Η αυτοαναιρούμενη διάσημη θεωρία για την αναγκαιότητα του κράτους
Με λίγο κοινό νου και χρησιμοποιώντας τις παραδοχές και τα επιχειρήματα του ίδιου του Χομπς, μπορούμε να ασκήσουμε μια συντριπτική εκ των έσω κριτική στο επιχείρημά του υπέρ του κράτους.
Ετικέτες: Πολιτική Θεωρία, Μεγάλo κράτος, Δημοκρατία
15/5/2026 • Άρθρο του Joshua Mawhorter
Είτε μας αρέσει είτε όχι, εδώ και αρκετούς αιώνες, η έννοια του έθνους-κράτους του Χομπς αποτελεί το προεπιλεγμένο πρότυπο και πλαίσιο για τους σύγχρονους ανθρώπους, κάθε φορά που στοχάζονται το κράτος. Χωρίς να έχουν διαβάσει ποτέ Χομπς, οι άνθρωποι θα επαναλαμβάνουν άθελά τους τις υποθέσεις, τις παραδοχές, τις ανησυχίες και τα επιχειρήματά του για το κράτος. Ωστόσο, με λίγη απλή λογική και χρησιμοποιώντας τις παραδοχές του ίδιου του Χομπς, μπορούμε να ασκήσουμε μια εκ των έσω κριτική στο επιχείρημα του Χομπς και να δούμε ότι η προτεινόμενη λύση του για το κράτος δεν λύνει κανένα από τα προβλήματα που παρουσιάζει.
Μια σύντομη ανασκόπηση της θεωρίας του Χομπς για το κράτος
Στην ουσία, η επιχειρηματολογία του Χομπς για το κράτος μπορεί να αποτυπωθεί στο ακόλουθο απόσπασμα:
Ο τελικός Σκοπός, Τέλος ή Σχεδιασμός των ανθρώπων (που φυσικά αρέσκονται στην Ελευθερία και την Κυριαρχία πάνω στους άλλους) για την εισαγωγή αυτού του περιορισμού στον εαυτό τους (με τον οποίον τους βλέπουμε να ζουν σε Κοινότητες) είναι η πρόνοια της δικής τους αυτοσυντήρησης και μιας πιο ικανοποιητικής ζωής κατ’ αυτόν τον τρόπο· δηλαδή, το να βγουν από αυτή την άθλια κατάσταση του Πολέμου, η οποία είναι αναγκαστικά συνέπεια [...] των φυσικών Παθών των ανθρώπων, όταν δεν υπάρχει μια ορατή Εξουσία να τους προκαλεί δέος και να τους δεσμεύει, μέσω του φόβου της τιμωρίας, στην εκτέλεση των Υποχρεώσεών τους και στην τήρηση αυτών των Νόμων της Φύσης ... (η έμφαση προστέθηκε)
Σύμφωνα με τον Χομπς:
«Επομένως είναι πασίδηλο ότι, όσο οι άνθρωποι ζουν χωρίς μια κοινή Εξουσία που να προκαλεί δέος σε όλους, βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση που ονομάζεται Πόλεμος· και μάλιστα σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων».
Επομένως, ακολουθώντας τη συλλογιστική του, το κράτος παρέχει μια κοινή εξουσία για να «προκαλεί σε όλους δέος», αποθαρρύνοντας το διαπροσωπικό έγκλημα και τις συγκρούσεις μέσω του φόβου της τιμωρίας από το κράτος.
Το επιχείρημα του Χομπς είναι ότι —λόγω της ανασφάλειας στην «φυσική κατάσταση» (δηλαδή στην απόλυτη ελευθερία των ανθρώπων να ασκούν εξουσία πριν από την έλευση του κράτους)— συμφωνήσαμε και συναινέσαμε να ζούμε σε κοινωνία ο ένας με τον άλλον, κυβερνώμενοι από ένα κράτος που θα μπορούσε να παρέχει την ασφάλεια μέσω ενός νόμιμου μονοπωλίου στη βία.
Σε ένα προηγούμενο άρθρο, άσκησα κριτική στο επιχείρημα του Χομπς για την αναγκαιότητα του κράτους με βάση την ανθρώπινη φύση. Αν και δεν είναι εξαντλεί κάθε πτυχή του θέματος, το παρόν άρθρο επιδιώκει να ασκήσει μια εκ των έσω κριτική σε πολλά άλλα σημεία του επιχειρήματος του Χομπς.
