Ας μην κατηγορούμε τα σόσιαλ μίντια για τις συνέπειες της δημοκρατίας
Ο λόγος που λειτουργούν διχαστικά είναι η εκφυλιστική πολιτισμική επίδραση της δημοκρατίας, της παγκόσμιας ιδεολογίας της εποχής μας.
Ετικέτες: Μεγάλο κράτος, Δημοκρατία
Άρθρο του Per Bylund, 22/1/2024.
Τα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συχνά δυσφημούνται για την μοχθηρία που προκαλούν, με την έμφαση στις προσωπικές επιθέσεις και το τρολάρισμα, που τείνουν να μαστίζουν κάποιες, ενδεχομένως λογικές, συζητήσεις. Το X (πρώην Twitter) υποτίθεται ότι είναι το χειρότερο, στο οποίο οι άνθρωποι επιδίδονται σε ατελείωτες λασπολογίες και βρισιές. Ωστόσο, κι οι άλλες πλατφόρμες δεν είναι καλύτερες.
Η κοινή εξήγηση για τον εκφυλιστικό χαρακτήρα της έκφρασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ότι αυτές οι πλατφόρμες έχουν αναπτυχθεί για να μεγιστοποιούν την «εμπλοκή», η οποία ευνοεί τις συναισθηματικές εκρήξεις έναντι του στοχαστικού, ορθολογικού λόγου. Πράγματι, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν σχεδιαστεί για να αναδεικνύουν την χειρότερη πλευρά των ανθρώπων. Είναι ψυχολογικές επιχειρήσεις (psy-ops) κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που σπρώχνουν ή παρωθούν τους ανθρώπους να κραυγάζουν και να επιτίθενται άγρια ο ένας στον άλλον.
Υπάρχει κάποια αλήθεια στο επιχείρημα περί εμπλοκής, αλλά το πρόβλημα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι πολύ βαθύτερο από την απληστία, η οποία εκμεταλλεύεται την προηγμένη τεχνολογία. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι το σύμπτωμα, όχι η αιτία. Ο λόγος που «λειτουργούν» με αυτόν τον τρόπο είναι επειδή η κοινωνία έχει ασπαστεί τη δημοκρατία ως ιδεολογία.
Η δημοκρατία ως σύστημα διακυβέρνησης
Το σύστημα διακυβέρνησης που οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα θεωρούν δεδομένο λέγεται συνήθως ότι έχει την ιστορική του προέλευση από την αρχαία πόλη-κράτος της Αθήνας. Οι σύγχρονες δημοκρατίες μας, φυσικά, απέχουν πολύ από τις αρχαίες δημοκρατίες τόσο στην ουσία όσο και στη δομή τους. Στη σύγχρονη εποχή, η δημοκρατία βρίσκει τις απαρχές στην κατάργηση του θείου δικαιώματος των βασιλιάδων και στην ανάδυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που οριοθετούν τις εξουσίες του κράτους, ίσως ξεκινώντας με την Ένδοξη Επανάσταση το 1688-89 (στην Βρετανία). Έτσι, οι εξουσίες του μονάρχη περιορίστηκαν και εξισορροπήθηκαν από αυτές των κοινοβουλίων, που συνήθως αποτελούνταν από την αριστοκρατία.
Η ιδέα του κλασικού φιλελευθερισμού του Διαφωτισμού διέβρωσε περαιτέρω την κεντρική εξουσία του κράτους, μετατοπίζοντας την εστίαση στα ατομικά δικαιώματα και στη δημοκρατία ως την διακυβέρνηση μέσω της λαϊκής ψήφου. Στην τυπική μορφή της σύγχρονης δημοκρατίας, οι περισσότεροι πολίτες που υπόκεινται στις εντολές του κράτους επιτρέπεται να ψηφίζουν τους εκπροσώπους τους, οι οποίοι, ως μέλη ενός κοινοβουλίου, κυβερνούν την κοινωνία μέσω μιας νομοθεσίας που επιβάλλεται από τον κρατικό μηχανισμό της βίας.
