Όταν οι κομμουνιστές κατήργησαν το Σαββατοκύριακο
Καταργώντας το Σαββατοκύριακο, οι Σοβιετικοί μπόρεσαν με μια κίνηση να πλήξουν τόσο την οικογένεια όσο και την θρησκεία. Έτσι, το μόνο που απέμεινε ήταν το κράτος κι η κρατικά επιβεβλημένη εργασία.
Ετικέτες: Εργασία και Μισθοί, Ιστορία, Οικογένεια, Σοσιαλισμός
Άρθρο του Ryan McMaken, 12/09/2019.
Οι αντικαπιταλιστές, τόσο από την αριστερά όσο και από τη δεξιά, μας λένε ότι ο «καπιταλισμός» καταστρέφει το Σαββατοκύριακο. Οι συντηρητικοί επιμένουν ότι χρειαζόμαστε νόμους που να τιμωρούν όσους προσπαθούν να πουλήσουν πράγματα την Κυριακή. Οι αριστεροί επιμένουν ότι ο «άκρατος καπιταλισμός» καταστρέφει το Σαββατοκύριακο, το οποίο «μας επιτρέπει να καλλιεργήσουμε τους σπόρους της κοινωνίας των πολιτών ... »
Δεν είναι όμως ο καπιταλισμός που κάνει αυτή τη βρώμικη δουλειά. Η παρακμή του Σαββατοκύριακου προέρχεται από την παρακμή της θρησκευτικότητας και από το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι προτιμούν να εργάζονται περισσότερο — ώστε να αγοράζουν περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες — παρά να απολαμβάνουν τον ελεύθερο χρόνο τους.
Το ξεθώριασμα του Σαββατοκύριακου είναι ένα φαινόμενο που ξεκινά από τη βάση προς τα πάνω. Δεν μας επιβάλλεται άνωθεν, από εταιρικούς διευθύνοντες συμβούλους και τραπεζίτες.
Υπήρξε μια εποχή, ωστόσο, που το Σαββατοκύριακο καταργήθηκε εντελώς άνωθεν · όταν μια ολόκληρη κοινωνία αναγκάστηκε να εργάζεται γύρω από ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο και αδιάκοπο πρόγραμμα εργασίας, σχεδιασμένο να μεγιστοποιήσει την απόδοση και να μειώσει την αφοσίωση στην οικογένεια ή τη θρησκεία.
Αυτές ήταν οι μέρες της «νεπρέριβκα», μιας συνεχούς εργάσιμης εβδομάδας σχεδιασμένης από — ποιον άλλον; — τους σοβιετικούς κομμουνιστές.
Μέχρι τα μέσα του 1929, οι εργάτες στη Σοβιετική Ένωση είχαν μια τυπική εξαήμερη εβδομάδα εργασίας. Η εργασία το Σάββατο ήταν ακόμα μια κοινή πρακτική στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου. Ακόμα και στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εργασία μισής ημέρας το Σάββατο ήταν συνηθισμένη μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Αλλά οι Κυριακές, ακόμη και στην ΕΣΣΔ, ήταν κατά κανόνα μια ημέρα αργίας, οπόταν τα εργοστάσια ήταν αδρανή και οι εργάτες έμεναν σε μεγάλο βαθμό στο σπίτι με την οικογένειά τους.
Στον Στάλιν, ωστόσο, δεν άρεσε η ιδέα να παραμένει ο βιομηχανικός εξοπλισμός σε αδράνεια για μια ολόκληρη ημέρα. Επιπλέον, η ύπαρξη μιας συνεχούς εβδομάδας επτά ημερών θα έδινε στους κυβερνητικούς διαχειριστές μεγαλύτερη ευελιξία στον προγραμματισμό των βαρδιών καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1929, το σοβιετικό κράτος εφάρμοσε ένα νέο σύστημα συνεχούς εργασίας. Αυτό δεν σήμαινε ότι οι μεμονωμένοι εργαζόμενοι εργάζονταν επτά ημέρες την εβδομάδα — οι πενθήμερες και εξαήμερες εργάσιμες εβδομάδες ήταν κλιμακωτές καθ’ όλη τη διάρκεια του μήνα. Αλλά αυτό σήμαινε ότι δεν υπήρχε κάποια κοινή ημέρα κατά την οποία τα μέλη της οικογένειας θα μπορούσαν εύλογα να περιμένουν να βρίσκονται στο σπίτι την ίδια ημέρα και ώρα.