Ο μύθος της συλλογικής ασφάλειας
Η συλλογική ασφάλεια δεν σημαίνει ιδιωτικές, οικειοθελείς συμφωνίες μεταξύ ατόμων, μέσω των οποίων συνάπτουν συμβάσεις με σκοπό την αμοιβαία αυτοάμυνα. Αντίθετα, η συλλογική ασφάλεια συνεπάγεται την ανάγκη του κράτους να φορολογεί νόμιμα και καταναγκαστικά τους πάντες και να παρέχει το μονοπώλιο των υπηρεσιών ασφαλείας.
Σύμφωνα με τη θεωρία, η μόνιμα ελλιπής παραγωγή της ασφάλειας στην «φυσική κατάσταση» του Χομπς, η πιθανή απειλή βίας από τους άλλους ανθρώπους, η πιθανότητα αθέτησης οποιαδήποτε σύμβασης-συμφωνίας και το συνεχές αίσθημα ανασφάλειας, αναμφισβήτητα συνέβαλαν σε ένα χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο για όλους, χωρίς εναλλακτική λύση για να το αποφύγουν. Ως εκ τούτου, τα άτομα συναίνεσαν από κοινού να ζήσουν στην κοινωνία και να παραχωρήσουν όλα τα δικαιώματα και την εξουσία σε ένα πολιτικό κράτος, το οποίο είχε τη δυνατότητα να φορολογεί καταναγκαστικά τους ανθρώπους προκειμένου να παρέχει ασφάλεια από εσωτερικές και εξωτερικές απειλές.
Στο βιβλίο του «Ο Μύθος της Εθνικής Άμυνας» , ο Χανς-Χέρμαν Χόππε γράφει :
Η λύση σε αυτή την υποτιθέμενα αφόρητη κατάσταση, σύμφωνα με τον Χομπς και τους οπαδούς του, είναι η εγκαθίδρυση ενός κράτους. Για να θεσπίσουν την ειρηνική συνεργασία μεταξύ τους, δύο άτομα, ο Α και ο Β, χρειάζονται ένα τρίτο ανεξάρτητο μέρος, τον Σ, ως τελικό κριτή και ειρηνοποιό. Ωστόσο, αυτό το τρίτο μέρος, ο Σ [...] είναι κυρίαρχος και ως εκ τούτου έχει δύο μοναδικές εξουσίες. Αφενός, ο Σ μπορεί να αξιώσει από τους υπήκοούς του, τον Α και τον Β, να μην αποζητούν προστασία από κανέναν άλλον εκτός από εκείνον· δηλαδή, ο Σ είναι ένας υποχρεωτικός εδαφικός μονοπωλητής της ασφάλειας. Αφετέρου, ο Σ μπορεί να καθορίσει μονομερώς πόσα πρέπει να ξοδέψουν ο Α και ο Β για την ασφάλειά τους· δηλαδή, ο Σ έχει την εξουσία να επιβάλλει φόρους προκειμένου να παρέχει ασφάλεια «συλλογικά». (η έμφαση προστέθηκε)
Με απλά λόγια, το κράτος του Χόμπς είναι ένα υποχρεωτικό εδαφικό μονοπώλιο της προστασίας, που μπορεί να περιορίσει τον ανταγωνισμό και μπορεί να καθορίσει πόσο θα χρεώσει τους ανθρώπους για τις υπηρεσίες του και να τους αναγκάσει νόμιμα να πληρώσουν για αυτές τις υπηρεσίες.
Μολονότι πιο κάτω θα απαριθμήσουμε τις αντιφάσεις πιο συστηματικά, θα πρέπει να σημειώσουμε αρκετές αντιφάσεις εδώ, σχετικά με τον μύθο της συλλογικής ασφάλειας. Καταρχάς, το κράτος στοχεύει στον περιορισμό της ανθρώπινης φύσης, αλλά εξουσιοδοτεί και ενδυναμώνει μια ελίτ ασύδοτων ανθρώπων. Στη συνέχεια, το κράτος στοχεύει στην προστασία της ιδιωτικής περιουσίας και των δικαιωμάτων παραβιάζοντας την ιδιωτική περιουσία και τα δικαιώματα. Και, το κράτος στοχεύει στη μείωση των διαπροσωπικών συγκρούσεων μεταξύ μη κρατικών φορέων, μέσω απειλών και ενός νόμιμου μονοπωλίου στη βία. Με άλλα λόγια, το κράτος αξιώνει να προσφέρει προστασία από την επιθετικότητα των άλλων, αλλά όχι από την δική του.