Η φιλελεύθερη δημοκρατία συχνά νοείται ως μια διακυβέρνηση με λαϊκή ψήφο, στην οποία η ισχύς της πλειοψηφίας αποτρέπεται από το να καταπιέζει τις μειοψηφίες μέσω της τήρησης κάποιου συνόλου «καθολικών» ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επιπλέον, το κράτος περιορίζεται σε κάποια εκδοχή του κράτους δικαίου, το οποίο συνήθως ορίζει καθολικούς κανόνες που ισχύουν εξίσου για όλους τους υπηκόους του κράτους. Ωστόσο, η σύγχρονη δημοκρατία έχει εξελιχθεί αρκετά από αυτό το μάλλον ρεπουμπλικανικό ιδανικό της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Η δημοκρατία ως ιδεολογία
Οι σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες, και ιδιαίτερα τα δυτικά κράτη πρόνοιας, έχουν υιοθετήσει το δημοκρατικό ιδανικό του «ένας άνθρωπος, μία ψήφος» πολύ πέρα από τα όρια της ίσης επιρροής στον διορισμό εκπροσώπων στην κυβέρνηση. Αυτή η εξέλιξη βασίζεται στην διαστρέβλωση και στην εσφαλμένη εφαρμογή κι εσφαλμένη εξαγωγή συμπερασμάτων από την κλασική φιλελεύθερη αρχή της ισότητας. Αντί για τα ίσα δικαιώματα των ατόμων, η δημοκρατία ως θρησκεία υιοθετεί την ισότητα σαν αναγκαιότητα και ιδανικό.
Με άλλα λόγια, αντί οι πολίτες να είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, το κράτος χρησιμοποιείται για να παράγει ίσα αποτελέσματα για κάθε πολίτη. Η λογική, είτε αυτή αναφέρεται ρητά είτε όχι, είναι ότι κάθε άτομο έχει ίση αξία και επομένως πρέπει να έχει ίσο πλούτο και ίση ευτυχία. Ως αποτέλεσμα, όποιος είναι πλουσιότερος ή πιο ευτυχισμένος από κάποιον άλλο προκαλεί -ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος- μια ανισότητα και έτσι, σύμφωνα με αυτή τη «λογική», έχει στερήσει από τους λιγότερο τυχερούς αυτά που τους λείπουν.
Η επίσημη δημοκρατία —το σύστημα διακυβέρνησης— παρέχει στις ζηλόφθονες μάζες τα εργαλεία για να πάρουν αυτό που πιστεύουν ότι τους αξίζει. Η θρησκεία της δημοκρατίας δικαιολογεί τον φθόνο τους.
Η δημοκρατία ως θρησκεία δεν εφαρμόζεται μόνο στον υλικό πλούτο, αλλά αποτελεί ένα πλαίσιο για την επανερμηνεία όλων των ατομικών/ανθρώπινων δικαιωμάτων σε σχέση με αυτά που αρχικά διατυπώθηκαν από τους κλασικούς φιλελεύθερους. Κατά συνέπεια, η ισότητα ευκαιριών σημαίνει ισότητα αποτελεσμάτων, διότι αν δεν σημαίνει αυτό, τότε οι ευκαιρίες δεν μπορεί να ήταν ίσες. Ομοίως, το ίσο δικαίωμα να εκφράζει κανείς τη γνώμη του - η ελευθερία του λόγου - σημαίνει ισότητα των απόψεων των ανθρώπων, ανεξάρτητα από το πόσο αβάσιμες είναι.
Το πρόβλημα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Ας εφαρμόσουμε τώρα τη θρησκεία της δημοκρατίας και το ιδανικό της ισότητας στο φαινόμενο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Σε έναν κόσμο όπου η γνώμη κάθε ατόμου έχει ίση αξία και όπου ο καθένας μπορεί να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε συζήτηση, όπως συμβαίνει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι συζητήσεις μετατρέπονται σε κραυγές που στερούνται δομής και κατεύθυνσης. Γίνονται επίσης κενές και άδειες από στοχασμό, καθώς κάθε λέξη που λέγεται - ή κάθε ανάρτηση που προστίθεται - έχει ίση αξία: το συναισθηματικό ξέσπασμα του ανόητου και το σχόλιο ενός ειδικού είναι ισότιμα.
Η ίση αξία της γνώμης σημαίνει ότι ο διάλογος κρίνεται τελικά από την ποσότητα και όχι την ποιότητα των αναρτήσεων. Όποιος δημοσιεύει περισσότερο —ή όποια άποψη εκπροσωπείται συχνότερα— «κερδίζει» τη διαμάχη. Μετατρέπεται σε μια δημοκρατία πεποιθήσεων, όπου οι απόψεις της μειοψηφίας καταργούνται και απορρίπτονται.