Οι εργαζόμενοι φυσικά παραπονέθηκαν:
Τι μπορούμε να κάνουμε στο σπίτι αν οι γυναίκες μας είναι στο εργοστάσιο, τα παιδιά μας στο σχολείο και κανείς δεν μπορεί να μας επισκεφτεί; Δεν είναι αργία αν πρέπει να την περνάς μόνος σου». Ένας άλλος παραπονέθηκε: «Πώς θα δουλέψουμε τώρα, αν η μητέρα είναι ελεύθερη τη μία μέρα, ο πατέρας την άλλη, ο αδερφός την τρίτη και εγώ ο ίδιος την τέταρτη;
Από την οπτική γωνία των κομμουνιστών κεντρικών σχεδιαστών, αυτό ήταν ένα πρόσθετο πλεονέκτημα. Στον μαρξιστικό νου, η οικογένεια ήταν ένα μισητό αστικό λείψανο του καπιταλισμού. Αν το νέο σύστημα εργασίας καθιστούσε αδύνατη τη συνύπαρξη των οικογενειών με συγκεκριμένο πρόγραμμα, αυτό ήταν σίγουρα για καλό.
Και, φυσικά, καταργώντας την Κυριακή ως εβδομαδιαία αργία, το νέο σύστημα έκανε εξαιρετικά δύσκολη την τακτική παρακολούθηση των εκκλησιαστικών λειτουργιών. Έτσι, με μία κίνηση, οι Σοβιετικοί κατάφεραν να πλήξουν τόσο στις οικογένειες όσο και στους θρησκευτικούς θεσμούς. Το μόνο που απέμενε ανέπαφο ήταν το κράτος - και η κρατικά επιβεβλημένη εργασία.
Η συμμετοχή σε αυτό το σύστημα, φυσικά, δεν ήταν προαιρετική. Ο πολιτικός επιστήμονας Paresh Chattopadhyay σημειώνει:
Η πολιτική της «σοσιαλιστικής πλήρους απασχόλησης» εφαρμόστηκε στο έπακρο, διακηρύσσοντας το 1930 ότι «κανένας λόγος άρνησης της προσφερόμενης εργασίας δεν θα λαμβάνεται υπόψη, εκτός από την κακή υγεία, η οποία επιβεβαιώνεται από πιστοποιητικό νοσοκομείου» ...
[Μια] ολόκληρη σειρά μέτρων υιοθετήθηκε από τις σοβιετικές αρχές κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 για να πειθαρχήσουν το νεοσύλλεκτο προλεταριάτο — όπως τα μέτρα που αφορούσαν την τιμωρία των απουσιών, την εισαγωγή «βιβλιαρίων εργασίας», την απαγόρευση της εθελοντικής κινητικότητας μεταξύ των χώρων εργασίας. 1
Αυτές οι πολιτικές εφαρμόστηκαν κυρίως στους άνδρες. Αλλά και οι γυναίκες εντάχθηκαν στο εργατικό δυναμικό σε ολοένα και μεγαλύτερους αριθμούς. Ωθούμενες από το χαμηλό βιοτικό επίπεδο, τις προσωπικές προτιμήσεις και από πολιτικές που υποτίμησαν την οικιακή εργασία, το ποσοστό των γυναικών στη συνολική απασχόληση αυξήθηκε σταθερά, από 27% το 1932 σε 39% το 1940. 2
Όπως θα περίμενε κανείς από τους Σοβιετικούς, το σύστημα δεν λειτούργησε τόσο καλά όσο αναμενόταν.