Θα ήταν κάτι διαφορετικό το να υποστηρίξουμε ότι η βία πρέπει να χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της βίας. Αυτό είναι το επιχείρημα υπέρ της αυτοάμυνας και της αμοιβαίας ασφάλειας. Αλλά η επιχειρηματολογία του Χομπς απαιτεί την μονοπωλιακή επιθετικότητα για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της γενικής, μη κρατικής επιθετικότητας: τον συγκεντρωτισμό μιας αθέμιτης βίας. Η ατομική ή αμοιβαία αυτοάμυνα είναι η νόμιμη χρήση βίας -ή απειλή χρήσης βίας- για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων (την αυτοκτησία και ιδιοκτησία). Η λεγόμενη συλλογική ασφάλεια περιλαμβάνει τη συγκέντρωση και την μονοπώληση της επιθετικότητας στο όνομα του περιορισμού της επιθετικότητας.
Η αντίφαση στον ορισμό και την νομιμότητα
Στο επιχείρημα του Χομπς για το κράτος:
Η (γενική) συναίνεση θεμελιώνει την εδαφική κυριαρχία του κράτους.
Η εδαφική κυριαρχία ορίζει τη νόμιμη εξουσία.
Η νόμιμη εξουσία επικυρώνει τον καταναγκασμό από το κυρίαρχο κρατικό .
Ο καταναγκασμός του κυρίαρχου κράτους υπερισχύει της διαφωνίας και της ανάκλησης της συναίνεσης (εκ μέρους των κυβερνωμένων).
Η νομιμότητα τελικά στηρίζεται στην εξουσία που έχει θεσπίσει ο ίδιος ο εδαφικά κυρίαρχος.
Ο Χομπς επιχειρεί να δικαιολογήσει τη νομιμότητα του κράτους μέσω του κοινωνικού συμβολαίου: ότι τα άτομα συναινούν να παραδώσουν ορισμένες ελευθερίες και δικαιώματα σε έναν κυρίαρχο φορέα με αντάλλαγμα την ασφάλεια και την κοινωνική τάξη. Ο Χομπς υποστηρίζει ότι, στην φυσική κατάσταση, τα άτομα κατέχουν ευρεία δικαιώματα αυτοσυντήρησης, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης βίας. Ωστόσο, αυτό δημιουργεί ένα βαθύτερο πρόβλημα.
Η νόμιμη εξουσία συνήθως πηγάζει από δικαιώματα που τα ίδια τα άτομα κατέχουν και μπορούν να εκχωρήσουν. Αλλά ακόμη και αν τα άτομα κατέχουν καταναγκαστικά δικαιώματα στην φυσική κατάσταση, δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι μπορούν να μεταβιβάσουν αμετάκλητα αυτά τα δικαιώματα σε έναν θεσμό που διεκδικεί το υποχρεωτικό μονοπώλιο της βίας εντός μιας επικράτειας. Η θεωρία επομένως γίνεται κυκλική και αυτοαναφορική: το κράτος λέγεται ότι είναι νόμιμο επειδή τα άτομα το εξουσιοδοτούν, ωστόσο η εξουσία που ασκείται υπερβαίνει τη συνήθη ηθική εξουσία οποιουδήποτε ατόμου και νομιμοποιείται κυρίως μέσω του καθορισμού που κάνει ο ίδιος ο θεσμός.
Ως αποτέλεσμα, η διάκριση μεταξύ κρατικού και ιδιωτικού καταναγκασμού βασίζεται λιγότερο στη φύση αυτής της πράξης και περισσότερο στο στάτους του δρώντος που διεκδικεί την κυρίαρχη εξουσία. Σε αντίθεση με άλλες μορφές εξουσίας, το κράτος του Χομπς δεν μπορεί να θεσπίσει την νομιμότητα απλώς αξιώνοντας ένα μονοπώλιο στη βία. Η εξουσία του απαιτεί την ηθική δικαιολόγηση πέρα από τη δική του θεσμική αυτο-εξουσιοδότηση.
