Hoppe: Τα βήματα προς την πλήρη αποκρατικοποίηση της κοινωνίας, μέρος 1ο
Ο Χόππε παρουσιάζει τη φύση και τον ρόλο της ιδιωτικής περιουσίας στις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς και την εσφαλμένη έννοια της δημόσιας περιουσίας.
Ετικέτες: Αναρχοκαπιταλισμός, Hans Hermann Hoppe
Άρθρο του Hans H. Hoppe, δημοσιευμένο στις 7/8/2021. Στο τέλος του παρόντος 1ου μέρους παρατίθεται και το 2ο και τελευταίο.
Μπορείτε να τα ακούσετε μέσω της εφαρμογής του Substack για κινητά.
Έχω τρεις στόχους. Πρώτον (Ι) , θέλω να διευκρινίσω την φύση και τη λειτουργία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Δεύτερον (ΙΙ) , θέλω να διευκρινίσω τη διάκριση μεταξύ «κοινών» αγαθών και περιουσίας, και «δημόσιων» αγαθών και περιουσίας, και να εξηγήσω το δομικό σφάλμα που είναι εγγενές στον θεσμό των δημόσιων αγαθών και της δημόσιας περιουσίας. Τρίτον (ΙΙΙ), θέλω να επεξηγήσω τη λογική και τις αρχές της ιδιωτικοποίησης.
1. Θεωρητικά προκαταρκτικά
Θα ξεκινήσω με μερικές γενικές αλλά θεμελιώδεις θεωρητικές εκτιμήσεις σχετικά με τις αιτίες των συγκρούσεων και τον σκοπό των κοινωνικών κανόνων. Αν δεν υπήρχαν διαπροσωπικές συγκρούσεις, δεν θα υπήρχε η ανάγκη για κανόνες (νόρμες). Σκοπός των κανόνων είναι να βοηθήσουν στην αποφυγή κατά τα άλλα αναπόφευκτων συγκρούσεων. Ένας κανόνας που δημιουργεί σύγκρουση, αντί να βοηθά στην αποφυγή της, είναι αντίθετος με τον σκοπό των κανόνων, δηλαδή, είναι ένας δυσλειτουργικός κανόνας ή μια στρέβλωση.
Μερικές φορές πιστεύεται ότι οι συγκρούσεις προκύπτουν από το απλό γεγονός της ύπαρξης διαφορετικών ανθρώπων που έχουν διαφορετικά συμφέροντα ή απόψεις. Αλλά αυτό το σκεπτικό είναι εσφαλμένο, ή τουλάχιστον εξαιρετικά ατελές. Απλά και μόνο από την ποικιλία των ατομικών συμφερόντων και απόψεων, δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να προκύψουν συγκρούσεις. Εγώ, για παράδειγμα, θέλω να βρέχει και ο γείτονάς μου θέλει να λάμπει ο ήλιος. Τα συμφέροντά μας είναι αντίθετα. Ωστόσο, επειδή ούτε εγώ, ούτε ο γείτονάς μου ελέγχουμε τον ήλιο ή τα σύννεφα, τα αντικρουόμενα συμφέροντά μας δεν έχουν πρακτικές συνέπειες. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για τον καιρό. Ομοίως, μπορεί να πιστεύω ότι το Α προκαλεί το Β, και εσείς να πιστεύετε ότι το Β προκαλείται από το Γ. Ή να πιστεύω και προσεύχομαι στον Θεό, και εσείς όχι. Αλλά αν αυτή είναι όλη κι όλη η διαφορά, δεν υπάρχει μεταξύ μας καμία πρακτική συνέπεια. Τα διαφορετικά συμφέροντα και οι πεποιθήσεις μπορούν να οδηγήσουν σε σύγκρουση μόνο όταν τίθενται σε λειτουργία -όταν συνυφαίνονται με, ή εφαρμόζονται σε, αντικείμενα υπό τον έλεγχό μας, στα οικονομικά αγαθά, ή αλλιώς τα μέσα της ανθρώπινης δράσης.
