Δεν είναι αναρχοτυραννία, είναι παρεμβατική μη παρέμβαση εκ μέρους του κράτους
Το κράτος φορολογεί τους πολίτες για να χρηματοδοτούν δια της βίας τις υπηρεσίες του, μονοπωλώντας ορισμένες από αυτές, και στη συνέχεια έχει κίνητρα να προβεί στην άρνηση παροχής αυτών των υπηρεσιών.
Ετικέτες: Κράτος
20/3/2026 • Άρθρο του Τζόσουα Μόουορτερ
Το 1994, ο Σαμ Φράνσις επινόησε αρχικά έναν όρο: την «αναρχοτυραννία». Περιέγραψε αυτό το φαινόμενο ως
«τον συνδυασμό μιας καταπιεστικής κυβερνητικής εξουσίας εναντίον των αθώων και των νομοταγών και, ταυτόχρονα, μιας τραγελαφικής παράλυσης της ικανότητας ή της βούλησης να χρησιμοποιηθεί αυτή η εξουσία για την εκτέλεση βασικών δημόσιων καθηκόντων, όπως η προστασία ή η δημόσια ασφάλεια».
Σε προηγούμενο άρθρο (και σε επερχόμενη δημοσίευση), χρησιμοποιώντας την τυπολογία περί παρεμβατισμού του Rothbard, υποστηρίχθηκε ότι το κράτος —μετά την καταναγκαστική φορολόγηση και τη μονοπώληση ή την καταστολή του ανταγωνισμού— μπορεί να παρέμβει μη κάνοντας «τίποτα», που σημαίνει δηλαδή, την πληρωμένη μη παροχή υποσχεμένης και μονοπωλιακής υπηρεσίας. Τα βασικά στοιχεία της παρεμβατικής μη παρέμβασης περιλαμβάνουν 1) τη δυαδική (σ.σ. που αφορά δύο πλευρές) παρέμβαση της καταναγκαστικής φορολογίας, όπου οι πολίτες αναγκάζονται να πληρώσουν για μια υπηρεσία ανεξάρτητα από το αν την λαμβάνουν ή όχι· 2) τις τριγωνικές παρεμβάσεις μονοπώλησης ή καταστολής του ανταγωνισμού όπου το κράτος διεκδικεί την αποκλειστική κυριαρχία επί της παροχής υπηρεσιών· και, 3) την μη παροχή, όπου το κράτος στη συνέχεια αποτυγχάνει ή αρνείται να παρέχει τη μονοπωλιακή υπηρεσία για την οποία έχει αποσπάσει πληρωμή. Αυτές οι τρεις είναι οι ελάχιστες απαιτήσεις για την παρεμβατική μη παρέμβαση. Επιπλέον, μπορούν να προστεθούν εντατικά στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνουν την απαγόρευση εναλλακτικών λύσεων αυτοβοήθειας, τη διατήρηση του καταναγκαστικού πλαισίου και τη νομική ασυλία από τις συνέπειες της μη παροχής.
Ο παρεμβατικός μη παρεμβατισμός συνδυάζει αυτά τα στοιχεία για να δημιουργήσει κάτι ποιοτικά διαφορετικό από άλλες μορφές κυβερνητικής αποτυχίας ή παρέμβασης. Δεν πρόκειται για απορρύθμιση, στην οποία αφαιρούνται όλα τα ρυθμιστικά και καταναγκαστικά στοιχεία· δεν πρόκειται για ιδιωτικοποίηση, καθώς το κράτος διατηρεί το μονοπώλιό του· δεν πρόκειται για λιτότητα, καθώς η απόσπαση εσόδων συνεχίζεται· και δεν πρόκειται για αναρχία, καθώς το κράτος εμποδίζει ενεργά την εθελοντική (αυθόρμητη) τάξη. Με αυτόν τον τρόπο, η μη παροχή - το να μην κάνει «τίποτα» το κράτος- γίνεται επίσης μια καταναγκαστική παρέμβαση. Ο συγκεκριμένος συνδυασμός εκμετάλλευσης, μονοπώλησης και μη παροχής δημιουργεί συστηματική βλάβη, ενώ παράλληλα εμποδίζει την εξεύρεση λύσεων.
