Hoppe: Τα βήματα προς την πλήρη αποκρατικοποίηση της κοινωνίας, μέρος 2ο
Ο Χόππε παρουσιάζει τη φύση και τον ρόλο της ιδιωτικής περιουσίας στις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς και την εσφαλμένη έννοια της δημόσιας περιουσίας.
Ετικέτες: Αναρχοκαπιταλισμός, Hans Hermann Hoppe
Άρθρο του Hans H. Hoppe, δημοσιευμένο στις 7/8/2021.
Μπορείτε να ακούστε το κείμενο μέσω της εφαρμογής του Substack για κινητά.
3. Το σκεπτικό της ιδιωτικοποίησης
Θα πρέπει τώρα πια να έχει γίνει σαφές γιατί ο θεσμός της δημόσιας περιουσίας είναι δυσλειτουργικός. Οι θεσμοί και οι κανόνες που τον διέπουν έχουν ως σκοπό να βοηθούν στην αποφυγή των συγκρούσεων. Αλλά ο θεσμός της «δημόσιας» περιουσίας - των «δημόσιων» δρόμων - δημιουργεί και αυξάνει τις συγκρούσεις. Για λόγους αποφυγής των συγκρούσεων (για χάρη της ειρηνικής ανθρώπινης συνεργασίας), λοιπόν, η δημόσια περιουσία πρέπει να φύγει. Όλη η δημόσια περιουσία πρέπει να γίνει ιδιωτική ιδιοκτησία.
Πώς όμως θα αποκρατικοποιηθεί ο «πραγματικός κόσμος», ο οποίος έχει αναπτυχθεί πολύ πέρα από το απλό μοντέλο του χωριού που εξέταζα μέχρι τώρα; Σε αυτόν τον «πραγματικό κόσμο» δεν έχουμε μόνο δημόσιους δρόμους, αλλά και δημόσια πάρκα, δημόσια γη, ποτάμια, λίμνες, ακτογραμμές, κατοικίες, σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, στρατώνες, αεροδρόμια, λιμάνια, βιβλιοθήκες, μουσεία, μνημεία, και πάει λέγοντας. Επίσης, επιπροσθέτως των τοπικών διοικήσεων έχουμε μια ιεραρχία «ανώτερων» περιφερειακών, και τελικά «υπέρτατων» εθνικών ή κεντρικών κυβερνήσεων, ως ιδιοκτήτες τέτοιων αγαθών. Προβλέψιμα, επίσης, παράλληλα με την εδαφική επέκταση και διόγκωση του τομέα των δημόσιων αγαθών, στον οποίο οι ιδιοκτήτες ιδιωτικών ακινήτων έχουν εμπλακεί χωρίς καμία «έξοδο διαφυγής», το εύρος των επιλογών που απομένει στους ανθρώπους όσον αφορά την ιδιωτική τους περιουσία γίνεται όλο και πιο περιορισμένο και στενό. Απομένει μόνο ένα μικρό, και ολοένα απομειούμενο πεδίο, όπου οι ιδιώτες ιδιοκτήτες των ακινήτων μπορούν ακόμα να λαμβάνουν ελεύθερα αποφάσεις, δηλαδή αποφάσεις απαλλαγμένες από κάποια πιθανή εισβολή ή παρέμβαση κάποιας δημόσιας αρχής. Ούτε καν στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του δεν αφήνεται κανείς ελεύθερος και ανεμπόδιστος να ασκήσει τον αποκλειστικό έλεγχο της περιουσίας του. Σήμερα, στο όνομα του κοινού καλού, και ως ιδιοκτήτες όλων των «δημόσιων αγαθών», τα κράτη μπορούν να εισβάλουν στο σπίτι σας, να δημεύσουν όλα τα υπάρχοντά σας, ακόμη και να απαγάγουν τα παιδιά σας [σ.σ. σκεφτείτε τι θα συμβεί αν κάποιος γονέας δεν παραδώσει το παιδί του στο κρατικό σύστημα εκπαίδευσης ή στην στρατολογία].