Ακόμα και αν τα συμφέροντα και οι ιδέες μας συνδέονται με, και εφαρμόζονται σε, οικονομικά αγαθά, καμία σύγκρουση προκύπτει, εφόσον τα συμφέροντα και οι ιδέες μας αφορούν αποκλειστικά διαφορετικά - υλικώς ξεχωριστά - αγαθά. Η σύγκρουση προκύπτει μόνο εάν τα διαφορετικά συμφέροντα και οι πεποιθήσεις μας συνδέονται και επενδύονται σε ένα και μόνο αγαθό. Στην μυθική Schlaraffenland , 1 με μια υπερπληθώρα αγαθών, δεν μπορεί να προκύψει καμία σύγκρουση (εκτός από τις συγκρούσεις σχετικά με τη αξιοποίηση των σωμάτων μας, στα οποία ενσαρκώνοται τα ίδια μας τα συμφέροντα και οι ιδέες μας). Υπάρχουν αρκετά αγαθά για να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες όλων. Προκειμένου τα διαφορετικά συμφέροντα και οι διαφορετικές ιδέες να οδηγήσουν σε σύγκρουση, τα αγαθά πρέπει να είναι πεπερασμένα. Μόνο η σπανιότητα καθιστά πιθανό το να συνυφανθούν με - και να επενδυθούν σε - ένα και το αυτό απόθεμα αγαθών. Οι διενέξεις, λοιπόν, είναι απτές συγκρούσεις σχετικά με τον έλεγχο του ενός και του αυτού δεδομένου αποθέματος αγαθών. Οι άνθρωποι συγκρούονται επειδή θέλουν να χρησιμοποιήσουν τα ίδια αγαθά με διαφορετικούς, ασύμβατους μεταξύ τους τρόπους.
Ακόμη και σε συνθήκες σπανιότητας, ωστόσο, όταν οι συγκρούσεις είναι πιθανές, δεν είναι απαραίτητες ή αναπόφευκτες. Όλες οι συγκρούσεις σχετικά με τη χρήση οποιουδήποτε αγαθού μπορούν να αποφευχθούν εάν απλά κάθε αγαθό ανήκει σε κάποιον ιδιώτη, δηλαδή ελέγχεται αποκλειστικά από κάποιο συγκεκριμένο άτομο (α) και είναι πάντα σαφές ποιο πράγμα ανήκει σε ποιον, και ποιο όχι. Τα συμφέροντα και οι απόψεις των ατόμων μπορεί τότε να είναι όσο πιο διαφορετικές γίνεται, και όμως δεν θα προκύπτει σύγκρουση, εφόσον τα συμφέροντα και οι απόψεις τους αφορούν πάντα και αποκλειστικά τη δική τους διακριτή ιδιοκτησία.
Αυτό που χρειάζεται, λοιπόν, για να αποφευχθεί κάθε σύγκρουση, είναι μόνο ένας κανόνας σχετικά με την ιδιωτικοποίηση των σπάνιων πραγμάτων (αγαθών). Πιο συγκεκριμένα, για να αποφευχθούν όλες οι συγκρούσεις από τις απαρχές της ανθρωπότητας και μετά, ο απαιτούμενος κανόνας αφορά αναπόφευκτα την αρχική ιδιοποίηση των αγαθών (ο πρώτος μετασχηματισμός των «αντικειμένων» της φύσης σε «οικονομικά αγαθά» και ιδιωτική ιδιοκτησία). Επιπλέον, η αρχική ιδιοποίηση αγαθών δεν μπορεί να συμβαίνει με μια λεκτική διακήρυξη, δηλαδή με μια απλή εκφώνηση λέξεων, γιατί αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει και να μην οδηγήσει σε μόνιμες και ανεπίλυτες συγκρούσεις μόνο εάν, αντίθετα με την αρχική μας υπόθεση για τα διαφορετικά συμφέροντα και τις απόψεις, υπήρχε μια προ-εγκαθιδρυμένη αρμονία των συμφερόντων και των ιδεών όλων των ανθρώπων. (Ωστόσο, σε εκείνη την περίπτωση δεν θα χρειάζονταν κανόνες εξ υπαρχής!)
