Τα ψευδή σήματα του επίπλαστου χρήματος
Πρέπει να τεθεί το αποφασιστικό ερώτημα: αν το κρατικό χρήμα είναι πραγματικά ανώτερο, γιατί χρειάζεται καταναγκασμός για να επιβληθεί σε εκείνους που υποτίθεται ότι ωφελούνται από την ύπαρξή του;
Ετικέτες: Πληθωρισμός, Νομισματική πολιτική,
8/6/2026 • Άρθρο του Roman Kireev (για την πλήρη λίστα των μεταφρασμένων άρθρων του, πατήστε τον σύνδεσμο)
Εάν οι τιμές αυξάνονται, θεωρείται ότι πρέπει να έχει τεθεί σε λειτουργία η ίδια (σ.σ. αυξητική) νομισματική διαδικασία. Εάν η ποσότητα του χρήματος αυξάνεται, πρέπει να παραμονεύει κάποιο είδος «άνθησης». Ακόμη και μια μεγάλη εισροή χρήματος από εμπορευματικό χρήμα (όπως ο χρυσός ή ο άργυρος) σε μια ελεύθερη αγορά θεωρείται ότι δημιουργεί μια ήπια -ή προσωρινή- εκδοχή του λεγόμενου «επιχειρηματικού κύκλου». Η φαινομενική απουσία του αποδίδεται απλώς στη σπανιότητα τέτοιων εισροών και στο κόστος και την βραδύτητα της εξόρυξης πολύτιμου μετάλλου, και όχι σε κάποια θεμελιώδη διαφορά στην υποκείμενη διαδικασία.
Ωστόσο, αυτή η συλλογιστική καταρρίπτει μια κρίσιμη διάκριση. Τόσο η εισροή χρυσού όσο και η επέκταση του παραστατικού (fiat, άνευ αντικρίσματος) χρήματος μπορούν να αυξήσουν τις τιμές, εφόσον όλα τα άλλα παραμένουν ίδια. Όμως η αύξηση των τιμών από μόνη της δεν είναι το αποφασιστικό ζήτημα. Αυτό που έχει σημασία είναι αν το συντονιστικό σήμα της αγοράς, πάνω απ ‘όλα το επιτόκιο, έχει παραποιηθεί· και αυτό εξαρτάται κυρίως από το αν νέο χρήμα εισέρχεται στην αγορά δανείων πριν οι τιμές και τα ποσοστά μισθών προλάβουν να προσαρμοστούν.
Όσο πιο γρήγορα και πιο επίμονα φτάνουν στην αγορά δανείων νέα χρήματα σε σχέση με αυτήν την προσαρμογή, τόσο πιο σοβαρά παραποιείται το επιτόκιο, και μαζί με αυτό, ο επιχειρηματικός υπολογισμός που εξαρτάται από αυτό. Το κρίσιμο είναι ότι μια τέτοια παραποίηση δεν μπορεί να συνεχιστεί εκτός εάν διατηρείται συνεχώς, και η διαρκής στρέβλωση αυτού του είδους δεν είναι υποπροϊόν της ελευθερίας, αλλά της σκόπιμης, καταναγκαστικής πολιτικής.
Είτε ο χρυσός φτάνει μέσω εξόρυξης ή εμπορίου, είτε ακόμα και μέσω της ξαφνικής δαπάνης ενός προηγουμένως κρυμμένου θησαυρού, τα βασικά χαρακτηριστικά παραμένουν τα ίδια. Η προσφορά του χρήματος αυξάνεται. Υποθέτοντας ότι η ζήτηση του χρήματος δεν αυξάνεται αναλογικά, οι τιμές θα τείνουν να αυξάνονται με την πάροδο του χρόνου.
Οι επιχειρηματίες και οι καταναλωτές, παρατηρώντας αυτές τις αλλαγές, κάνουν αυτό που κάνουν πάντα: προσπαθούν να ερμηνεύσουν τις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Κάποιοι θα κρίνουν σωστά, άλλοι όχι. Κάποιοι μπορεί να επεκτείνουν την παραγωγή πρόωρα, συγχέοντας τα υψηλότερα χρηματικά έσοδα με μια αυξημένη πραγματική ζήτηση. Άλλοι θα προχωρήσουν πιο προσεκτικά. Θα συμβούν λάθη και κάποιο κεφάλαιο θα σπαταληθεί. Αλλά αυτοί είναι οι συνήθεις κίνδυνοι της οικονομικής ζωής. Τα κέρδη και οι ζημίες συνεχίζουν να εκτελούν τη συνήθη λειτουργία τους: ανταμείβουν την ανώτερη διορατικότητα και διορθώνουν την κατώτερη κρίση.