Ενώ υπάρχει επικάλυψη με την έννοια της «αναρχοτυραννίας», υπάρχει μια σημαντική διάκριση μεταξύ της αναρχοτυραννίας και της παρεμβατικής μη παρέμβασης. Η έννοια της αναρχοτυραννίας υπονοεί στο πρώτο μέρος του όρου -την αναρχία- μια πλήρη απουσία κυβερνητικής εμπλοκής, ωστόσο, αυτό συχνά δεν συμβαίνει. Δεν είναι ότι υπάρχει καθαρή αναρχία -απουσία κυβέρνησης- που επιτρέπεται σε επιλεκτικές περιπτώσεις και τυραννία σε άλλες περιπτώσεις, αλλά μάλλον ότι η «αναρχία» (αταξία) που περιγράφεται από την αναρχοτυραννία είναι κρατικά επιβαλλόμενη αταξία. Αυτό το χάος και η αταξία (που ονομάζεται «αναρχία») συμβαίνουν εντός -και σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας- του κρατικού συστήματος, όχι ανεξάρτητα από αυτό.
Η αναρχοτυραννία υπονοεί ότι αυτό που βιώνουν συχνά οι πολίτες είναι απλώς δύο αντιδιαμετρικά και προβληματικά άκρα - η πλήρης απουσία του κράτους και η καταπιεστική, υπερδραστήρια παρουσία του κράτους. Το πρόβλημα με αυτήν την ανάλυση -αν και χρήσιμη στην καθομιλουμένη- είναι ότι παρουσιάζει την «αναρχία» και την τυραννία ως δύο αντίθετα και προβληματικά ζητήματα σε ένα φάσμα, σαν η έλλειψη κράτους και η τυραννία του κράτους να είναι ποιοτικά ισότιμα προβλήματα. Στην πραγματικότητα, τα σύγχρονα κράτη εμπλέκονται και στα δύο αυτά στοιχεία. Ο Φράνσις φαίνεται να το επισημαίνει αυτό, ίσως αποδεικνύοντας ότι η «αναρχία» μπορεί να μην είναι ο πιο ακριβής όρος για αυτό που περιγράφει:
Μπορείτε να κατηγορήσετε τον κρατικό Λεβιάθαν για πολλά πράγματα - διαφθορά, ανικανότητα, σπατάλη, γραφειοκρατικό στραγγαλισμό - αλλά η απλή αναρχία, η έλλειψη αποτελεσματικής κυβέρνησης, δεν είναι ένα από αυτά. Ωστόσο, ταυτόχρονα, το κράτος δεν εκτελεί αποτελεσματικά ή δίκαια το βασικό του καθήκον να επιβάλλει την τάξη και να τιμωρεί τους εγκληματίες, και από αυτή την άποψη οι αποτυχίες του φέρνουν τη χώρα, ή σημαντικά μέρη της χώρας, κοντά σε μια κατάσταση αναρχίας. Αλλά αυτή η ομοιότητα της αναρχίας συνδυάζεται με πολλά από τα χαρακτηριστικά της τυραννίας, υπό την οποία αθώοι και νομοταγείς πολίτες τιμωρούνται από το κράτος ή υφίστανται κατάφωρες παραβιάσεις των δικαιωμάτων και της ελευθερίας τους στα χέρια του κράτους [ή άλλων εγκληματιών που το κράτος αγνοεί]. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που φαίνεται να είναι η πρώτη κοινωνία στην ιστορία στην οποία στοιχεία τόσο της αναρχίας όσο και της τυραννίας συνυπάρχουν ταυτόχρονα και φαίνεται να είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους και να αποτελούν, λίγο πολύ, τις αντίθετες όψεις του ίδιου νομίσματος. (η έμφαση προστέθηκε)
Εδώ, ο Φράνσις ουσιαστικά υποστηρίζει έναν παρόμοιο ορισμό και περιγραφή του παρεμβατικού μη παρεμβατισμού —ονομάζοντάς τον αναρχοτυραννία— αλλά αυτό παραβλέπει το γεγονός ότι εκείνο που περιγράφει λαμβάνει χώρα εντός, και λόγω, του κρατικού προτύπου. Παραδέχεται ότι η απλή αναρχία —η απουσία κράτους— δεν περιγράφει με ακρίβεια την κατάσταση που παρατηρεί, αλλά ότι το κράτος υπάρχει αλλά «το κράτος δεν εκτελεί...». Η κυβέρνηση είναι στρατηγικά τυραννική και στρατηγικά απούσα, όμως όλα αυτά λαμβάνουν χώρα εντός του κρατικού συστήματος, και επειδή η φύση του κράτους καθιστά την πληρωμένη μη παράδοση μια βιώσιμη και δελεαστική επιλογή.