Αντιθέτως, για να αποφευχθούν όλες οι αναπόφευκτες, κατά τα άλλα, συγκρούσεις η αρχική ιδιωτικοποίηση των αγαθών πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσω κάποιων ενεργειών: μέσω πράξεων αρχικής οικειοποίησης αυτών που προηγουμένως ήταν απλά «πράγματα». Μόνο μέσω ενεργειών, που λαμβάνουν χώρα στο χρόνο και στο χώρο, μπορεί να δημιουργηθεί ένας αντικειμενικός - διακειμενικά εξακριβώσιμος - σύνδεσμος μεταξύ ενός συγκεκριμένου προσώπου και ενός συγκεκριμένου αγαθού. Και μόνο ο πρώτος ιδιοκτήτης ενός προηγουμένως άκτητου αντικειμένου μπορεί να αποκτήσει αυτό το αντικείμενο χωρίς σύγκρουση. Διότι, εξ ορισμού, ως πρώτος ιδιοκτήτης δεν μπορεί να έχει έρθει σε σύγκρουση με κανέναν για την ιδιοποίηση του εν λόγω αγαθού, καθώς όλοι οι άλλοι δεν εμφανίστηκαν στο προσκήνιο παρά μόνο αργότερα. Κάθε ιδιοκτησία πρέπει να επιστρέφει νοητά, άμεσα ή έμμεσα, μέσω μιας αλυσίδας αμοιβαία επωφελών, και συνεπώς χωρίς συγκρούσεις, μεταβιβάσεων ιδιοκτησιακών τίτλων, σε αρχικούς ιδιοκτήτες και σε πράξεις αρχικής ιδιοποίησης.
Στην πραγματικότητα, αυτή η απάντηση είναι αποδεικτικά - δηλαδή όχι υποθετικά - αληθής. Ελλείψει μιας προ-εγκαθιδρυμένης αρμονίας όλων των ατομικών συμφερόντων, μόνο η ιδιωτική ιδιοκτησία μπορεί να βοηθήσει να αποφευχθεί η, σε διαφορετική περίπτωση, - υπό συνθήκες σπανιότητας - αναπόφευκτη σύγκρουση. Και μόνο η αρχή της απόκτησης ιδιοκτησίας, μέσω της αρχικής ιδιοποίησης ή της αμοιβαία επωφελούς μεταβίβασης από έναν προγενέστερο σε έναν μεταγενέστερο ιδιοκτήτη, καθιστά εφικτή την αποφυγή των συγκρούσεων εντελώς - από τις απαρχές της ανθρωπότητας έως το τέλος της. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Κάθε άλλη απόφαση είναι αντίθετη με τη φύση του ανθρώπου ως ορθολογικά δρώντος ατόμου.
Συμπερασματικά, ακόμη και υπό συνθήκες παντελούς σπανιότητας είναι πιθανό ότι τα άτομα με διαφορετικά συμφέροντα και ιδέες μπορούν να συνυπάρχουν ειρηνικά -χωρίς σύγκρουση- υπό την προϋπόθεση ότι αναγνωρίζουν τον θεσμό της ιδιωτικής (δηλαδή αποκλειστικής) ιδιοκτησίας και του πρώτιστου θεμελίου της, διαμέσω της πρακτικής της αρχικής ιδιοποίησης.

2. Ιδιωτική περιουσία, κοινά αγαθά και δημόσια περιουσία
Επιτρέψτε μου τώρα να περάσω από τη θεωρία, στην πράξη και την εφαρμογή. Ας υποθέσουμε ένα μικρό χωριό με ιδιόκτητα σπίτια, κήπους και χωράφια. Κατ' αρχήν, όλες οι συγκρούσεις σχετικά με τη χρήση αυτών των αγαθών μπορούν να αποφευχθούν, επειδή είναι σαφές ποιος κατέχει και έχει τον αποκλειστικό έλεγχο σε κάθε σπίτι, κήπο και χωράφι, και ποιος όχι.
Στη συνέχεια, ένας «δημόσιος» δρόμος εκτείνεται μπροστά από τα ιδιόκτητα σπίτια και ένα «δημόσιο» μονοπάτι οδηγεί μέσα από το δάσος στην άκρη του χωριού, σε μια λίμνη. Ποια είναι η κατάσταση αυτού του δρόμου και αυτού του μονοπατιού; Δεν αποτελούν ιδιωτική ιδιοκτησία. Πράγματι, υποθέτουμε ότι κανείς δεν ισχυρίζεται πως είναι ο ιδιώτης ιδιοκτήτης του δρόμου ή του μονοπατιού. Αντίθετα, ο δρόμος και το μονοπάτι αποτελούν μέρος του φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο ενεργούν όλοι. Όλοι χρησιμοποιούν το δρόμο, αλλά κανείς δεν τον κατέχει ή δεν ασκεί αποκλειστικό έλεγχο στη χρήση του.