Προφανώς, στον «πραγματικό κόσμο», το ερώτημα της ιδιωτικοποίησης είναι πιο δύσκολο από ό,τι στο απλό μοντέλο του χωριού. Αλλά το μοντέλο του χωριού και η στοιχειώδης κοινωνική θεωρία μπορούν να μας βοηθήσουν να αναγνωρίσουμε την αρχή (αν και όχι όλες τις περιπλοκές λεπτομέρειες) που πρέπει να εφαρμοστεί σε αυτό το εγχείρημα. Η ιδιωτικοποίηση των «δημόσιων» αγαθών πρέπει να πραγματοποιηθεί με τρόπο που να μην παραβιάζει τα κατοχυρωμένα δικαιώματα των ιδιοκτητών ιδιωτικών ακινήτων (όπως και ο πρώτος ιδιοκτήτης ενός, παλαιότερα άκτητου, κοινόχρηστου δρόμου δεν παραβίαζε τα δικαιώματα κανενός εάν και στο μέτρο που αναγνώριζε το απαρεμπόδιστο δικαίωμα διέλευσης κάθε κατοίκου).
Επειδή οι «δημόσιοι» δρόμοι ήταν τα εφαλτήρια από τα οποία ξεπήδησαν όλα τα άλλα «δημόσια αγαθά», η διαδικασία ιδιωτικοποίησης θα πρέπει να ξεκινήσει με τους δρόμους. Με τη μετατροπή των προγενέστερα κοινόχρηστων δρόμων σε «δημόσιους» δρόμους ξεκίνησε η επέκταση του τομέα των δημόσιων αγαθών και των εξουσιών του κράτους, και εδώ θα πρέπει να ξεκινήσουμε για τη λύση του προβλήματος.
Η ιδιωτικοποίηση των «δημόσιων» δρόμων έχει διπλό αποτέλεσμα. Από τη μία πλευρά, κανένας κάτοικος δεν υποχρεώνεται στο εξής να πληρώνει φόρο για τη συντήρηση ή την κατασκευή οποιουδήποτε τοπικού, επαρχιακού ή ομοσπονδιακού δρόμου. Η μελλοντική χρηματοδότηση όλων των οδών είναι αποκλειστικά ευθύνη των νέων ιδιοκτητών τους (όποιοι και αν είναι). Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά τα δικαιώματα διέλευσης των κατοίκων, η ιδιωτικοποίηση δεν πρέπει να αφήσει κανέναν σε χειρότερη θέση απ' ό,τι ήταν αρχικά (ενώ δεν μπορεί να φέρει κανέναν σε καλύτερη). Αρχικά, κάθε κάτοικος του χωριού μπορούσε να ταξιδέψει ελεύθερα στον τοπικό δρόμο κατά μήκος της ιδιοκτησίας του, και μπορούσε να προχωρήσει εξίσου ελεύθερα από εκεί και πέρα, εφόσον οι εκτάσεις γύρω του ήταν άκτητες. Ωστόσο, εάν στις μετακινήσεις του συναντούσε κάτι που ήταν εμφανώς ιδιόκτητο, είτε ένα σπίτι ή χωράφι, είτε έναν δρόμο, η είσοδός του προϋπέθετε την άδεια ή την πρόσκληση του ιδιοκτήτη. Ομοίως, εάν ένας άγνωστος, μη κάτοικος συναντούσε έναν τοπικό δρόμο, η είσοδος σε αυτόν τον δρόμο υπόκειτο στην άδεια του (εγχώριου) ιδιοκτήτη του. Ο ξένος έπρεπε να προσκληθεί από κάποιον κάτοικο στην ιδιοκτησία του. Δηλαδή, οι άνθρωποι μπορούσαν να κυκλοφορούν, αλλά κανείς δεν είχε ένα εντελώς απεριόριστο δικαίωμα διέλευσης. Κανείς δεν ήταν ελεύθερος να μετακινηθεί οπουδήποτε χωρίς να χρειαστεί ποτέ την άδεια ή την πρόσκληση κανενός. Η ιδιωτικοποίηση των δρόμων δεν μπορεί να αλλάξει αυτό το γεγονός και να αναιρέσει τέτοιους αρχικούς, φυσικούς περιορισμούς στην «ελευθερία των μετακινήσεων».