Το πρόβλημα ενός ενιαίου Παγκόσμιου Κράτους
Η παρακολούθηση της λογικής του Χομπς μέχρι το τέλος της αποκαλύπτει ένα άλλο σοβαρό σφάλμα. Αν για την αποτροπή των συγκρούσεων μεταξύ ατόμων είναι απαραίτητος ένας μόνο εδαφικά κυρίαρχος , τότε λογικά για την αποτροπή των συγκρούσεων μεταξύ εθνών θα ήταν απαραίτητο ένα ενιαίο παγκόσμιο κράτος. Ωστόσο, ακόμη και οι υποστηρικτές του Χομπς συνήθως απορρίπτουν αυτό το συμπέρασμα, αποκαλύπτοντας την ασυνέπεια του αρχικού επιχειρήματος.
Ο Χανς-Χέρμαν Χόππε γράφει:
Μόλις υποτεθεί ότι, για να θεσπιστεί η ειρηνική συνεργασία μεταξύ Α και Β, είναι απαραίτητο να υπάρχει ένα κρατος S, προκύπτει ένα διττό συμπέρασμα. Εάν υπάρχουν περισσότερα από ένα κράτη - S1, S2, S3 - τότε, όπως ακριβώς δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη μεταξύ Α και Β χωρίς το S, έτσι δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη μεταξύ των κρατών S1, S2 και S3 εφόσον παραμένουν σε μια φυσική κατάσταση (δηλαδή, σε μια κατάσταση αναρχίας) μεταξύ τους. Συνεπώς, για να επιτευχθεί η παγκόσμια ειρήνη, είναι απαραίτητη η πολιτική συγκέντρωση, η ενοποίηση και, τελικά, η εγκαθίδρυση μιας ενιαίας παγκόσμιας κυβέρνησης.
Αντιφάσεις, μετα-αντίφαση και συμπέρασμα
Η λύση του Χομπς δεν εξαλείφει τα προβλήματα που ισχυρίζεται ότι επιλύει· τα θεσμοθετεί. Θα πρέπει να σημειώσουμε τις ασυνέπειες μεταξύ των δηλωμένων ανησυχιών και των προτεραιοτήτων που υποτίθεται ότι απαιτούν την ύπαρξη του κράτους:
Το κράτος επιχειρεί να λύσει το πρόβλημα των ιδιοτελών και εξουσιομανών ανθρώπων, συγκεντρώνοντας την εξουσία στα χέρια ιδιοτελών και εξουσιομανών ανθρώπων.
Το κράτος ισχυρίζεται ότι διασφαλίζει την ιδιοκτησία και τη σταθερότητα, διατηρώντας παράλληλα την εξουσία να παρακάμπτει και τα δύο, όποτε το απαιτεί η ανάγκη του κυρίαρχου κράτους.
Το κράτος ισχυρίζεται ότι μειώνει τη βία και τις διαπροσωπικές συγκρούσεις μέσω απειλών, εξαναγκασμού και νομικού μονοπωλίου της βίας.
Το κράτος επιδιώκει να εξαλείψει την ανασφάλεια, εγκαθιδρύοντας έναν θεσμό που διαθέτει μεγαλύτερη ισχύ καταναγκασμού από οποιονδήποτε ιδιωτικό φορέα.
Το κράτος ισχυρίζεται ότι παρέχει ασφάλεια και επίλυση διαφορών, ενώ απαγορεύει νομικά τους ανταγωνιστικούς παρόχους των ίδιων υπηρεσιών.
Το κράτος διεκδικεί την νομιμότητα μέσω της συναίνεσης των κυβερνωμένων, ωστόσο η συναίνεση παύει να έχει ουσιαστική ισχύ μόλις εγκαθιδρυθεί το κράτος.
Το κράτος αυτοπροσδιορίζεται ως ο μοναδικός νόμιμος χρήστης βίας, ενώ αντιμετωπίζει κυκλικά τον δικό του καταναγκασμό ως νόμιμο και τις πανομοιότυπες ιδιωτικές πράξεις καταναγκασμού ως εγκληματικές.
Η λογική του χομπσιανού πολιτικού συγκεντρωτισμού υποδεικνύει έναν ενιαίο παγκόσμιο κυρίαρχο φορέα, ωστόσο οι περισσότεροι υποστηρικτές του απορρίπτουν αυτό το συμπέρασμα.
