Η άνοδος του κράτους και η παρακμή του φυσικού δικαίου
Μετά τον Α' Παγκόσμιο, ο Πάπας Πίος ο 11ος υπενθύμισε με τα γραπτά του ότι τα κράτη -που έχουν θεσπιστεί από ανθρώπους- δεν μπορούν ποτέ να είναι τέλεια, ούτε καν θεμιτά, εάν αγνοούν το φυσικό δίκαιο
Ετικέτες: Θρησκεία, Ιστορία,
31/12/2025 • Ράιαν ΜακΜάκεν
Ο Δεκέμβριος του 2025 σηματοδοτεί την εκατονταετηρίδα της εγκυκλίου Quas Primas του 1925 του Πάπα Πίου ΙΑ΄, η οποία καθιέρωσε την εορτή του Χριστού του Βασιλέα. Σήμερα, αυτή η εορτή συχνά τιμάται από τον μέσο, γλυκανάλατο κληρικό μέσω εκκλήσεων να εντερνιστεί μεταφορικά τον Ιησού Χριστό ως βασιλιά και να τον κάνει να «βασιλεύει στις καρδιές μας».
Κάτι τέτοιο έχει βέβαια τον σκοπό του, αλλά είναι σαφές, εάν στην πραγματικότητα διαβάσουμε το κείμενο, ότι ο Πίος είχε την πρόθεση για κάτι πολύ πιο πολιτικό από την αυστηρά πνευματική ερμηνεία που του δίνουν πολλοί σήμερα.
Στην εγκύκλιο, ο Πίος τονίζει ότι η ιδανική διακυβέρνηση είναι κάτι εντελώς ξεχωριστό από τις πρόσκαιρες, προσωρινές, και διεφθαρμένες πολιτικές κυβερνήσεις που κυβερνούν τη γη προς το παρόν. Ομοίως, η δυτική χριστιανική παράδοση έχει από καιρό αντιπαραβάλει τους ελαττωματικούς και εύκολα διεφθαρμένους πολιτικούς ηγέτες με την τέλεια διακυβέρνηση του Θεού. Κατά αυτή την άποψη, ο Θεός ανέχεται τις πολιτικές κυβερνήσεις ως προσωρινή και εφήμερη πραγματικότητα, αλλά αυτές οι ανθρώπινες κυβερνήσεις παραμένουν πάντα υποβαθμισμένες μορφές του ιδανικού και πρέπει απαραίτητα να υπόκεινται σε μια εξωτερική (και μεταφυσική) δύναμη.
Βασιζόμενος σε αυτή τη δυτική πολιτική παράδοση, ο Πίος επαναλαμβάνει και ανακεφαλαιώνει τους τρόπους με τους οποίους ο Χριστιανισμός στη Δύση είχε από καιρό θέσει περιορισμούς στις πολιτικές κυβερνήσεις και το κράτος.
Στον πυρήνα τους βρίσκεται το γεγονός ότι, στον τομέα της πολιτικής διακυβέρνησης, η θεϊκή κυριαρχία και η ανθρώπινη κυριαρχία δεν τέμνονται. Ωστόσο, ο Πίος γράφει:
Θα ήταν σοβαρό λάθος, από την άλλη πλευρά, να πούμε ότι ο Χριστός δεν έχει καμία εξουσία στις πολιτικές υποθέσεις, αφού, λόγω της απόλυτης κυριαρχίας που του έχει ανατεθεί από τον Πατέρα πάνω σε όλα τα πλάσματα, τα πάντα βρίσκονται υπό την εξουσία του. Παρ’ όλα αυτά, κατά τη διάρκεια της ζωής του στη γη απείχε από την άσκηση μιας τέτοιας εξουσίας και, παρ’ όλο που ο ίδιος περιφρονούσε το να κατέχει ή να φροντίζει για τα γήινα αγαθά, δεν παρενέβαινε, ούτε παρεμβαίνει σήμερα, σε εκείνους που τα κατέχουν. Non eripit mortalia qui regna dat caelestia . [”Δεν κλέβει θνητά πράγματα αυτός που χαρίζει επουράνιες βασιλείες.”]