Εφαρμόζοντάς το στο πεδίο των τοπικών, επαρχιακών και εθνικών δρόμων, αυτό σημαίνει ότι, ως αποτέλεσμα της ιδιωτικοποίησης των δρόμων, πρέπει να επιτρέπεται σε κάθε κάτοικο να ταξιδεύει ελεύθερα σε κάθε τοπικό, επαρχιακό και εθνικό δρόμο, ή εθνική οδό, όπως παλιά. Η είσοδος στους δρόμους διαφορετικών κρατών ή επαρχιών, και ιδιαίτερα διαφορετικών περιοχών , ωστόσο, δεν είναι εξίσου ελεύθερη, αλλά υπό την προϋπόθεση της άδειας ή της πρόσκλησης των ιδιοκτητών αυτών των δρόμων. Οι τοπικοί δρόμοι πάντοτε - πραξεολογικά - προηγούνται των ενδο-περιφερειακών ή δια-περιφερειακών δρόμων, και ως εκ τούτου η είσοδος σε διαφορετικές τοποθεσίες δεν ήταν ποτέ ελεύθερη, αλλά πάντα και παντού υπό την προϋπόθεση κάποιας τοπικής άδειας ή πρόσκλησης. Αυτό το αρχικό δεδομένο αποκαθίσταται και ενισχύεται με τους ιδιωτικοποιημένους δρόμους.
Σήμερα, στους «δημόσιους» δρόμους, όπου ουσιαστικά επιτρέπεται σε όλους να πηγαίνουν παντού και οπουδήποτε, χωρίς κανέναν «διακριτικό» περιορισμό πρόσβασης, η σύγκρουση, με τη μορφή της «εξαναγκαστικής ενσωμάτωσης», δηλαδή της υποχρέωσης να δεχτεί κάποιος απρόσκλητους ξένους εντός της ιδιοκτησίας του, έχει γίνει πανταχού παρούσα. Σε αντίστιξη, με την ιδιωτικοποίηση κάθε δρόμου, και συγκεκριμένα κάθε τοπικού δρόμου, οι γειτονιές και οι κοινότητες αποκτούν το αρχικό τους δικαίωμα να αποκλείουν, το οποίο αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας (εξίσου με το δικαίωμα της ένταξης, δηλαδή το δικαίωμα πρόσκλησης κάποιου στην ιδιοκτησία κάποιου). Οι ιδιοκτήτες των δρόμων της γειτονιάς και της κοινότητας, ενώ δεν παραβιάζουν το δικαίωμα διέλευσης ή πρόσβασης οποιουδήποτε κατοίκου, μπορούν να καθορίζουν τις προϋποθέσεις εισόδου για τους απρόσκλητους ξένους (αλλοδαπούς χωρίς έγγραφα) στους δρόμους τους, κι έτσι να αποτρέπουν το φαινόμενο της εξαναγκαστικής ενσωμάτωσης.

Όμως ποιοι είναι οι ιδιοκτήτες των δρόμων; Ποιος μπορεί να ισχυριστεί, και να επικυρώσει τον ισχυρισμό του, ότι κατέχει τους τοπικούς, επαρχιακούς ή εθνικούς δρόμους; Αυτοί οι δρόμοι δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου είδους κοινοτικής προσπάθειας, ούτε είναι το αποτέλεσμα της εργασίας κάποιου σαφώς αναγνωρίσιμου ατόμου, ή ομάδας ατόμων. Πράγματι, κυριολεκτικά μιλώντας, οι εργάτες της οδοποιίας έφτιαξαν τους δρόμους. Αλλά αυτό δεν τους καθιστά ιδιοκτήτες των δρόμων, μιας και οι εργαζόμενοι αυτοί χρειάστηκε να πληρωθούν για να κάνουν τη δουλειά τους. Χωρίς την πληρωμή τους, δεν θα υπήρχε δρόμος. Ωστόσο, τα κεφάλαια που καταβλήθηκαν στους εργαζόμενους ήταν αποτέλεσμα της καταβολής φόρων από τους φορολογούμενους. Κατά συνέπεια, οι δρόμοι θα πρέπει να θεωρούνται ως ιδιοκτησία αυτών των φορολογουμένων. Στους πρώην φορολογούμενους, ανάλογα με το ποσό των τοπικών, περιφερειακών και κρατικών φόρων που κατέβαλαν, θα πρέπει να αποδοθούν οι τίτλοι ιδιοκτησίας στους τοπικούς, περιφερειακούς και εθνικούς δρόμους.
