Από τις καραντίνες στους δασμούς
Οι δασμοί, όπως και τα lockdown, γεννιούνται από τον φόβο και επιβάλλονται με τη βία. Η εποχή του κορωνοϊού θα έπρεπε να μας είχε διδάξει ότι ο κεντρικός σχεδιασμός είναι καταστροφικός.
Ετικέτες: Οικονομική ελευθερία, Κορωνοϊός
Άρθρο του Πίτερ Ερλ, δημοσιευμένο στις 3/6/2025 από το Foundation for Economic Education. Μπορείτε να ακούσετε αυτό το άρθρο μέσω της εφαρμογής του Substack για κινητά.
Το 2020, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι σε όλο τον κόσμο έθεσαν σε καραντίνα τις εθνικές οικονομίες στο όνομα της δημόσιας υγείας. Οι μικρές επιχειρήσεις έκλεισαν, τα μέσα διαβίωσης αμέτρητων ανθρώπων καταστράφηκαν και οι προσωπικές ελευθερίες ανεστάλησαν με βάση την πεποίθηση ότι οι κεντρικοί σχεδιαστές γνώριζαν καλύτερα από τα άτομα το πώς να ανταποκριθούν στον κίνδυνο. Μια χούφτα φιλελεύθερων ορθώς αντέδρασε, προειδοποιώντας όχι μόνο για τους παραπειστικούς λόγους που χρησιμοποιήθηκαν για την καταστολή της εμπορικής και της κοινωνικής δραστηριότητας, αλλά και για το ότι η συγκεντρωμένη εξουσία και ο καταναγκασμός θα προξενούσαν περισσότερο κακό παρά καλό.
Ωστόσο σήμερα, ορισμένοι από αυτούς τους ίδιους ανθρώπους επευφημούν ένα διαφορετικό είδος lockdown: Τις προστατευτικές εμπορικές πολιτικές. Οι δικαιολογίες μπορεί να διαφέρουν, αλλά η δομή παραμένει η ίδια: Η άνωθεν οικονομική παρέμβαση, η πατερναλιστική ρητορική, και η βαθιά δυσπιστία απέναντι στους ελεύθερους ανθρώπους που λαμβάνουν οικειοθελείς αποφάσεις σε ανοιχτές αγορές.
Το επιχείρημα υπέρ του προστατευτισμού απηχεί το σκεπτικό του lockdown. «Δεν είμαστε κατά του εμπορίου», λένε. «Θέλουμε απλώς ένα δίκαιο εμπόριο, που να προστατεύει τις εγχώριες θέσεις εργασίας». Αυτό δεν διαφέρει από το: «Δεν κλείνουμε την οικονομία. Απλώς την αναστέλλουμε, για να σώσουμε ζωές». Και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: Καταναγκαστικές πολιτικές που επιβάλλονται σε εκατομμύρια ανθρώπους και ακούσιες συνέπειες μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι, όλες βασισμένες στην μη διαψεύσιμη άποψη ότι οι κυβερνήσεις ξέρουν καλύτερα.
Το 2002, ο Πρόεδρος Τζορτζ Μπους επέβαλε δασμούς στον εισαγόμενο χάλυβα για να «σώσει» την αμερικανική βιομηχανία. Το αποτέλεσμα; Σχεδόν 200.000 θέσεις εργασίας χάθηκαν στις βιομηχανίες που καταναλώνουν χάλυβα - περισσότερες από τον συνολικό αριθμό των εργαζομένων στην χαλυβουργία που οι δασμοί αυτοί στόχευαν να προστατεύσουν. Οι δασμοί αυξάνουν το κόστος των συντελεστών της παραγωγής, συμπιέζουν τις μικρές επιχειρήσεις, στρεβλώνουν τις επενδύσεις και προκαλούν αντίποινα. Δεν είναι «υπέρ του έθνους». Είναι κατά των καταναλωτών, κατά της αγοράς και, τελικά, κατά της ευημερίας.
Οι σημερινοί υποστηρικτές των δασμών ισχυρίζονται ότι υπερασπίζονται την εθνική ισχύ ή ότι αναζωογονούν την εγχώρια παραγωγή. Αλλά και αυτό θυμίζει ανατριχιαστικά τους συνηγόρους των lockdown, οι οποίοι επέμεναν ότι απλώς κέρδιζαν χρόνο ή ότι έσωζαν τους ευάλωτους. Αυτό που στην πραγματικότητα έκαναν ήταν να θυσιάσουν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού για να εκπληρώσουν ένα θεωρητικό μοντέλο κεντρικού ελέγχου.
Ο Φρίντριχ Χάγιεκ μας προειδοποίησε για αυτή την παρόρμηση: «Όσο περισσότερο «σχεδιάζει» το κράτος, τόσο πιο δύσκολος γίνεται ο σχεδιασμός για το άτομο». Οι δασμοί είναι κεντρικός σχεδιασμός. Είναι στρεβλώσεις των τιμών που επιβάλλονται από την κυβέρνηση, μειώνοντας την ευελιξία μας και περιορίζοντας την αποκεντρωμένη επίλυση προβλημάτων, η οποία καθιστά τις αγορές ανθεκτικές.