Κατά αυτή την άποψη, η δύναμη του Θεού ασκείται όχι μέσω της άμεσης πολιτικής εξουσίας, αλλά μέσω της «κοινωνικής βασιλείας» που διέπει τους κεντρικούς θεσμούς της κοινωνίας των πολιτών, ιδίως την οικογένεια. Κατά αυτή την άποψη, η νόμιμη και δίκαιη πολιτική εξουσία μπορεί να ασκηθεί ορθά μόνο όταν όσοι κατέχουν ηγετικές θέσεις στην κοινωνία των πολιτών ζουν και κυβερνούν σύμφωνα με τον φυσικό και θεϊκό νόμο. Όπως σημειώνει ο Άγιος Αυγουστίνος, το να κυβερνάς με άλλον τρόπο ισοδυναμεί με το να κυβερνάς με τον τρόπο των πειρατών και των κλεφτών.
Με άλλα λόγια, η τέλεια βασιλεία του Θεού, η οποία δεν μπορεί να προσεγγιστεί ή να αναδημιουργηθεί από τους ανθρώπους, έχει στο κέντρο της έναν αμετάβλητο θεϊκό και φυσικό νόμο, με τον οποίο όλες οι πολιτικές κυβερνήσεις πρέπει να συμμορφώνονται για να είναι νόμιμες.
Είναι σημαντικό ότι αυτό το πρότυπο διασφαλίζει πως καμία πολιτική κυβέρνηση δεν μπορεί δίκαια να δηλώσει ότι έχει την «εντολή εξ ουρανού» ή ότι είναι άξια θρησκευτικής λατρείας — όπως έχουν κάνει πολλοί αρχαίοι και ανατολικοί δεσποτισμοί.
Στην ιστορία της δυτικής πολιτικής σκέψης, ο ιστορικός Ραλφ Ράικο προσδιορίζει αυτή την αντίθεση μεταξύ ανθρώπινης διακυβέρνησης και θεϊκής διακυβέρνησης ως κεντρικής σημασίας για τη δυτική ιδέα της ελευθερίας και της περιορισμένης κυβερνητικής εξουσίας. Αυτή είναι, όπως μας λέει ο Ράικο, η αντίθεση μεταξύ της «πόλης του Θεού» και της «πόλης του ανθρώπου». Ο Ράικο σημειώνει περαιτέρω ότι αυτή η ιδέα διαδόθηκε και συνοψίστηκε από τον Αυγουστίνο στα τέλη της αρχαιότητας:
Με τον Άγιο Αυγουστίνο έχουμε μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη στο έργο του για την πόλη του Θεού. Αυτό έχει ονομαστεί αποϊεροποίηση του κράτους. Στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ο Ρώμος ήταν ένας θεός με τις συγκεκριμένες θυσίες και θρησκευτικές υποχρεώσεις που οφείλονταν σε αυτόν τον θεό, που αντιπροσώπευε το ρωμαϊκό κράτος.
Σε αντίθεση με την πόλη του ανθρώπου, αυτό που είναι σημαντικό είναι η πόλη του Θεού. Ως τελική και μόνιμη κατοικία μας, η πόλη του Θεού είναι απείρως πιο σημαντική από την πόλη του ανθρώπου, αποϊεροποιώντας έτσι το κράτος, το οποίο θεωρείτο θεϊκό από τους Ρωμαίους.
Οι μεταγενέστεροι Ρωμαίοι, φυσικά, θεοποίησαν τους δικούς τους αυτοκράτορες και συχνά θεωρούσαν το ρωμαϊκό κράτος ως ένα αρχετυπικό και ιδανικό κράτος. Ακόμη και πριν από αυτό, πολλά αρχαία κράτη και βασίλεια καθιέρωσαν μύθους δημιουργίας για τα κράτη τους, όπως ο μύθος ότι η Ρώμη ιδρύθηκε από τον Ρωμύλο, τον γιο ενός θεού.
Στη χριστιανική Δύση, δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο, αφού ο ίδιος ο Χριστός δηλώνει ότι «η βασιλεία μου δεν είναι εκ του κόσμου τούτου» και επιπλέον προσδιορίζει τον Σατανά ως «τον άρχοντα του κόσμου τούτου» — ο οποίος θα ανατραπεί από τον ίδιο τον Θεό και όχι από κάποια ανθρώπινη εξουσία.
Έτσι, καμία πολιτική κυβέρνηση δεν μπορεί να λεχθεί ότι ιδρύθηκε από οποιονδήποτε θεό, ούτε καμία πολιτική αρχή μπορεί να ισχυριστεί ότι εγκαθιδρύει την τέλεια δικαιοσύνη. Ή, για να χρησιμοποιήσουμε μια φράση του Eric Voegelin, κανένα κράτος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει το προνόμιο να «υποστασιοποιήσει το έσχατον».
