Μια ανατρεπτική άποψη για τον πόλεμο
Η επικρατούσα άποψη για την ηθική των φόνων εν καιρώ πολέμου είναι βαθιά εσφαλμένη.
Ετικέτες: Βιβλία, ΜΜΕ και Πολιτισμός, Φιλοσοφία, Πόλεμος και Εξωτερική Πολιτική
24/4/2026 • Άρθρο του David Gordon
Ο Jeff McMahan έγραψε ένα πραγματικά επαναστατικό βιβλίο, με τίτλο, «Killing in War» (2009), με το οποίο αποκάλυψε ένα σφάλμα στην τυπική θεωρία περί δίκαιου πολέμου. Η συμβατική άποψη διαχωρίζει αυστηρά την ηθική που οδηγεί στον πόλεμο — jus ad bellum — από την ηθική εν καιρώ πολέμου — jus in bello. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, το εάν ένας πόλεμος είναι δίκαιος ή όχι δεν επηρεάζει την ηθική του τρόπου διεξαγωγής του.
Οι στρατιώτες απαγορεύεται να παραβιάζουν τους νόμους του πολέμου. Ωστόσο, (στην τυπική θεωρία) δεν επιβάλλονται μεγαλύτεροι περιορισμοί σε όσους πολεμούν για έναν άδικο σκοπό από ό,τι σε εκείνους των οποίων ο σκοπός πληροί τις προϋποθέσεις του jus ad bellum. Αυτό ακριβώς απορρίπτει ο McMahan. Οι στρατιώτες που συμμετέχουν σε έναν άδικο σκοπό δεν έχουν, ως επί το πλείστον, κανένα δικαίωμα να εμπλακούν σε μια βίαιη δράση εναντίον στρατιωτών που πολεμούν για έναν δίκαιο σκοπό. Όχι μόνο δεν έχουν ηθικό έρεισμα για να εμπλακούν σε έναν επιθετικό πόλεμο, αλλά δεν μπορούν δικαιολογημένα να εμπλακούν ούτε σε αμυντικό πόλεμο (σ.σ. ενόσω είναι σε θέση άμυνας κατά την διάρκεια ενός άδικου πολέμου που οι ίδιοι έχουν ξεκινήσει), στις περισσότερες των περιπτώσεων.
Ο McMahan διατυπώνει τη βασική του θέση ως εξής:
Ο ισχυρισμός αυτού του βιβλίου είναι ότι η κοινή λογική και οι κυρίαρχες πεποιθήσεις σχετικά με την ηθική της δολοφονίας στον πόλεμο είναι βαθιά εσφαλμένες. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι σε μια συνθήκη πολέμου, η πρακτική της δολοφονίας διέπεται από διαφορετικές ηθικές αρχές από εκείνες που διέπουν τις πράξεις της δολοφονίας σε άλλα πλαίσια. Η άποψη αυτή προϋποθέτει ότι το κατά πόσον είναι ηθικά επιτρεπτή η δολοφονία ενός άλλου ατόμου μπορεί να επηρεάζεται από το εάν οι πολιτικοί ηγέτες κάποιου έχουν κηρύξει πόλεμο στην χώρα αυτού του (δολοφονημένου) ατόμου. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, επομένως, οι πολιτικοί ηγέτες μπορούν μερικές φορές να προκαλέσουν την εξάλειψη των ηθικών δικαιωμάτων κάποιων άλλων ανθρώπων, απλώς διατάζοντας τους στρατούς τους να τους επιτεθούν. Όταν διατυπώνεται με αυτόν τον τρόπο, η αποδεκτή άποψη φαίνεται προφανώς παράλογη.
Μόλις αναπτυχθεί, η θέση του McMahan φαίνεται προφανής, και η σημαντική φιλοσοφική του αξιοσύνη είναι το να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε το πόσο προφανής είναι. Όσοι πολεμούν σε έναν άδικο πόλεμο, υποθετικά, στρέφουν τη βία τους εναντίον ανθρώπων στους οποίους δεν έχουν δικαίωμα να επιτεθούν. Αν, για παράδειγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν δικαίωμα να εισβάλουν στο Ιράκ το 2003, τότε οι Αμερικανοί στρατιώτες χρησιμοποίησαν αθέμιτη βία εναντίον των Ιρακινών στρατιωτών. Αν είναι έτσι, πώς μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι έχουν ηθικό δικαίωμα να το κάνουν;
Επιπλέον, δεν έχουν άραγε το δικαίωμα να αντισταθούν όσοι αντιμάχονται μια τέτοια επιθετικότητα; Εάν έχουν αυτό το δικαίωμα, τότε οι επιτιθέμενοι δεν μπορούν να αντεπιτεθούν, ακόμη και σε αυτοάμυνα. Εάν ένας αστυνομικός πυροβολήσει νόμιμα έναν ύποπτο, ο ύποπτος δεν μπορεί να διεκδικήσει το δικαίωμα να αντεπιτεθεί σε αυτοάμυνα. Ο McMahan υποστηρίζει ότι τα πράγματα από αυτή την άποψη δεν αλλάζουν όταν βρισκόμαστε σε εμπόλεμη κατάσταση.