Το ίδιο ισχύει ουσιαστικά και για την ιδιωτικοποίηση όλης της υπόλοιπης δημόσιας ιδιοκτησίας, όπως τα σχολεία, τα νοσοκομεία, κλπ. Ως αποτέλεσμα, όλες οι καταβολές φόρων για τη συντήρηση και τη λειτουργία αυτής της ιδιοκτησίας σταματούν. Η χρηματοδότηση και η ανέγερση σχολείων και νοσοκομείων κ.λπ. , εξαρτάται στο εξής αποκλειστικά από τους νέους, ιδιώτες ιδιοκτήτες τους. Ομοίως, οι νέοι ιδιοκτήτες μιας τέτοιας πρώην «δημόσιας» περιουσίας είναι εκείνοι οι κάτοικοι που τα χρηματοδότησαν πραγματικά. Σε αυτούς, σύμφωνα με το ποσό των φόρων που καταβλήθηκαν, θα πρέπει να εκχωρηθούν οι προς πώληση μετοχές των σχολείων, των νοσοκομείων κ.λπ. Ξεχωριστά από την περίπτωση των δρόμων, ωστόσο, οι νέοι ιδιοκτήτες των σχολείων και των νοσοκομείων δεν περιορίζονται από οποιοδήποτε υποχρέωση εξυπηρέτησης ή παραχώρησης δικαιωμάτων εισόδου στις μελλοντικές χρήσεις της περιουσίας τους. Τα σχολεία και τα νοσοκομεία, σε αντίθεση με τους δρόμους, δεν ήταν προγενέστερα κοινή περιουσία πριν μετατραπούν σε «δημόσια». Τα σχολεία και τα νοσοκομεία απλώς δεν υπήρχαν καθόλου ως περιουσία πριν, δηλαδή μέχρι την αρχική κατασκευή τους. Και ως εκ τούτου κανείς (εκτός από τους πραγματικούς κατασκευαστές τους) δεν μπορεί να έχει αποκτήσει προηγούμενο δικαίωμα εξυπηρέτησης ή δικαίωμα εισόδου αναφορικά με τη χρήση τους. Κατά συνέπεια, οι νέοι ιδιώτες ιδιοκτήτες των σχολείων, των νοσοκομείων κ.λπ., είναι ελεύθεροι να ορίσουν τις προϋποθέσεις εισόδου για τα ακίνητά τους και να καθορίσουν εάν θέλουν να συνεχίσουν να λειτουργούν ως σχολεία και νοσοκομεία, ή εάν προτιμούν να τα χρησιμοποιήσουν για κάποιον διαφορετικό σκοπό.
4. Προσθήκη περί ιδιωτικοποίησης: Αρχές και εφαρμογές
Η μόνη αποτελεσματική λύση στο πρόβλημα της σύγκρουσης, δηλαδή η μόνη νόρμα, ή κανόνας, που μπορεί να διασφαλίσει την αποφυγή των συγκρούσεων από τις απαρχές της ανθρωπότητας και μετά, και να προσφέρει «αιώνια ειρήνη», είναι ο θεσμός της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, που τελικά βασίζεται σε πράξεις αρχικής ιδιοποίησης προηγουμένως άκτητων ή «κοινών» πόρων. Αντίθετα, ο θεσμός της δημόσιας περιουσίας ξεκινά με τη σύγκρουση, δηλαδή με μια πράξη αρχικής απαλλοτρίωσης ορισμένων πρώην ιδιωτικών ιδιοκτησιών (και όχι με την ιδιοποίηση προηγουμένως μη κατοχυρωμένων αγαθών). Και η δημόσια περιουσία δεν βάζει τέλος στη σύγκρουση και την απαλλοτρίωση, αλλά τις θεσμοθετεί και τις καθιστά μόνιμες. Ως εκ τούτου, προκύπτει η επιτακτική ανάγκη της ιδιωτικοποίησης, και επομένως, της αρχής της επανόρθωσης, δηλαδή, της αναγνώρισης ότι η δημόσια περιουσία πρέπει να επιστραφεί qua (ως) ιδιωτική περιουσία σε εκείνους από τους οποίους είχε αφαιρεθεί βίαια. Δηλαδή, η δημόσια ιδιοκτησία πρέπει να γίνει η ιδιωτική ιδιοκτησία εκείνων που την χρηματοδότησαν (ή χορήγησαν με κάποιον άλλο τρόπο αυτά τα αγαθά) και οι οποίοι μπορούν να θεμελιώσουν μια αξίωση - διακειμενικά εξακριβώσιμη - ως προς τον σκοπό αυτόν.
Η εφαρμογή αυτής της αρχής στον υπάρχοντα κόσμο είναι συχνά περίπλοκη και απαιτεί μια σημαντική νομική προσπάθεια. Θα εξετάσω μόνο τρεις ρεαλιστικές περιπτώσεις ιδιωτικοποιήσεων, προκειμένου να αντιμετωπίσω ορισμένα κεντρικά ερωτήματα και αποφάσεις.