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επομένως, όποιος έχει τους περισσότερους ακολούθους έχει περισσότερη δύναμη και επιρροή — αλλά μόνο στο βαθμό που οι ακόλουθοι είναι εκδηλωτικοί και πρόθυμοι να «συμμετάσχουν» για να «νικήσουν». Με άλλα λόγια, οι ιδέες με την μεγαλύτερη συναισθηματική αποδοχή, με την σαφέστερη οριοθέτηση του ποιος αποτελεί απειλή ή εχθρό, και με τους πιο κακούς εχθρούς, λαμβάνουν τις περισσότερες αναδημοσιεύσεις — εξ ου και η επείγουσα ανάγκη να αποκαλούμε τους πάντες ρατσιστές ή φασίστες, αφού ποιος δεν είναι κατά του ρατσισμού και του φασισμού;
Ομοίως, όποιος επιχειρεί έναν εποικοδομητικό διάλογο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης —ειδικά όταν εκφράζει ιδέες που δεν είναι ήδη ευρέως διαδεδομένες ή κατανοητές— προσελκύει θορυβώδεις επικριτές. Αυτό υπονομεύει σε μεγάλο βαθμό την λεγόμενη αγορά των ιδεών, αναιρώντας τον κανονικό της μηχανισμό επιλογής και υποβάλλοντάς τον στη «δημοκρατία»: η κυριαρχία του όχλου αντικαθιστά τον ορθολογικό διάλογο.
Με άλλα λόγια, η μάθηση αφορά την αλλαγή γνώμης κάποιου για κάτι, συγκεκριμένα μέσω της έκθεσης σε καλύτερες και πιο καλοσχεδιασμένες ερμηνείες και ιδέες (και μέσω της πιθανής υιοθέτησής τους). Η παροχή μιας σωστής εκπαίδευσης αφορά την επικοινωνία της γνώσης ή της κατανόησης σε όσους δεν τις έχουν ακόμη αποκτήσει.
Συνεπώς, η μάθηση είναι θέμα ποιότητας και όχι ποσότητας. Αυτό ισχύει και εκτός της επίσημης εκπαίδευσης: όσοι έχουν ήδη μάθει κάτι νέο, ειδικά προηγμένες γνώσεις, θα αποτελούν πάντα μειονότητα σε σύγκριση με τους υπόλοιπους. Αυτή η μειονότητα θα εκφράζει επίσης σε μεγαλύτερο βαθμό τις αμφιβολίες της και θα αντιστέκεται στο να παρουσιάζει τις απόψεις της σαν «άσπρο ή μαύρο», επειδή όσοι έχουν αφιερώσει χρόνο και προσπάθεια για να κατανοήσουν σε βάθος κάποιο ζήτημα είναι συνήθως επίσης ενήμεροι για τις αποχρώσεις και τις αβεβαιότητες του ζητήματος.
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν υπάρχει καμία προστιθέμενη αξία στη γνώση, στην προσεκτική έκφραση ή στο να είσαι στοχαστικός. Αντίθετα, αυτό σε καθιστά ένα ταιριαστό θύμα του όχλου, ο οποίος θα κερδίσει επειδή υπερτερεί αριθμητικά. Ως αποτέλεσμα, υπάρχει αυξανόμενη δυσαρέσκεια και εχθρότητα προς τους γνώστες, πραγματικούς ή μη, απλώς και μόνο επειδή είναι γνώστες. Όποιος μπορεί να αναγνωριστεί ως γνώστης γίνεται στόχος.
Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν είναι σφάλμα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, είτε ως φαινόμενο, είτε ως επιχειρηματικό μοντέλο ή τεχνολογία. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν προκαλούν, αλλά απλώς κεφαλαιοποιούν την κατάσταση των πραγμάτων στη σύγχρονη κοινωνία. Ο λόγος που τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν με τον τρόπο που λειτουργούν -ο λόγος που είναι χολερικά και δημοφιλή ταυτόχρονα - είναι η εκφυλιστική πολιτισμική επίδραση της δημοκρατίας, της παγκόσμιας ιδεολογίας της εποχής μας.
[Πηγή άρθρου: Social Media Should Not Be Blamed for the Consequences of Democracy]