Ήταν αρκετά εύκολο να διατάξει κανείς τους ανθρώπους να εργάζονται σε συγκεκριμένες ώρες και για συγκεκριμένο αριθμό ωρών. Αλλά η εργασία είναι μόνο ένα συστατικό μιας λειτουργικής οικονομίας. Οι Σοβιετικοί δυσκολεύονταν απίστευτα να διαχειριστούν τις πρώτες ύλες και τα καύσιμα, ώστε να μπορούν να ρέουν στα εργοστάσια για να συμβαδίζουν με τη ζήτηση, καθώς οι εργαζόμενοι και τα μηχανήματα τοποθετούνταν σε ένα πιο αυστηρό πρόγραμμα. 3 Ως αποτέλεσμα των ελλείψεων σε καύσιμα, απαραίτητα ανταλλακτικά και άλλα βασικά είδη, ο εξοπλισμός συχνά έμενε αδρανής. Επιπλέον, στην αρχή του πειράματος, η έλλειψη χρόνου διακοπής λειτουργίας του εξοπλισμού σήμαινε συχνότερες δυσλειτουργίες. Οι εργαζόμενοι δεν είχαν αρκετό χρόνο για να επισκευάσουν και να συντηρήσουν τον εξοπλισμό. Οι κεντρικοί σχεδιαστές σύντομα υποχώρησαν, ωστόσο, και αναγκάστηκαν να επιτρέψουν μια μεγαλύτερη αδράνεια του εξοπλισμού.
Τα μεγαλεπήβολα σχέδια για την nepreryvka οδήγησαν έτσι σε ακόμη περισσότερο χρόνο αδράνειας στο εργοστάσιο από ό,τι πριν σε ορισμένες περιπτώσεις.
Παρά όλα αυτά τα ζητήματα, ωστόσο, η εθνική παραγωγή αυξήθηκε από το 1929 έως το 1930. 4 Ωστόσο, κανείς δεν θα μπορούσε να περιγράψει αυτό το σύστημα ως πιο αποτελεσματικό. Η αναστάτωση στα βασικά πολιτισμικά πρότυπα ζωής είχε αντίκτυπο στους εργαζόμενους και μεγάλο μέρος της αύξησης της παραγωγής κατά την διάρκειά του κατέστη δυνατό χάρη σε ένα εργατικό δυναμικό που αυξανόταν με ταχύτερο ρυθμό από τον συνολικό πληθυσμό. Αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην αυξανόμενη συμμετοχή των γυναικών στο βιομηχανικό εργατικό δυναμικό.
Τελικά, τα προβλήματα με την συνεχή εβδομάδα εργασίας συσσωρεύτηκαν και η nepreryvka εντέλει καταργήθηκε το 1940.
Ήταν απλώς πολύ δύσκολο να ξεριζωθεί το σύστημα της επταήμερης εβδομάδας εργασίας και οι βαθιά ριζωμένες πολιτισμικές συνήθειες που αυτό το σύστημα διευκόλυνε.