Ο ορισμός των καταστάσεων με ακριβή ορολογία είναι σημαντικός. Σε αυτήν την περίπτωση, η αναρχοτυραννία —σε αντίθεση με τον παρεμβατικό μη παρεμβατισμό— υπονοεί ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχει υπερβολική κυβέρνηση (τυραννία) και σε ορισμένες περιπτώσεις δεν υπάρχει αρκετή κυβέρνηση (αναρχία). Αυτό συνεπάγεται ότι οι κρατικές ελίτ απλώς χρειάζεται να αλλάξουν τις προτεραιότητές τους και ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι απαραίτητος ο περισσότερος κρατικός έλεγχος, ενώ στην πραγματικότητα τα προβλήματα δημιουργούνται από την φύση του κρατικού συστήματος, την μονοπώληση των υπηρεσιών και την πληρωμένη μη παροχή υπηρεσιών.
Η παρεμβατική μη παρέμβαση, όχι η αναρχοτυραννία, είναι το προβλέψιμο αποτέλεσμα της κρατικής μονοπώλησης, των εγγυημένων εσόδων και της επακόλουθης εγκατάλειψης της παροχής των υπηρεσιών. Το κράτος δεν έχει εξαφανιστεί ούτε απουσιάζει. Έχει μονοπωλήσει -ή σχεδόν μονοπωλήσει- την παροχή υπηρεσιών, έχει φορολογήσει καταναγκαστικά για να αποκτήσει έσοδα και στη συνέχεια έχει εγκαταλείψει την «υποχρέωσή» του να παρέχει την υπηρεσία. Εν ολίγοις, δεν πρόκειται για αναρχοτυραννία, αλλά μάλλον για τυραννία σε διαφορετικές μορφές - τυραννία μέσω εκμετάλλευσης, τυραννία μέσω απαγόρευσης και τυραννία μέσω εγκατάλειψης. Αυτό το φαινόμενο είναι ένας συνδυασμός δυαδικών και τριγωνικών παρεμβάσεων.
Οι διαπιστώσεις του Mises και η Γραφειοκρατία
Οι ιδέες τόσο του Mises όσο και του Rothbard υποδήλωσαν —με ένα μικρό βήμα— αυτό ακριβώς το φαινόμενο, ακόμα κι αν δεν το διευκρίνισαν ευθέως.
Το βιβλίο Γραφειοκρατία του Mises υποστηρίζει ότι τα εγγυημένα έσοδα του κράτους καταργούν τον πραγματικό οικονομικό υπολογισμό και το απομονώνουν από την πειθαρχία του κέρδους και της ζημίας. Καμία ιδιωτική εταιρεία δεν θα μπορούσε να επιβιώσει χρεώνοντας τους πελάτες για μη παραδοθέντα αγαθά και υπηρεσίες. Ωστόσο, το κράτος -απολαμβάνοντας το μονοπώλιο και τον καταναγκασμό- μπορεί ακόμη και να αποσπάσει έσοδα για υπηρεσίες που δεν παρέχονται πλήρως, δεν παρέχονται επαρκώς ή ακόμη και για υπηρεσίες που δεν παρέχονται ποτέ. Αυτή η πραγματικότητα εξηγεί πώς είναι εφικτός ο παρεμβατικός μη παρεμβατισμός: μόνο ένας μονοπωλητής -εξαιρούμενος από την ανατροφοδότηση και την πειθαρχία της αγοράς- θα μπορούσε να απολαύσει το ιδιόμορφο προνόμιο της μη παράδοσης επί πληρωμή. Στην πραγματικότητα, τα κίνητρα έχουν απόλυτο νόημα από την οπτική γωνία της δημόσιας επιλογής: εάν τα έσοδα είναι εγγυημένα, γιατί να μπει στον κόπο να δαπανήσει ενέργεια και πόρους για την παροχή των υπηρεσιών; Εάν σε ένα άτομο δίνεται η επιλογή μεταξύ της παροχής επί πληρωμή μιας υπηρεσίας, η οποία περιλαμβάνει κόστος ευκαιρίας, και της μη παράδοσης επί πληρωμή μιας υπηρεσίας, η μη παράδοση επί πληρωμή συχνά φαίνεται λογική.
