και συμπεραίνει, άθελά του εξυπηρετεί ένα αληθινό επιχείρημα: οι άνθρωποι είναι εντελώς διαφορετικοί με τόσους πολλούς αλληλοεπικαλυπτόμενους τρόπους, υπολογίσιμους και ανυπολόγιστους, επιλεγμένους και μη επιλεγμένους. Ο Thomas Sowell, στο βιβλίο του The Quest for Cosmic Justice, (Η Αναζήτηση της Οικουμενικής Δικαιοσύνης) υποστηρίζει ότι όλοι οι παράγοντες που καθιστούν τους ανθρώπους άνισους είναι τόσο ποικίλοι, συγκεκριμένοι και μη ποσοτικοποιήσιμοι, που θα απαιτείτο παντογνωσία για να γνωρίζουμε και να υπολογίζουμε τον αντίκτυπο όλων αυτών των παραγόντων σε κάθε άτομο. Επομένως, η υπόσχεση του ισότιμου εξισωτισμού είναι αδύνατη.
Επιστρέφοντας στην έννοια της τύχης, μολονότι η ποσοτικοποίηση ορισμένων μεταβλητών είναι αμφισβητήσιμη και μολονότι μπορεί να υπάρχουν πολλές άλλες σχετικές μη ποσοτικοποιήσιμες μεταβλητές, η τύχη δεν είναι υπολογίσιμη και ποσοτικοποιήσιμη. Ποια είναι η ποσοστιαία κατανομή της τύχης σε μια δεδομένη περίπτωση επιτυχίας ή αποτυχίας; Ο Rothbard θίγει τον πυρήνα του ζητήματος :
Ωστόσο, πώς μπορεί να απομονωθεί και να αναγνωριστεί η τύχη; Θα πρέπει να είναι προφανές ότι είναι αδύνατο να γίνει αυτό. Σε κάθε δραστηριότητα της αγοράς, η τύχη είναι άρρηκτα συνυφασμένη (με την δραστηριότητα αυτή) και είναι αδύνατο να απομονωθεί. Συνεπώς, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για να λέμε ότι οι πλούσιοι είναι πιο τυχεροί από τους φτωχούς... Κανείς δεν μπορεί να πει ποια είναι η κατανομή της τύχης· επομένως, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία εδώ για μια πολιτική «αναδιανομής».
Αν η επιτυχία αποδίδεται στην τύχη, και η τύχη αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την κατάσχεση και την αναδιανομή, τότε οι ενάγοντες θα πρέπει τουλάχιστον να είναι σε θέση να απομονώσουν τη μεταβλητή της τύχης και να δείξουν τον βαθμό στον οποίο η τύχη συνέβαλε στην επιτυχία. Η επίρριψη ευθυνών στην τύχη είναι απλώς μια κατηγορία που διατυπώνεται χωρίς αιτιολόγηση.
Και λοιπόν; Τύχη, ιδιοκτησία και το κρατιστικό non sequitur
Ακόμα κι αν ένα επιθυμητό αποτέλεσμα μπορεί να αποδοθεί στην τύχη ή την σύμπτωση —εν μέρει ή εν όλω— αυτό δεν σημαίνει ότι το αποτέλεσμα είναι άδικο (σ.σ. με την έννοια του unjust, δηλαδή της αδικοπραξίας). Δεδομένου ότι η τύχη —στο βαθμό που κάτι τέτοιο υπάρχει πραγματικά— δεν μπορεί να μετρηθεί ή να ελεγχθεί, και δεδομένου ότι η ποικιλομορφία και η ανισότητα είναι φυσικές πραγματικότητες και θεμελιώδεις για την ανθρώπινη φύση, η εστίαση θα πρέπει να είναι στο κατά πόσον η ιδιοκτησία έχει αποκτηθεί νόμιμα, μέσω παραγωγής ή ανταλλαγής.