Ο McMahan υποστηρίζει περαιτέρω ότι η άποψή του δεν έχει απλώς θεωρητική σημασία: Εξαιτίας του γεγονότος ότι οι άνθρωποι αποδέχονται την εσφαλμένη άποψη ότι οι στρατιώτες που πολεμούν σε έναν άδικο πόλεμο δεν διαπράττουν κάτι άδικο, εφόσον υπακούουν στους νόμους του πολέμου, είναι πιο πιθανό να συμμετάσχουν σε τέτοιους πολέμους. Αυτό, με την σειρά του, καθιστά τους πολέμους πιο πιθανούς:
[Παρόλο που] η ιδέα ότι κανείς δεν αδικεί ή δεν ενεργεί ανεπίτρεπτα, απλώς και μόνο επειδή πολεμά σε έναν πόλεμο που αποδεικνύεται εντέλει άδικος [...] έχει ως στόχο να έχει ανασταλτική επίδραση στην διεξαγωγή ενός πολέμου, η ευρεία αποδοχή αυτής της ιδέας διευκολύνει επίσης [...] το να μαχόμαστε στον πόλεμο χωρίς ενδοιασμούς για το αν ο πόλεμος είναι άδικος.
Όπως αναφέρθηκε, φαίνεται προφανές, από την στιγμή που θα διατυπωθεί, ότι όσοι εμπλέκονται σε έναν άδικο πόλεμο δεν έχουν το δικαίωμα να επιτίθενται εναντίον άλλων ατόμων. Αλλά μήπως είναι πολύ αυστηρό δόγμα να ισχυρίζεται κανείς ότι δεν έχουν το δικαίωμα να αμυνθούν, εάν δεχτούν επίθεση από μαχητές που έχουν το δίκιο με το μέρος τους; Αντιθέτως, ο McMahan επισημαίνει ότι η άποψή του εφαρμόζει μια τυπική θέση της διαπροσωπικής ηθικής στην ηθική του πολέμου:
Για πολλούς αιώνες υπάρχει η γενική συμφωνία ότι, τόσο από ηθικής όσο και από νομικής άποψης, «όπου η επιθετικότητα είναι δικαιολογημένη, δεν μπορεί να υπάρξει νόμιμη άμυνα». Αυτά τα λόγια γράφτηκαν από τον Pierino Belli το 1563 και επαναλήφθηκαν λίγο περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα από τον John Locke, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι «Η βία δεν αντιτίθεται σε τίποτα άλλο παρά στην άδικη και παράνομη βία».
Ο McMahan είναι ένας πολύ προσεκτικός φιλόσοφος. Μόλις διατυπώσει μια θέση, σκέφτεται τις επιφυλάξεις, τις αντιρρήσεις και τις ενδεχόμενες αντικρούσεις. Σημειώνει ένα παράδειγμα όπου κάποιοι εν αδίκω μαχητές μπορούν επιτρεπτά να χρησιμοποιήσουν βία:
Η εξαίρεση στον ισχυρισμό ότι οι ευρισκόμενοι εν δικαίω μαχητές είναι αθέμιτοι στόχοι κατά την διάρκεια ενός πολέμου είναι όταν επιδιώκουν τον δίκαιο σκοπό τους με απαράδεκτα μέσα. Εάν, για παράδειγμα, οι εν δικαίω μαχητές επιχειρήσουν να επιτύχουν τον δίκαιο σκοπό τους χρησιμοποιώντας τρομοκρατικές τακτικές - δηλαδή, σκοτώνοντας και επιτιθέμενοι σκόπιμα σε αθώους ανθρώπους, όπως έκαναν οι Σύμμαχοι όταν βομβάρδισαν γερμανικές και ιαπωνικές πόλεις στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο - καθίστανται ηθικά υπεύθυνοι για εν αμύνη επίθεση και γίνονται νόμιμοι στόχοι ακόμη και για μαχητές που βρίσκονται εν αδίκω. (σελ. 16)
Αν ο McMahan υποστηρίζει ότι οι εν αδίκω μαχητές δεν έχουν ηθικά το δικαίωμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να χρησιμοποιούν βία, μήπως τους έχει θέσει παράλογες απαιτήσεις; Σε πολλές περιπτώσεις άνθρωποι στρατολογούνται στις ένοπλες δυνάμεις και υπηρετούν παρά τη θέλησή τους: στις μάχες, απλώς υπακούουν στις εντολές της κυβέρνησής τους. Αν αρνηθούν να υπηρετήσουν, μπορεί να αντιμετωπίσουν σοβαρές ποινικές κυρώσεις. Και, όταν τα εχθρικά στρατεύματα πυροβολούν εναντίον τους, δεν είναι μη ρεαλιστικό το να απαιτούμε να μην ανταποδώσουν τα πυρά;
Ωστόσο αυτές οι σκέψεις, στην καλύτερη περίπτωση, δίνουν στους εν αδίκω μαχητές μια δικαιολογία για τη συμπεριφορά τους: δεν καταδεικνύουν ότι αυτό που κάνουν είναι ηθικά σωστό. Επιπλέον, δεν είναι όλοι οι εν αδίκω μαχητές επιστρατευμένοι (σ.σ. δια της βίας)· και, όσον αφορά εκείνους που είναι, ορισμένες φορές έχει κανείς το ηθικό καθήκον να παρακούει τις άδικες εντολές, ακόμη και αν κάτι τέτοιο οδηγεί σε σκληρές τιμωρίες.