Αυτές οι εσωτερικές κριτικές θα πρέπει να καταδεικνύουν ότι η θεωρία του Χομπς για το κράτος είναι αυτοαναιρούμενη με τους δικούς της όρους. Κρίνοντάς το έξωθεν, θα μπορούσαμε επίσης να σημειώσουμε ότι το κράτος ισχυρίζεται ότι μειώνει την κλίμακα και το εύρος της βίας, παρά το γεγονός ότι δημιουργεί τα μεγαλύτερα συστήματα οργανωμένης βίας στην ανθρώπινη ιστορία. Αντί να δημιουργεί πραγματική ασφάλεια, η λύση του Χομπς απλώς μεταφέρει το πρόβλημα της βίας από τους ιδιωτικούς φορείς σε μια μονοπωλιακή οντότητα. Εν ολίγοις, κάθε πρόβλημα που ισχυρίζεται ότι επιλύει το κράτος, το επιλύει επιδιδόμενο ακόμα περισσότερο σε αυτό που ισχυρίζεται ότι επιλύει.
Πίσω από όλες αυτές τις συγκεκριμένες αντιφάσεις βρίσκεται μια ενιαία, θεμελιώδης μετα-αντίφαση:
Η θεωρία του κράτους ξεκινά με εμπειρικούς ισχυρισμούς σχετικά με την ανθρώπινη φύση και τους κινδύνους της ανθρώπινης συμπεριφοράς, στη συνέχεια προχωρά στην κατασκευή ενός θεσμού που στελεχώνεται από αυτούς ακριβώς τους επικίνδυνους ανθρώπους, τους παρέχει πολύ μεγαλύτερη εξουσία από ό,τι θα μπορούσε να συσσωρεύσει οποιοσδήποτε ιδιωτικός φορέας, καταργεί τους μηχανισμούς λογοδοσίας που περιορίζουν τους ιδιωτικούς φορείς και δημιουργεί κίνητρα που ανταμείβουν συστηματικά τα πιο αδίστακτα και διψασμένα για εξουσία άτομα.
Η επιθετική βία «μειώνεται» μέσω της επιθετικής βίας. Η ιδιοκτησία «προστατεύεται» μέσω της παραβίασης της ιδιοκτησίας. Η σύγκρουση «επιλύεται» μέσω του καταναγκαστικού μονοπωλίου. Η «λογοδοσία» επιβάλλεται μέσω μιας εξουσίας που δεν λογοδοτεί. Δεν πρόκειται για μια σειρά από ατυχείς πολιτικές αστοχίες - πρόκειται για την δομική λογική του ίδιου του θεσμού.
Δεδομένου του προτύπου που θέτει το κράτος, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η ανεξέλεγκτη εξουσία τείνει να προσελκύει τους διψασμένους για εξουσία και τους ανήθικους, ενώ απωθεί τους ευσυνείδητους και τους ηθικούς. Ο Φ.Α. Χάγιεκ έγραψε ένα κεφάλαιο στο βιβλίο του «Ο Δρόμος προς τη Δουλεία » με τίτλο «Γιατί οι Χειρότεροι Φτάνουν στην Κορυφή». Στο κεφάλαιο αυτό αναφέρει τα εξής:
Όπως ακριβώς ο δημοκρατικός πολιτικός, που ξεκινά να σχεδιάζει την οικονομική ζωή, σύντομα θα βρεθεί αντιμέτωπος με την επιλογή είτε να αναλάβει δικτατορικές εξουσίες είτε να εγκαταλείψει τα σχέδιά του, έτσι και ο ολοκληρωτικός ηγέτης σύντομα θα πρέπει να επιλέξει μεταξύ της περιφρόνησης των συνηθισμένων ηθικών αρχών και της αποτυχίας. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι αδίστακτοι είναι πιθανό να είναι πιο επιτυχημένοι σε μια κοινωνία που τείνει προς τον ολοκληρωτισμό.
[…]
Η πρόοδος εντός μιας ολοκληρωτικής ομάδας ή ενός κόμματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προθυμία να διαπράξει κανείς ανήθικα πράγματα.
[…]
Για να είναι λοιπόν ένας άνθρωπος χρήσιμος βοηθός στη λειτουργία ενός ολοκληρωτικού κράτους, πρέπει να είναι έτοιμος να παραβιάσει κάθε ηθικό κανόνα που γνώρισε ποτέ, αν αυτό φανεί απαραίτητο για την επίτευξη του σκοπού που του έχει τεθεί. Στην μηχανή του ολοκληρωτισμού θα εμφανιστούν ειδικές ευκαιρίες για τους αδίστακτους και τους ανέντιμους.
[Πηγή άρθρου: Hobbes’s Self-Defeating Theory]