Η πρώτη περίπτωση, που προσεγγίστηκε περισσότερο από την πρώην Σοβιετική Ένωση, είναι αυτή μιας κοινωνίας όπου κάθε ιδιοκτησία είναι δημόσια ιδιοκτησία, την οποία διαχειρίζεται μια πολιτειακή κυβέρνηση. Όλοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι και εργάζονται σε δημόσια γραφεία, επιχειρήσεις, εργοστάσια και καταστήματα. Και όλοι μετακινούνται και ζουν σε δημόσια γη και σε δημόσιες κατοικίες. Δεν υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία, παρά μόνο σε προϊόντα άμεσης κατανάλωσης, σε εσώρουχα, οδοντόβουρτσες κλπ. Επιπλέον, όλα τα αρχεία που αφορούν το νόμιμο παρελθόν έχουν απωλεσθεί ή καταστραφεί, έτσι ώστε κανείς, βάσει αυτών των αρχείων, να μην μπορεί να τεκμηριώσει μια αξίωση για οποιοδήποτε αναγνωρίσιμο μερίδιό του στην δημόσια περιουσία.
Σε αυτή την περίπτωση, η αρχή ότι κάθε αξίωση επί της δημόσιας περιουσίας πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά, διακειμενικά εξακριβώσιμα «δεδομένα», θα οδηγούσε στην απονομή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας (και των προς πώληση τίτλων ιδιοκτησίας) με βάση την παρούσα ή την προηγούμενη κατοχή: τα γραφεία πηγαίνουν στους γραφειοκράτες που τα λειτουργούσαν, τα εργοστάσια στους εργάτες, τα χωράφια στους αγρότες, και τα σπίτια στους κατοίκους τους. Στους συνταξιούχους απονέμονται τίτλοι ιδιοκτησίας για τους άλλοτε χώρους εργασίας τους, σύμφωνα με τη διάρκεια της απασχόλησής τους. Ως παρόντες ή προηγούμενοι ένοικοι του εν λόγω ακινήτου, μόνο αυτοί έχουν μια αντικειμενική σχέση με αυτό το ακίνητο. Είναι αυτοί που έχουν διατηρήσει την ιδιοκτησία όπως είναι, ενώ άλλοι εργάζονταν αλλού σε άλλους δημόσιους χώρους εργασίας.
Όλα τα υπόλοιπα, δηλαδή όλες οι δημόσιες περιουσίες που δεν κατέχονται ούτε συντηρούνται από κανέναν (π.χ., η «ερημιά») γίνονται «κοινή» περιουσία, και προσφέρονται σε όλα τα μέλη της κοινωνίας για ιδιωτικοποίηση μέσω της διαδικασίας της αρχικής ιδιοποίησης.
Αυτή η λύση παραλείπει μόνο ένα σημαντικό ζήτημα. Όλα τα νομικά έγγραφα υποτίθεται ότι έχουν χαθεί. Οι άνθρωποι όμως δεν έχουν χάσει τις αναμνήσεις τους. Θυμούνται ακόμη τα εγκλήματα του παρελθόντος. Υπάρχουν θύματα και μάρτυρες πράξεων δολοφονίας, βίας, βασανιστηρίων και φυλακίσεων. Τι θα κάνουν με εκείνους που διέπραξαν αυτά τα εγκλήματα, που τους διέταξαν ή τους ανέθεσαν, ή που συνεργάστηκαν στην εκτέλεσή τους; Μπορούν οι βασανιστές της μυστικής αστυνομίας και της κομμουνιστικής νομενκλατούρας , 2 για παράδειγμα, να συμπεριληφθούν σε αυτό το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και να γίνουν οι ιδιώτες ιδιοκτήτες των αστυνομικών τμημάτων και των κυβερνητικών παλατιών από όπου σχεδίαζαν και εκτελούσαν τα εγκλήματά τους; Η δικαιοσύνη απαιτεί, αντιθέτως, κάθε φερόμενος ως εγκληματίας να προσαχθεί σε δίκη από τα φερόμενα ως θύματά του και, εάν δικαστεί και καταδικαστεί, όχι μόνο να αποκλειστεί από την απόκτηση δημόσιας περιουσίας, αλλά και ενδεχομένως να του επιβληθεί πολύ αυστηρότερη ποινή (όπως να του κόψουν το λαιμό).