Το «απλώς ακολουθούσα εντολές» δεν είναι πάντα μια πειστική υπεράσπιση. Και η κατάσταση για τους στρατιώτες που επιθυμούν να ενεργήσουν σύμφωνα με το ηθικό τους καθήκον δεν είναι πάντοτε τόσο ζοφερή. Ο McMahan εφιστά την προσοχή στο έργο του S.L.A. Marshall, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, «μόνο περίπου το 15-20% των μαχητών είχαν χρησιμοποιήσει τα όπλα τους». Αν και δεν αποδέχονται όλοι τα στοιχεία του Marshall, δεν αμφισβητείται ότι πολλοί στρατιώτες στη μάχη δεν πολέμησαν. Αλλά, φυσικά, η πλειονότητα των μαχητών δεν φυλακίστηκαν για ανυπακοή. Οι στρατιώτες, λοιπόν, που επιθυμούν να παρακούσουν άδικες εντολές μπορεί να είναι σε θέση να αποφύγουν τις κυρώσεις.
Ο McMahan εξετάζει μια αντίρρηση στη θέση του, που προέβαλε ο David Estlund. Δεν ενεργούν άραγε λογικά οι στρατιώτες σε μια δημοκρατική χώρα, βασιζόμενοι στον ισχυρισμό της κυβέρνησής τους ότι ένας πόλεμος είναι δίκαιος; Άλλωστε, η κυβέρνηση είναι πιθανό να έχει πολύ πιο σχετικές πληροφορίες από τους στρατιώτες και, όπως υποστηρίζει ο Estlund, η δημοκρατική λήψη αποφάσεων έχει «επιστημολογική αξία». Δεδομένης της δημοκρατικής bona fide (καλής πίστης) της κυβέρνησης, οι στρατιώτες ενεργούν λογικά με το να μην επιχειρούν να αξιολογήσουν οι ίδιοι τη δικαιοσύνη ενός πολέμου.
Δεν είναι έτσι, απαντά ο McMahan.
Μεταξύ των δημοκρατικών χωρών, οι ΗΠΑ ξεχωρίζουν από δύο απόψεις: έχουν σχεδιάσει προσεκτικά ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς και επίσης εμπλέκονται σε πολέμους συχνότερα από οποιαδήποτε άλλη δημοκρατική χώρα. Ποιες διαδικαστικές εγγυήσεις υπάρχουν ότι οι πόλεμοι που διεξάγουν θα είναι δίκαιοι; Η απάντηση είναι: καμία. Ο μόνος περιορισμός είναι η απαίτηση για έγκριση του Κογκρέσου - μια απαίτηση που μπορεί να παραποιηθεί.
Ο McMahan ήταν ένας αρκετά αυστηρός επικριτής της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής:
Τα Έγγραφα του Πενταγώνου αποκάλυψαν μια σωρεία ψεμάτων που ειπώθηκαν για να συγκεντρώσουν την υποστήριξη για τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Ο Ρέηγκαν είπε ψέματα για το ποιόν των Κόντρας και τις πηγές χρηματοδότησής τους, προκειμένου να διεξάγει πόλεμο εναντίον της Νικαράγουας. Και μέλη της κυβέρνησης Τζορτζ Μπους είπαν επανειλημμένα ψέματα για τα όπλα μαζικής καταστροφής στο Ιράκ, προκειμένου να δικαιολογήσουν την εισβολή και την κατοχή αυτής της χώρας ενώπιον του ΟΗΕ, του Κογκρέσου και του αμερικανικού λαού.
Οι αναγνώστες που δεν είναι εξοικειωμένοι με την αναλυτική ηθική φιλοσοφία μπορεί να βρουν το βιβλίο του McMahan δύσκολο. Δεν λειτουργεί με βάση μια γενική θεωρία, αλλά προχωρά από περίπτωση σε περίπτωση, υφαίνοντας ένα περίπλοκο πλέγμα ανεπαίσθητων διακρίσεων. Η προσπάθεια που απαιτείται για να διαβάσει κανείς το βιβλίο, ωστόσο, αξίζει τον κόπο: Το «Killing in War» είναι μια διακεκριμένη συμβολή στην ηθική θεωρία.
[Πηγή άρθρου: McMahan On Killing in War]