Οι αγορές, όπως και οι κοινωνίες, είναι πολυσύνθετες. Τα εργοστάσια ανοίγουν και κλείνουν. Οι εμπορικές ροές μεταβάλλονται. Ωστόσο, αυτή η δυναμική φύση δεν αποτελεί ελάττωμα, αλλά χαρακτηριστικό τους. Οι συνήγοροι του προστατευτισμού, όπως κι εκείνοι των lockdown, φοβούνται το χάος της ελευθερίας περισσότερο από την καταστροφή του ελέγχου. Υποθέτουν ότι αν ένας πολιτικός ή γραφειοκράτης δεν ηγηθεί, το σύστημα θα καταρρεύσει. Στην πραγματικότητα, ισχύει το αντίθετο: Η ελευθερία δεν σημαίνει απουσία δομής. Σημαίνει παρουσία κανόνων που προκύπτουν από την οικειοθελή συνεργασία, κι όχι από τον κρατικό καταναγκασμό.
Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι τέλεια. Υπάρχουν εξαρτήσεις και τρωτά σημεία. Όμως, όπως ακριβώς η καλύτερη άμυνα ενάντια σε έναν ιό δεν ήταν τα αυταρχικά lockdown αλλά η ατομική κρίση και η καινοτομία, έτσι και η καλύτερη απάντηση στις εμπορικές προκλήσεις είναι η προσαρμοστικότητα και το άνοιγμα - όχι η οικονομική καραντίνα.
Οι δασμοί, οι ποσοστώσεις και οι άλλες μορφές προστατευτισμού δεν στοχεύουν μόνο τους ξένους παραγωγούς. Τιμωρούν κάθε εγχώρια οικογένεια ή επιχείρηση που εξαρτάται από τις παγκόσμιες εισροές πόρων. Επίσης, ενδυναμώνουν τους λομπίστες και τις πολιτικά διαπλεκόμενες βιομηχανίες, αφήνοντας πίσω τις μικρές επιχειρήσεις. Διαβρώνουν τις οικονομικές μας ελευθερίες στο όνομα του εθνικού συμφέροντος, όπως ακριβώς τα lockdown διαβρώνουν τις πολιτικές ελευθερίες στο όνομα της δημόσιας υγείας.
Και μην γελιέστε: Ο προστατευτισμός, όπως τα lockdown και οι εντολές παραμονής στο σπίτι, γεννά την υστερία. Μόλις επιβληθούν δασμοί, δεν «προστατεύουν» απλώς τον χάλυβα ή τα μικροτσίπ. Επεκτείνονται. Οι βιομηχανίες μαθαίνουν να ασκούν πιέσεις. Οι πολιτικοί μαθαίνουν να υπόσχονται. Σύντομα, το αόρατο χέρι της αγοράς παραμερίζεται από την αναδυόμενη σιδερένια γροθιά της άνωθεν βιομηχανικής πολιτικής.
Όσοι πολέμησαν τα lockdown θα πρέπει να αναγνωρίζουν το μοτίβο. Η βιομηχανική πολιτική που καθοδηγείται από τους δασμούς δεν αποτελεί απόκλιση από τη λογική της διοίκησης και του ελέγχου - είναι μια φυσική προέκτασή της. Η επιδημία του κορωνοϊού μας έδειξε τι συμβαίνει όταν οι αξιωματούχοι πιστεύουν ότι μπορούν να ακινητοποιήσουν ένα πολύπλοκο σύστημα, να το επανασχεδιάσουν και να το επανεκκινήσουν χωρίς απώλειες. Η ίδια αλαζονεία ωθεί τους σημερινούς υποστηρικτές του εμπορικού προστατευτισμού.
Η ελευθερία είναι αδιαίρετη. Δεν μπορεί κανείς να αντιτίθεται στα αναγκαστικά κλεισίματα σε ένα πλαίσιο και να τα υποστηρίζει σε ένα άλλο. Αν απορρίπτετε την άποψη ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να αποφασίζει ποιος μπορεί να ανοίξει ένα κουρείο ή να σερβίρει ένα γεύμα σε ένα εστιατόριο, πρέπει επίσης να απορρίψετε την άποψη ότι θα πρέπει να αποφασίζει από πού μια αυτοκινητοβιομηχανία αγοράζει τον χάλυβα της ή πόσο ισορροπημένο θα πρέπει να είναι το εμπόριο μεταξύ των πολιτών των ΗΠΑ και των πολιτών ενός ξένου έθνους.
Η εποχή του κορωνοϊού θα έπρεπε να μας είχε διδάξει ότι ο κεντρικός σχεδιασμός είναι εύθραυστος και καταστροφικός. Οι δασμοί, όπως και τα lockdown, γεννιούνται από τον φόβο και επιβάλλονται με τη βία. Ανταλλάσσουν την ανθεκτικότητα με την ακαμψία, την ευημερία με την πολιτική, και την ελευθερία με μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας.
Το έχουμε ξαναδεί αυτό το έργο. Ας μην χειροκροτήσουμε το σίκουελ.
Ο Πίτερ Ερλ είναι Διευθυντής Οικονομικών και Οικονομικής Ελευθερίας στο Αμερικανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών του Γκρέιτ Μπάρινγκτον της Μασαχουσέτης.