Αυτό το επιχείρημα σχετικά με την τύχη είναι ένα κλασικό παράδειγμα του κρατιστικού non sequitur. Η δήλωση του Rothbard καταδεικνύει αυτήν την εσφαλμένη παραδοχή:
«Αφού πρώτα ισχυριστεί ότι η αγορά απονέμει αδικαιολόγητες δάφνες στους τυχερούς, [ατεκμηρίωτο λογικό άλμα:] ο επικριτής της συνεχίζει ζητώντας την απαλλοτρίωση των «πλουσίων» (ή τυχερών) και την επιδότηση των «φτωχών» (ή άτυχων)».
Τα Ιδιοκτησιακά δικαιώματα φέρονται να είναι άσχετα ή τουλάχιστον ύποπτα, λόγω αυτής της μυστηριώδους δύναμης που ονομάζεται τύχη. Δεν συνεπάγεται ότι η περιουσία κάποιου μπορεί να απαλλοτριωθεί νόμιμα, επειδή κάποιος την παρήγαγε ή την έλαβε χάρη σε μια μη μετρήσιμη ποσότητα τύχης ή ευνοϊκών περιστάσεων.
Ο David Gordon το εκφράζει αυτό με ένα απλό ρητορικό ερώτημα: «Ακόμα κι αν η τύχη ευθύνεται για την ανισότητα, και λοιπόν; Ποιο είναι το πρόβλημα με αυτό;» Αν —κατά τα φαινόμενα— κάποιος εισπράξει ένα όφελος λόγω καθαρής τύχης, αυτό δεν σημαίνει ότι οι άλλοι έχουν μεγαλύτερη αξίωση στην ιδιοκτησία του. Αν ίσχυε αυτό, τότε απλώς η κατηγορία για την τύχη κάποιου άλλου θα ήταν αρκετή για να του ληστέψουν την περιουσία του και να το ονομάσουν αναδιανεμητική δικαιοσύνη.
Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι η τύχη ευθύνεται για την άνιση κατανομή της ιδιοκτησίας και του πλούτου, αυτό δεν συνεπάγεται ότι η κρατική εξουσία πρέπει να χρησιμοποιείται για την απαλλοτρίωση της. Και πάλι, ο David Gordon γράφει : «Ακόμα κι αν δεν αξίζετε ηθικά να επωφεληθείτε από τα φυσικά σας ταλέντα, δικαιούστε τον μεγαλύτερο πλούτο και το υψηλότερο εισόδημά σας, εφόσον τα αποκτάτε μέσω ενός δίκαιου συστήματος απόκτησης και μεταβίβασης της ιδιοκτησίας».
Σύνοψη
Μια φιλοσοφία που θεωρεί την τύχη ή τις περιστάσεις ως την ανεξάρτητη, καθοριστική μεταβλητή, αποδυναμώνει τους ανθρώπους και ενθαρρύνει τον φθόνο και την ζηλοφθονία, επειδή αποσυνδέει τα αποτελέσματα από τις πράξεις. Εάν μια αιτιώδης σύνδεση μεταξύ μέσων και σκοπών δεν μπορεί να αποδειχθεί ουσιαστικά, ακόμη και αν το αποτέλεσμα είναι πάντα αβέβαιο, λόγω αυτής της αόριστης έννοιας της τύχης, τότε η δράση είναι άνευ νοήματος.
Το να κατηγορούμε την τύχη —σε όποιο βαθμό κι αν υπάρχει— για την επιτυχία είναι απλώς μια απόπειρα να κηρυχθεί κάτι αθέμιτο χωρίς αποδεικτικά στοιχεία. Η υπεράσπιση του εξισωτισμού της τύχης προέρχεται από τους αδαείς ή/και τους ζηλόφθονους, που βλέπουν αποτελέσματα τα οποία παρερμηνεύουν και αποδοκιμάζουν. Το να κατηγορούμε την τύχη ανοίγει την πιθανότητα απαλλοτρίωσης των «τυχερών» και επιτρέπει στους υποστηρικτές του εξισωτισμού της τύχης να πιστεύουν ότι η μόνη ουσιαστική διαφορά μεταξύ αυτών και των επιτυχημένων, τους οποίους απεχθάνονται, είναι μια ανεξέλεγκτη, μυστηριώδης δύναμη που ονομάζεται τύχη.
[Πηγή άρθρου: The Luck Fallacy and Luck Egalitarianism]