Όταν μια κυβέρνηση φορολογεί καταναγκαστικά τους πολίτες, δίνει στη γραφειοκρατία έναν προϋπολογισμό (που έχει κίνητρο να τον αυξήσει) για να παρέχει κάποια υπηρεσία, δίνει κίνητρα για τη μη επίλυση του προβλήματος (καθιστώντας το ασήμαντο) και στη συνέχεια η γραφειοκρατία είτε δημιουργεί μια υπηρεσία είτε προσφέρει μια σύμβαση σε ιδιωτικές εταιρείες για την παροχή της υπηρεσίας (προσελκύοντας την ευνοιοκρατία), η υπηρεσία αποσυνδέεται από τον καταναλωτή, ο οποίος έχει ήδη υποχρεωθεί να πληρώσει για αυτήν. Θέτοντας το δάχτυλό του στο ουσιώδες ζήτημα, ο Mises έγραψε : «Στην δημόσια διοίκηση δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ των εσόδων και των δαπανών». Χωρίς κέρδη και ζημίες, αυτοί οι πάροχοι δεν έχουν μηχανισμό ανατροφοδότησης σχετικά με το πόσο να παρέχουν σε σχέση με το πόσο απαιτούν οι καταναλωτές. Επιπλέον, υπάρχει ελάχιστος έως καθόλου ανταγωνισμός σε αυτή τη διαδικασία (αν και η ελεύθερη αγορά μερικές φορές παρέχει ανταγωνιστικές εναλλακτικές λύσεις στις κρατικές υπηρεσίες). Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν οι καλύτερες προθέσεις, οι αποφάσεις της αγοράς μετατρέπονται σε πολιτικές αποφάσεις.
Επιπλέον, σε μια άλλη κατεύθυνση, οι γραφειοκρατίες -αν και εισπράττουν κεφάλαια εις βάρος των φορολογουμένων- ενδέχεται να μην έχουν επαρκείς πόρους για να ανταποκριθούν στις επίσημες υποχρεώσεις τους, με αποτέλεσμα τις ελλείψεις, την μη ικανοποιητική απόδοση, την αδιαφορία ή/και την επιλεκτική παροχή υπηρεσιών. Έτσι, ο συνδυασμός δυαδικών και τριγωνικών παρεμβάσεων μπορεί να οδηγήσει στην παρεμβατική μη παρέμβαση, όπου το κράτος μονοπωλεί -ή σχεδόν μονοπωλεί- την παροχή κάποιου αγαθού ή υπηρεσίας, φορολογεί τον πληθυσμό για να το πληρώσει και στη συνέχεια δεν παρέχει ή ακόμη και αρνείται να παράσχει την επί πληρωμή υπηρεσία.