Αυτό δεν σήμαινε επιστροφή στην «κανονικότητα». Το σοβιετικό οικονομικό σύστημα δεν έλυσε ποτέ το πρόβλημα της παρακίνησης των εργαζομένων και της μεγιστοποίησης της παραγωγής — η «μεγιστοποίηση» οριζόταν από το κράτος, φυσικά. Μετά την nepreryvka, μέχρι και το τέλος του καθεστώτος, οι Σοβιετικοί χρησιμοποιούσαν κάθε τέχνασμα. Για παράδειγμα, τα σοβιέτ εφάρμοζαν υποχρεωτικές τρίτες βάρδιες για πολλούς εργάτες στη μέση της νύχτας. Αλλά ακόμη και σε εκείνες τις ημέρες των αυστηρών τιμωριών για ανυπακοή, το πιο υψηλόβαθμο και τεχνικό προσωπικό συχνά απουσίαζε και μια κυβερνητική έκθεση παραπονιόταν ότι «κάθε βάρδια τελειώνει χωρίς να περιμένει την επόμενη». 1 Σε αντίθεση με την ιδέα ότι οι εργαζόμενοι σε ένα κομμουνιστικό σύστημα πληρώνονται με έναν «βασικό μισθό» ό,τι κι αν συμβεί , οι εργασιακοί κανονισμοί όριζαν ότι οι εργαζόμενοι θα πληρώνονταν μόνο για την παραγωγικότητά τους. Πολλοί εργαζόμενοι, για παράδειγμα, πληρώνονταν για «εργασία με το κομμάτι». Δηλαδή, πληρώνονταν μόνο για κάθε αντικείμενο που παρήγαγαν. Τα κατασκευαστικά έργα πληρώνονταν μόνο σύμφωνα με όσα είχαν προϋπολογιστεί με κυβερνητικό διάταγμα. Εάν ένα έργο υπερέβαινε τον προϋπολογισμό, κάποιος έπρεπε να απορροφήσει τη διαφορά. Και αυτός ο «κάποιος» δεν ήταν ποτέ οι υψηλόβαθμοι κομμουνιστές αξιωματούχοι. Σε άλλες περιπτώσεις, εάν ο εξοπλισμός παρέμενε αδρανής — ακόμη και λόγω έλλειψης των απαραίτητων ανταλλακτικών που δεν παραδίδονταν ποτέ από τους υπεύθυνους — «οι ώρες που δαπανώνταν αδρανώς [...] θα πληρώνονταν μόνο με το 50% του κανονικου μισθού, δηλαδή με ψίχουλα». 5
Μέχρι τη δεκαετία του 1970, ωστόσο, η πραγματική παραγωγή ήταν τόσο αναιμική, που λίγοι εργάτες πληρώνονταν ανάλογα με αυτό που παρήγαγαν. Αν ίσχυε αυτό, πολλοί θα είχαν πεθάνει της πείνας. Έτσι, τα μεσαία στελέχη πλαστογραφούσαν τακτικά τα έγγραφα, ώστε να κάνουν τους εργάτες και τα εργοστάσια να φαίνονται πιο παραγωγικά από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Τελικά, το σύστημα έγινε κάτι στο οποίο οι εργάτες κέρδιζαν λίγα, αλλά παρήγαγαν ακόμη λιγότερα.
Σε εκείνο το σημείο, ήταν απίθανο ακόμη και μια επταήμερη εργάσιμη εβδομάδα να είχε σώσει το σύστημα από την κατάρρευση. Ευτυχώς, το σοβιετικό κράτος ήταν, μέχρι τότε, πολύ ανίσχυρο για να το δοκιμάσει.
1 Paresh Chattopadhyay, Η Μαρξιστική Έννοια του Κεφαλαίου και η Σοβιετική Εμπειρία (Westport: Praeger, 1994), σελ. 65, https://libcom.org/files/the%20marxian%20concept%20of%20capital%20and%20the%20soviet%20experience.pdf.
1 Στο ίδιο. σελ. 254.
2 Στο ίδιο.
3 RW Davies, Η Βιομηχανοποίηση της Σοβιετικής Ρωσίας 3: Η Σοβιετική Οικονομία σε Αναταραχή 1929 – 1930 (Λονδίνο: Palgrave MacMillan, 1989), σελ. 86.
4 Στο ίδιο, σελ. 252.
5 Φιόντορ Τουρόφσκι, «Κοινωνία χωρίς Παρόν», στο The Soviet Worker , επιμ. Leonard Shapiro και Joseph Godson (Νέα Υόρκη: St. Martin’s Press 1981), σελ. 168-169.