Ωστόσο, όταν η πολιτική διακυβέρνηση δεν συμμορφώνεται πλέον με τον φυσικό και θεϊκό νόμο και, ως εκ τούτου, απορρίπτει την κοινωνική βασιλεία του Χριστού, δεν μπορεί να υπάρξει κοινό καλό και η εξουσία της πολιτικής διακυβέρνησης παύει. Δηλαδή, δεν μπορεί να υπάρξει νόμιμη πολιτική διακυβέρνηση επειδή η βάση αυτής της εξουσίας - η προσήλωση στον φυσικό νόμο - εγκαταλείπεται. Ή, όπως το θέτει ο Πίος, όταν οι ιδιοτροπίες των πολιτικών ηγεμόνων αντικαθιστούν τον θεϊκό και φυσικό νόμο,
Η ίδια η βάση αυτής της [πολιτικής] εξουσίας έχει αφαιρεθεί, επειδή ο κύριος λόγος της διάκρισης μεταξύ ηγεμόνα και υπηκόου έχει εξαλειφθεί. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ανθρώπινη κοινωνία παραπαίει προς την πτώση της, επειδή δεν έχει πλέον ένα ασφαλές και στέρεο θεμέλιο.
Εώς πού φτάνουν οι εξουσίες των πολιτικών κυβερνήσεων;
Προς το τέλος της εγκυκλίου, ο Πάπας Πίος στρέφεται στο ερώτημα του κατά πόσον οι πολιτικές κυβερνήσεις —οι οποίες είχαν εξελιχθεί σε σύγχρονα κράτη την εποχή του— μπορούν να ασκούν το πλήρες μονοπώλιο της πολιτικής εξουσίας εντός των συνόρων τους. Ή, πιο συγκεκριμένα: Μπορούν οι πολιτικές κυβερνήσεις να κυβερνούν την Εκκλησία;
Την εποχή του Πίου, αυτό ήταν ένα ζήτημα πρακτικής και επίκαιρης σημασίας, επειδή το λεγόμενο «Ρωμαϊκό ζήτημα» δεν είχε ακόμη επιλυθεί. Δηλαδή, μετά την κατάρρευση των Παπικών Κρατών, το ιταλικό κράτος διεκδίκησε την δικαιοδοσία του επί του Πάπα. Ο Πάπας, ωστόσο, δεν αναγνώρισε αυτήν την εξουσία με βάση αιώνες απόψεων περί πολιτικής διακυβέρνησης που προηγήθηκαν της ανάδυσης του σύγχρονου κράτους.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Πίος αναφέρει:
Η Εκκλησία, που ιδρύθηκε από τον Χριστό ως μια τέλεια κοινωνία, έχει ένα φυσικό και αναφαίρετο δικαίωμα στην τέλεια ελευθερία και ασυλία από την εξουσία του κράτους· και ότι, εκπληρώνοντας το έργο που της ανέθεσε ο Θεός να διδάσκει, να κυβερνά και να καθοδηγεί στην αιώνια ευδαιμονία όσους ανήκουν στη βασιλεία του Χριστού, δεν μπορεί να υπόκειται σε καμία εξωτερική εξουσία.
Όπως σημειώνει ο Ράικο, αυτή η άποψη για την κρατική εξουσία ανάγεται τουλάχιστον στον Άγιο Αμβρόσιο τον τέταρτο αιώνα, όταν ο εκείνος αρνήθηκε να επιτρέψει στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο να εισέλθει στον καθεδρικό ναό του Μιλάνου. Ο Αμβρόσιος περιέγραψε τον διάλογό τους στην επιστολή του προς τη Μαρκελίνα:
Δεν είναι νόμιμο για εμάς να τον παραδώσουμε ούτε για την Μεγαλειότητά Σας να τον παραλάβετε. Με κανέναν νόμο δεν μπορείτε να παραβιάσετε τον οίκο ενός ιδιώτη, και νομίζετε ότι ο οίκος του Θεού μπορεί να παραβιαστεί; Λέγεται ότι όλα είναι νόμιμα για τον Αυτοκράτορα, ότι όλα είναι δικά του, αλλά μην επιβαρύνετε τη συνείδησή σας με τη σκέψη ότι έχετε κάποιο δικαίωμα ως Αυτοκράτορας πάνω σε ιερά πράγματα. Είναι γραμμένο: Τα του Θεού στον Θεό, τα του Καίσαρα στον Καίσαρα. Το παλάτι είναι του Αυτοκράτορα. Οι εκκλησίες είναι του Επισκόπου.