Ο Mises φαινόταν γενικά, αν και όχι απόλυτα, να υποθέτει ότι ένας πάροχος κυβερνητικών υπηρεσιών θα παρέχει στην πραγματικότητα ένα μέρος της υποσχεθείσας υπηρεσίας. Μολονότι ο Mises αναγνώρισε τις ελλείψεις και τις ανεπάρκειες - τις ήπιες μορφές της μη παροχής υπηρεσιών επί πληρωμή - φαίνεται ότι βρισκόταν ένα απλό βήμα μακριά από μια άλλη λογική εναλλακτική: οι γραφειοκρατικές δομές και τα κίνητρα θα μπορούσαν επίσης να καταστήσουν βιώσιμο και ορθολογικό για τους παρόχους κυβερνητικών υπηρεσιών απλώς να αρνηθούν να παρέχουν τις υπηρεσίες. Εάν υπάρχει μονοπώλιο σε ένα σύστημα όπου το κράτος περιορίζει σοβαρά ή εξαλείφει τον ιδιωτικό ανταγωνισμό, οι καθαροί φοροδότες πληρώνουν για το σύστημα, είτε τους εξυπηρετεί είτε όχι.
Ροθμπαρντιανές ιδέες
Ουσιαστικά, όπως αναγνωρίζει ο Rothbard, το κύριο οικονομικό ζήτημα των κρατικών υπηρεσιών είναι η αποσύνδεση μεταξύ των εσόδων που αποσπώνται από τους πολίτες και των παρεχόμενων υπηρεσιών. Όταν η παρεχόμενη υπηρεσία αποσυνδέεται από την οικειοθελή πληρωμή, αφαιρούνται οι μηχανισμοί της αγοράς των τιμών, του κόστους ευκαιρίας, του οικονομικού υπολογισμού, της κάλυψης της προσφοράς από τη ζήτηση, και των κερδών. Ο πάροχος των υπηρεσιών εισπράττει έσοδα ανεξάρτητα από το αν ωφελείται ο καταναλωτής ή όχι. Στην πραγματικότητα, ο πάροχος των υπηρεσιών -είτε πρόκειται για κυβερνητική υπηρεσία είτε για κυβερνητικό εργολάβο- λαμβάνει έσοδα ανεξάρτητα από το αν η υπηρεσία παρέχεται ή όχι. Γράφει ο Rothbard:
Οι πόροι που απαιτούνται για την παροχή της δωρεάν κυβερνητικής υπηρεσίας εξάγονται από την υπόλοιπη παραγωγή. Η πληρωμή, ωστόσο, δεν γίνεται από τους χρήστες βάσει των εθελούσιων αγορών τους, αλλά μέσω μιας αναγκαστικής εισφοράς από τους φορολογούμενους. Έτσι, πραγματοποιείται μια βασική διαίρεση μεταξύ της πληρωμής και της λήψης μιας υπηρεσίας. Αυτή η διαίρεση είναι εγγενής σε όλες τις κυβερνητικές λειτουργίες. (η έμφαση είναι στο πρωτότυπο)
Και πάλι:
Στην ελεύθερη αγορά, εν ολίγοις, ο καταναλωτής είναι βασιλιάς, και κάθε επιχείρηση που θέλει να αποκομίσει κέρδη και να αποφύγει τις ζημίες προσπαθεί να εξυπηρετήσει τον καταναλωτή όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά και με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. Σε μια κυβερνητική λειτουργία, αντίθετα, όλα αλλάζουν. Σε κάθε κυβερνητική λειτουργία είναι εγγενής μια σοβαρή και μοιραία διαίρεση μεταξύ υπηρεσίας και πληρωμής, μεταξύ της παροχής μιας υπηρεσίας και της πληρωμής για τη λήψη της. Η κυβερνητική υπηρεσία δεν λαμβάνει το εισόδημά της όπως η ιδιωτική εταιρεία, από την καλή εξυπηρέτηση του καταναλωτή, ή από αγορές προϊόντων από τους καταναλωτές που υπερβαίνουν το κόστος λειτουργίας της. Όχι, η κυβερνητική υπηρεσία αποκτά το εισόδημά της από την επιβάρυνση του πολύπαθου φορολογούμενου. Οι δραστηριότητές της, επομένως, καθίστανται αναποτελεσματικές και το κόστος αυξάνεται, καθώς οι κυβερνητικές υπηρεσίες δεν χρειάζεται να ανησυχούν για ενδεχόμενες ζημίες ή πτώχευση. Μπορούν να αναπληρώσουν τις ζημίες τους με πρόσθετες επιδρομές στο δημόσιο ταμείο. (η έμφαση στο πρωτότυπο)