Η δεύτερη περίπτωση διαφέρει από την πρώτη σε ένα μόνο σημείο: το νομικό παρελθόν δεν έχει εξαλειφθεί. Εδώ έγγραφα και αρχεία υπάρχουν για να αποδείξουν τις παλαιότερες απαλλοτριώσεις, και βάσει αυτών των εγγράφων συγκεκριμένοι άνθρωποι μπορούν να διεκδικήσουν μια αντικειμενική αξίωση για συγκεκριμένα κομμάτια της δημόσιας περιουσίας. Αυτό ουσιαστικά συνέβη στα πρώην υποτελή κράτη της Σοβιετικής Ένωσης, όπως η Ανατολική Γερμανία, η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία κ.λπ., όπου η κομμουνιστική απαλλοτρίωση είχε πραγματοποιηθεί πριν μόνο 40 χρόνια περίπου, ή περίπου μία γενιά πριν (και όχι πριν περισσότερα από 70 χρόνια, όπως στη Σοβιετική Ένωση).
Σε αυτή την περίπτωση, οι αρχικοί, απαλλοτριωθέντες ιδιοκτήτες, ή οι νόμιμοι κληρονόμοι τους, έπρεπε να αποκατασταθούν ως ιδιώτες ιδιοκτήτες της εν λόγω δημόσιας περιουσίας. Τι γίνεται όμως με τις βελτιώσεις κεφαλαίου; Πιο συγκεκριμένα, τι γίνεται με τις νεόκτιστες κατασκευές (σπιτιών και εργοστασίων) - που θα κατέληγαν σε ιδιώτες από τους σημερινούς ή τους προηγούμενους ενοίκους τους - που χτίστηκαν σε γη που αποδόθηκε πίσω σε έναν διαφορετικό, αρχικό ιδιοκτήτη γης; Πόσες μετοχές ακινήτων πρέπει να λάβει ο ιδιοκτήτης του οικοπέδου και πόσες οι ιδιοκτήτες της οικοδομής; Οικοδομή και οικόπεδο δεν μπορούν να διαχωριστούν φυσικά. Όσον αφορά την οικονομική θεωρία, είναι απολύτως συγκεκριμένοι, συμπληρωματικοί συντελεστές της παραγωγής, των οποίων η σχετική συνεισφορά στο προϊόν της κοινής τους αξίας δεν μπορεί να διαχωριστεί. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση για τα αντιμαχόμενα μέρη, εκτός από τη διαπραγμάτευση.
Η τρίτη περίπτωση είναι αυτή των λεγόμενων μικτών οικονομιών. Σε αυτές τις κοινωνίες υπάρχει ένας δημόσιος τομέας δίπλα, δίπλα με έναν κατ' όνομα ιδιωτικό τομέα. Υπάρχουν δημόσια περιουσία και δημόσιοι υπάλληλοι δίπλα στην κατ' όνομα ιδιωτική περιουσία και τους ιδιοκτήτες και υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Συνήθως, οι δημόσιοι υπάλληλοι που διαχειρίζονται την δημόσια περιουσία δεν παράγουν αγαθά ή υπηρεσίες που πωλούνται στην αγορά. (Για την σπάνια περίπτωση δημόσιων επιχειρήσεων με παραγωγική αξία, βλ. παρακάτω.) Τα έσοδα από τις πωλήσεις τους και το εισόδημά τους από την αγορά είναι μηδενικά. Οι μισθοί τους και όλα τα άλλα έξοδα που σχετίζονται με τη λειτουργία της δημόσιας περιουσίας πληρώνονται από άλλους . Αυτοί οι άλλοι είναι οι ιδιοκτήτες και οι υπάλληλοι των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοί τους, σε αντίθεση με τους ομολόγους τους στο δημόσιο, παράγουν αγαθά και υπηρεσίες που πωλούνται στην αγορά, και έτσι αποκτούν εισόδημα. Από αυτό το εισόδημα, η ιδιωτική επιχείρηση δεν πληρώνει απλώς τους μισθούς των υπαλλήλων της φροντίζοντας και για τη συντήρηση της δικής της περιουσίας. Πληρώνει επίσης - με τη μορφή φόρου εισοδήματος και περιουσίας - τους (καθαρούς) μισθούς όλων των δημοσίων υπαλλήλων και το λειτουργικό κόστος όλης της δημόσιας περιουσίας.