Κάποιος θα μπορούσε δικαίως να αντιτάξει ότι ένα τμήμα αυτού του νεοαποκτηθέντος χρυσού αναπόφευκτα θα εισρεύσει στην αγορά δανείων — είτε εξ ολοκλήρου, όταν ο νεοαποκτηθείς χρυσός κατατίθεται απευθείας και δανείζεται μέσω της πιστωτικής αγοράς, είτε εν μέρει, όταν κάποιο μέρος μιας ευρύτερης εισροής βρει τον δρόμο του προς τον δανεισμό, πριν οι τιμές προλάβουν να προσαρμοστούν. Αυτό μπορεί προσωρινά να επηρεάσει το ακαθάριστο επιτόκιο της αγοράς και, θεωρητικά, να παράγει αποτελέσματα που μοιάζουν με ορισμένες πτυχές του επιχειρηματικού κύκλου.
Αλλά πόσο συχνές, συγκεντρωμένες και επίμονες είναι τέτοιου είδους εισροές σε έναν κόσμο χωρίς καταναγκασμό;
Σε μια ελεύθερη αγορά, το χρήμα εισέρχεται στην οικονομία ακανόνιστα και σε περιορισμένες ποσότητες —ένα χαρακτηριστικό άρρηκτα συνδεδεμένο με αυτό που καθιστά ένα εμπόρευμα κατάλληλο ως μέσο συναλλαγής εξαρχής: την σχετική σταθερότητα της προσφοράς του. Όποια προσωρινή πίεση κι αν ασκεί μια εισροή χρυσού στην αγορά των δανείων, η συνήθης πορεία προσαρμογής της αγοράς —η μεταβαλλόμενη ζήτηση, η επιχειρηματική ανακατανομή και η συνεχής αναθεώρηση των σχεδίων— λειτουργεί για να την αντισταθμίσει. Η θεωρητική πιθανότητα στρέβλωσης υπάρχει, αλλά δεν μεταφράζεται σε μια διαρκή και συντονισμένη παραποίηση του επιτοκίου, η οποία απαιτείται για να προξενήσει έναν γενικευμένο κύκλο άνθησης-ύφεσης (boom-bust cycle).
Το ίδιο το χρήμα υπόκειται σε ανταγωνισμό όπως κάθε άλλο αγαθό. Οποιοσδήποτε μπορεί να εισέλθει στην παραγωγή του ή να προσπαθήσει να προσφέρει ένα εναλλακτικό μέσο συναλλαγής. Καμία επίσημη αρχή δεν επιβάλλει την χρήση του. Εάν ένα συγκεκριμένο χρήμα παραποιούσε συνεχώς τους οικονομικούς υπολογισμούς, τα άτομα θα αναζητούσαν πιο αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις. Η ιστορική εμφάνιση και διατήρηση του εμπορευματικού χρήματος υπό συνθήκες σχετικής νομισματικής ελευθερίας δεν είναι επομένως τυχαία, ούτε είναι τυχαίος ο σταδιακός της εκτοπισμός από το κράτος.
Πρέπει κανείς να θέσει το αποφασιστικό ερώτημα: αν το παραστατικό (fiat) χρήμα είναι πραγματικά ανώτερο, γιατί θα χρειαζόταν καταναγκασμός για να επιβληθεί σε εκείνους που υποτίθεται ότι θα ωφελούνταν από την ύπαρξή του;
[Πηγή άρθρου: False Signals]
Ο Ρομάν Κιρέεφ είναι ένας ερημίτης. Ένας εστέτ. Ένας συλλέκτης επικίνδυνων ιδεών. Κάποιοι τον θεωρούν απειλή για τη διεθνή σταθερότητα. Τα δοκίμιά του μεταφράζονται με προσοχή, υποσημειώνονται σε διπλωματικά τηλεγραφήματα και απαγορεύονται σε τουλάχιστον δύο κεντρικές τράπεζες.
Επίσημα σπούδασε στην Ευρώπη — αν και οι εκδοχές διίστανται. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι σπούδασε σημειολογία υπό την καθοδήγηση ενός αφορισμένου στρουκτουραλιστή στο Παρίσι. Άλλοι υποστηρίζουν ότι έδινε διαλέξεις για τα οικονομικά της Αυστριακής Σχολής με ψευδώνυμο προτού εξαφανιστεί για τρία χρόνια, για να επανέλθει στην επιφάνεια με ένα χειρόγραφο τόσο εκρηκτικό, που τρεις εκδότες νοσηλεύτηκαν αφού το διάβασαν. Ο ένας άλλαξε οριστικά.
Λέγεται ότι διαμένει σε ένα παλάτι που καταρρέει κοντά στη Βιτσέντζα, φωτισμένο από κηροπήγια και το οποίο μοιράζεται με δύο πρώην τραγουδίστριες της όπερας από τη Βιέννη. Γράφει με μελάνι. Πίνει αψέντι. Και δεν έχει χρησιμοποιήσει ποτέ αριθμομηχανή. Η διεύθυνση email του είναι marginalutility@inhumanaction.com.