Αφού διαβάσαμε αυτό το απόσπασμα, καθώς και άλλα, φαίνεται ότι ο Rothbard - όπως και ο Mises - ήταν ένα απλό βήμα μακριά από την έννοια της παρεμβατικής μη παρέμβασης. Στην πραγματικότητα, η επιχειρηματολογία του Rothbard την συνάγει. Λόγω της εγγενούς και θεμελιώδους διάκρισης μεταξύ υπηρεσίας και πληρωμής, που απομονώνει τις κυβερνητικές υπηρεσίες από τις ζημίες λόγω κακής απόδοσης, προκύπτει ότι η ίδια πραγματικότητα προστατεύει επίσης την κυβέρνηση από τις ζημίες λόγω μη απόδοσης. Δεν υπάρχει κίνητρο για τους κυβερνητικούς παράγοντες να εγκαταλείψουν το μονοπώλιο ή την εξαναγκαστική απόσπαση εσόδων, ωστόσο, το απλό γεγονός της εγγενούς τάσης για αποφυγή της εργασίας δημιουργεί ένα ισχυρό κίνητρο για αυτούς να εγκαταλείψουν εντελώς την παροχή της υπηρεσίας ή τουλάχιστον να την περιορίσουν σοβαρά.
Η διακοπή της ζωτικής σύνδεσης μεταξύ εσόδων και υπηρεσιών, η αυξημένη ζήτηση για δημόσιες υπηρεσίες που χαρακτηρίζονται «δωρεάν», η απουσία οικονομικού υπολογισμού για την καθοδήγηση της κατανομής των πεπερασμένων πόρων, η απουσία κέρδους για μια ικανοποιητική υπηρεσία και η προστασία από τις ζημίες, η πλήρης ή μερική μονοπώληση των υπηρεσιών και η απουσία ανταγωνιστικής πίεσης από πολύτιμες εναλλακτικές λύσεις, η μη χρησιμότητα της εργασίας και το κόστος εκπλήρωσης των υπηρεσιών έναντι των οφελών της μη παράδοσης τείνουν όλα προς τον παρεμβατικό μη παρεμβατισμό - οι μονοπωλημένες υπηρεσίες αποτελούν εγγυημένα έσοδα και οδηγούν στην ορθολογική πολιτική της πληρωμένης μη παράδοσης. Μολονότι ο Rothbard μπορεί να μην το έχει δηλώσει άμεσα, η ανάλυσή του συνάγει τον παρεμβατικό μη παρεμβατισμό.
Τέλος, δεν είναι λογικό άλμα να πούμε ότι, εφόσον ο Rothbard κατανοούσε ότι οι παρεμβάσεις -όπως όλες οι ανθρώπινες δράσεις- λαμβάνουν χώρα απαραίτητα μέσα στον χρόνο και σπανίως είναι μεμονωμένα, μοναδικά γεγονότα, η ανάλυσή του οδηγεί στην πιθανότητα το κράτος να πραγματοποιεί τόσο δυαδικές όσο και τριγωνικές παρεμβάσεις σε μια διαδικασία ή συνδυασμό. Αναγνωρίζοντας τον συνδυασμό των παραγόντων που αναφέρθηκαν παραπάνω -μονοπώληση, καταναγκαστική φορολογία, περιορισμένοι πόροι, έλλειψη οικονομικού υπολογισμού και προστασία από ζημίες- φαίνεται φυσικό η ανάλυση του Rothbard να υποδεικνύει την πραγματικότητα της μη παράδοσης επί πληρωμή, ή του παρεμβατικού μη παρεμβατισμού. Αντί να δημιουργήσει μια εντελώς νέα κατηγορία, το άρθρο αυτό απλώς καταλήγει σε ένα συμπέρασμα που συνάγεται από το έργο τόσο του Mises όσο και του Rothbard.
[ Πηγή άρθρου: It’s Not Anarcho-Tyranny, It’s Interventionist Non-Intervention ]