Σε αυτήν την περίπτωση, η αρχή ότι η δημόσια περιουσία πρέπει να αποκατασταθεί ως ιδιωτική ιδιοκτησία σε αυτούς που την χρηματοδότησαν θα οδηγούσε σε εκχώρηση τίτλων ιδιοκτησίας αποκλειστικά σε ιδιώτες ιδιοκτήτες, παραγωγούς και υπαλλήλους, σύμφωνα με τις προηγούμενες καταβολές φόρου περιουσίας και εισοδήματος, ενώ οι δημόσιοι διευθυντές και υπάλληλοι θα αποκλείονταν. Όλα τα κρατικά γραφεία και τα παλάτια, για παράδειγμα, θα έπρεπε να εκκενωθούν από τους σημερινούς ενοίκους τους. Οι μισθοί του δημόσιου τομέα πληρώνονταν μόνο -και η δημόσια περιουσία υπάρχει μόνο- χάρη στη χρηματοδότηση που παρέχεται από τους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών επιχειρήσεων και τους υπαλλήλους τους. Ως εκ τούτου, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να διατηρήσουν την ιδιωτική τους περιουσία, δεν μπορούν να έχουν καμία αξίωση για τη δημόσια περιουσία που χρησιμοποιούσαν και διαχειρίζονταν.
(Αυτό διαφέρει μόνο στην σπάνια περίπτωση όπου μια δημόσια επιχείρηση, όπως ένα κρατικό εργοστάσιο αυτοκινήτων, παρήγαγε εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες και έτσι αποκτούσε εισόδημα από την αγορά. Στην περίπτωση αυτή, οι δημόσιοι υπάλληλοι ενδέχεται να έχουν μια νόμιμη αξίωση κυριότητας, ανάλογα με τις περιστάσεις. Έχουν την αξίωση της πλήρους ιδιοκτησίας του εργοστασίου, εάν δεν υπάρχει προηγουμένως απαλλοτριωθείς ιδιοκτήτης που μπορεί να υποβάλει μια αξίωση για το εργοστάσιο και εάν το εργοστάσιο δεν έλαβε ποτέ καμία φορολογική επιδότηση. Εάν υπάρχει προηγούμενος ιδιοκτήτης, οι υπάλληλοι του εργοστασίου μπορούν να διεκδικήσουν στην καλύτερη περίπτωση την μερική ιδιοκτησία του, και πρέπει να διαπραγματευτούν με τον ιδιοκτήτη για το σχετικό μερίδιο των τίτλων ιδιοκτησίας τους. Και αν - και στο βαθμό που - το εργοστάσιο είχε επιδοτηθεί μέσω φόρων, οι εργάτες του εργοστασίου θα πρέπει να μοιραστούν περαιτέρω το ποσοστό των τίτλων ιδιοκτησίας τους με τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα ως φορολογούμενους.)
Ταυτόχρονα με την ιδιωτικοποίηση όλης της δημόσιας περιουσίας, όλη η ονομαστικά ιδιωτική ιδιοκτησία θα αποκατασταθεί στην αρχική της κατάσταση ως πραγματικά ιδιωτική ιδιοκτησία. Δηλαδή, όλα τα κατ' όνομα ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία θα απαλλαγούν από κάθε φόρο περιουσίας ή εισοδήματος και από όλους τους νομοθετικούς περιορισμούς στη χρήση τους (ενώ οι συμφωνίες που είχαν συναφθεί προηγουμένως σχετικά με τη χρήση ιδιοκτησίας μεταξύ ιδιωτών παραμένουν σε ισχύ). Χωρίς φόρους, λοιπόν, δεν υπάρχουν κρατικές δαπάνες και χωρίς κρατικές δαπάνες όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι θα γίνουν μισθωτοί και θα πρέπει να αναζητήσουν κάποια παραγωγική εργασία για να ζήσουν. Ομοίως, κάθε αποδέκτης κρατικών επιχορηγήσεων, επιδοτήσεων ή κρατικών αγορών, θα δει το εισόδημά του να μειώνεται ή να εξαφανίζεται εντελώς, και θα χρειαστεί να αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις.