Αυτό έδωσε τον τόνο στις σχέσεις εκκλησίας-κράτους για τα επόμενα χίλια χρόνια. Εν μέρει λόγω της άρνησης της εκκλησίας να αναγνωρίσει την κρατική εξουσία επί όλων των θεσμών και της περιουσίας εντός των συνόρων της, οι πολιτικές κυβερνήσεις αντιμετώπισαν τεράστια θεσμική αντίθεση στις προσπάθειες τους να εγκαθιδρύσουν μια πραγματική μονοπωλιακή κρατική εξουσία.
Πράγματι, όπως δείχνει ο Ράικο, αυτή η σύγκρουση μεταξύ εκκλησίας και κράτους σχετικά με τις εξουσίες της πολιτικής διακυβέρνησης αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό τη βάση του σεβασμού της ιδιωτικής περιουσίας στη Δύση και της πολιτικής αποκέντρωσης ως μέσου περιορισμού της κρατικής εξουσίας. Άλλωστε, αν οι πολιτικές αρχές είχαν περιορισμένες εξουσίες έναντι των εκκλησιών, δεν θα μπορούσαν και άλλοι οργανισμοί να αναζητήσουν παρόμοια προστασία; Το αποτέλεσμα ήταν αυτό που αποτέλεσε το θεμέλιο των δυτικών πολιτικών ελευθεριών: ένα σύστημα συμβάσεων και τοπικής κυριαρχίας που αρνούνταν στις πολιτικές αρχές το «δικαίωμα» να κατάσχουν την περιουσία των άλλων. Όταν ο Αμβρόσιος δήλωσε στον αυτοκράτορα ότι «κανένας νόμος» δεν του έδινε το δικαίωμα να «παραβιάσει τον οίκο ενός ιδιώτη», αυτό προμήνυε την έννοια της ιδιωτικής περιουσίας, όπως αυτή θα εξελισσόταν στη δυτική πολιτική σκέψη.
Ακολουθώντας τον Αμβρόσιο και δηλώνοντας ότι η Εκκλησία προστατευόταν έναντι του κρατικού ελέγχου, ο Πίος παρ’ όλα αυτά ακούγεται απελπιστικά παλιομοδίτικος. Μέχρι το 1925, φυσικά, το σύγχρονο κράτος είχε σχεδόν φτάσει στο απόγειό του και τα περισσότερα κράτη της Ευρώπης είχαν πλήρως ενοποιήσει την εξουσία τους σε όλους τους θεσμούς εντός των ορίων κάθε κράτους. Πολλά κράτη είχαν δημιουργήσει ακόμη και τις δικές τους κρατικές εκκλησίες, οι οποίες τέθηκαν υπό την άμεση κυριαρχία του μονάρχη του κράτους.
Προσκολλούμενος σε ένα παλαιότερο μοντέλο περιορισμένης εξουσίας για τις πολιτικές κυβερνήσεις, ωστόσο, ο Πίος ανακαλούσε μια πολύ διαφορετική Ευρώπη. Το 1925, η Ευρώπη αναδυόταν ακόμα από τις κοινωνικές και πολιτικές στάχτες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου - ενός πολέμου που βοήθησε στην εδραίωση της κρατικής εξουσίας και στον τερματισμό όλων των θεσμικών υπολειμμάτων της παλιάς Ευρώπης με την πιο περιορισμένη κρατική εξουσία. Η Ευρώπη μιας παλαιότερης εποχής φαινόταν αρκετά καλή συγκριτικά, ειδικά επειδή, το 1925, ο σοσιαλισμός και ο φασισμός φαινόταν να είναι το μέλλον της Ευρώπης. Μετά από περισσότερο από έναν αιώνα «Διαφωτισμού» στην Ευρώπη, το φυσικό δίκαιο είχε επισκιαστεί και το «ολικό κράτος» ήταν το μέλλον.
Πολλά από αυτά τα νέα και σύγχρονα καθεστώτα θα ισχυρίζονταν πράγματι ότι ήταν σε θέση να κυβερνήσουν πλήρως ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε «ξεπερασμένες» έννοιες όπως το φυσικό δίκαιο ή η περιορισμένη κρατική εξουσία. Η νέα Ευρώπη πίστευε ότι ήταν πλήρως ικανή να δημιουργήσει μια νέα πόλη του Θεού κατ’ εικόνα της. Το αποτέλεσμα ήταν ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και δεκαετίες ολοκληρωτισμού.
[Πηγή άρθρου: The Rise of the State and the Fall of Natural Law]