Αυτή η λύση αφήνει ακόμη ένα σημαντικό ερώτημα άλυτο. Αφού χορηγηθεί σε όλους τους καθαρούς φοροδότες ο κατάλληλος αριθμός μετοχών δημόσιας περιουσίας, πώς αποκτούν αυτήν την περιουσία, και πώς ασκούν τα δικαιώματά τους ως κάτοχοι ιδιωτικής περιουσίας; Ακόμα κι αν υπάρχει η απογραφή όλης της δημόσιας περιουσίας, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ούτε την πιο αμυδρή ιδέα για το τι είναι αυτό που κατέχουν (εν μέρει) τώρα. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μια αρκετά καλή εκτίμηση για την τοπική δημόσια περιουσία, αλλά για τη δημόσια περιουσία σε άλλες, μακρινές τοποθεσίες, δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτα, εκτός από μερικά «εθνικά μνημεία». Είναι πρακτικά αδύνατον για κάποιον να κατορθώσει μια ρεαλιστική εκτίμηση της «σωστής» τιμής για όλη τη δημόσια περιουσία, και επομένως επίσης της «σωστής» τιμής του μεμονωμένου μεριδίου του σε αυτήν την περιουσία. Κατά συνέπεια, οι τιμές που θα ζητούνται και θα καταβάλλονται για αυτές τις μετοχές θα είναι εξαιρετικά απροσδιόριστες και με μεγάλη διακύμανση και αρκετά αποκλίνουσες, τουλάχιστον αρχικά. Και θα ήταν μάλλον δύσχρηστη και πολύ χρονοβόρος η κατοχή τους, έως ότου κάποιος επενδυτής ή κάποια ομάδα επενδυτών, να αγοράσουν την πλειοψηφία των μετοχών, για να ξεκινήσουν στη συνέχεια να διαχειρίζονται αυτήν την περιουσία, ή να εκποιήσουν κάποια τμήματά της, ώστε να αποκομίσουν μια απόδοση από την επένδυσή τους.
Αυτή η δυσκολία μπορεί να ξεπεραστεί επαναφέροντας την ιδέα της αρχικής ιδιοποίησης. Οι τίτλοι στα χέρια των καθαρών φοροδοτών δεν είναι μόνο «εισιτήρια» προς πώληση. Το πιο σημαντικό είναι ότι δίνουν το δικαίωμα στους ιδιοκτήτες τους να ανακτήσουν την προηγουμένως δημόσια -και τώρα εκκενωμένη- περιουσία. Η δημόσια περιουσία ανοίγεται στην αρχική ιδιοποίηση και τα εισιτήρια αυτά αποτελούν αξιώσεις για την εκκενωμένη δημόσια ακίνητη περιουσία, που προσωρινά είναι άκτητη. Ο καθένας μπορεί να μεταφέρει τους ιδιοκτησιακούς του τίτλους σε κάποια συγκεκριμένη δημόσια περιουσία, και να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης της. Δεδομένου ότι ο πρώτος που θα εγγραφεί σε μια συγκεκριμένη (προηγουμένως δημόσια) περιουσία θα είναι ο αρχικός της ιδιοκτήτης, είναι βέβαιο ότι όλα τα κομμάτια της δημόσιας περιουσίας θα ανακτηθούν σχεδόν αμέσως. Πιο συγκεκριμένα, τα περισσότερα τμήματα της δημόσιας ιδιοκτησίας, τουλάχιστον αρχικά, θα αποκτηθούν από τοπικούς κατοίκους, δηλαδή από ανθρώπους που ζουν σε κοντινή απόσταση από ένα συγκεκριμένο κομμάτι ιδιοκτησίας, και γνωρίζουν καλύτερα την εν δυνάμει παραγωγική του αξία. Επιπλέον, επειδή η αξία ανά μερίδιο ιδιοκτησίας πέφτει όλο και περισσότερο καθώς οι πρόσθετοι κάτοχοι μετοχών εγγράφονται σε ένα και το αυτό κομμάτι ιδιοκτησίας, οποιαδήποτε υπερ-εγγραφή ή υπο-εγγραφή σε συγκεκριμένα κομμάτια θα αποφευχθεί ή θα εξαλειφθεί γρήγορα. Πολύ σύντομα, κάθε κομμάτι ιδιοκτησίας θα εκτιμηθεί ρεαλιστικά σύμφωνα με την αξία της παραγωγικότητάς του.

Αυτό το κείμενο είναι το κεφάλαιο 5 του βιβλίου «The Great Fiction» (Το Μεγάλο Φαντασιοκόπημα) και δημοσιεύτηκε αρχικά στο Libertarian Papers 3, αρ. 2 (2011).
—————————————
1 Δείτε την καταχώριση της Wikipedia για το " Cockaigne ".
2 Δείτε την καταχώριση της Wikipedia για το " Nomenklatura ".
Ο Hans-Hermann Hoppe είναι οικονομολόγος της Αυστριακής Σχολής και φιλελεύθερος/αναρχοκαπιταλιστής φιλόσοφος. Είναι ο ιδρυτής και πρόεδρος της The Property and Freedom Society.