Είναι κατανοητό ότι αυτή η κατάσταση με δημόσιους δρόμους χωρίς ιδιοκτήτες μπορεί να συνεχιστεί για πάντα χωρίς να οδηγήσει σε σύγκρουση. Ωστόσο, δεν είναι πολύ ρεαλιστικό, επειδή αυτό απαιτεί να υποθέσουμε την ύπαρξη μιας στατικής οικονομίας. Με την οικονομική μεταβολή και την ανάπτυξη, όμως, και ιδίως με έναν αυξανόμενο πληθυσμό, οι συγκρούσεις σχετικά με τη χρήση του δημόσιου δρόμου αναμένεται να αυξηθούν. Ενώ οι «συγκρούσεις για τον δρόμο» αρχικά μπορεί να ήταν τόσο σπάνιες και τόσο εύκολο να αποφευχθούν, ώστε να μην προκαλούσαν ανησυχία σε κανέναν, τώρα είναι πανταχού παρούσες και όχι πια ανεκτές. Ο δρόμος είναι συνεχώς μποτιλιαρισμένος και μονίμως σε κακή κατάσταση. Απαιτείται μια λύση. Ο δρόμος πρέπει να αφαιρεθεί από τη σφαίρα του περιβάλλοντος - των εξωτερικών «πραγμάτων» ή της κοινής ιδιοκτησίας - και να μπει στη σφαίρα των «οικονομικών αγαθών». Αυτή, η αυξανόμενη εξοικονόμηση στα πράγματα που θεωρούνταν και αντιμετωπίζονταν ως «δωρεάν αγαθά», είναι ο δρόμος του πολιτισμού και της προόδου.
Στο πρόβλημα της διαχείρισης των ολοένα και πιο ανυπόφορων συγκρούσεων σχετικά με τη χρήση της «κοινής περιουσίας» δύο λύσεις έχουν προταθεί και δοκιμαστεί. Η πρώτη - και σωστή - λύση είναι η ιδιωτικοποίηση του δρόμου. Η δεύτερη - λανθασμένη - λύση είναι να μετατραπούν οι δρόμοι σε αυτό που σήμερα ονομάζεται «δημόσια ιδιοκτησία» (η οποία είναι πολύ διαφορετική από τα προηγούμενα, άκτητα «κοινά» αγαθά και τις άκτητες περιουσίες). Το γιατί η δεύτερη λύση είναι εσφαλμένη ή δυσλειτουργική μπορεί να γίνει καλύτερα αντιληπτό σε αντιπαραβολή με την εναλλακτική επιλογή της ιδιωτικοποίησης.
Πώς είναι δυνατόν οι κοινόχρηστοι δρόμοι που παλαιότερα δεν είχαν ιδιοκτήτη, να ιδιωτικοποιηθούν χωρίς να δημιουργηθούν συγκρούσεις με άλλους; Η σύντομη απάντηση είναι ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την προϋπόθεση ότι η ιδιωτικοποίηση των δρόμων δεν παραβιάζει τα προηγουμένως κατοχυρωμένα δικαιώματα - την εξυπηρέτηση - των ιδιοκτητών ιδιωτικών ακινήτων να χρησιμοποιούν αυτούς τους δρόμους «δωρεάν». Όλοι πρέπει να παραμείνουν ελεύθεροι να περπατούν στον δρόμο από σπίτι σε σπίτι, μέσα στο δάσος και προς τη λίμνη, όπως και πριν. Όλοι διατηρούν την προτεραιότητα που είχαν, και ως εκ τούτου κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει χειροτερέψει η κατάστασή του με την ιδιωτικοποίηση του δρόμου. Σίγουρα, για να αντικειμενοποιήσει - και να επικυρώσει - κάποιος τον ισχυρισμό του ότι ο πρώην κοινός δρόμος είναι τώρα ιδιωτικός, και ότι αυτός (και κανένας άλλος) είναι ο ιδιοκτήτης του, ο ιδιοκτήτης (όποιος κι αν είναι) πρέπει να εκτελέσει κάποια ορατή εργασία συντήρησης και επισκευής κατά μήκος του δρόμου. Τότε, ως ιδιοκτήτης του, αυτός - και κανένας άλλος - μπορεί να αναπτύξει και να βελτιώσει περαιτέρω τους δρόμους όπως κρίνει σκόπιμο. Εκείνος θέτει τους κανόνες και τους κανονισμούς σχετικά με τη χρήση του δρόμου του, έτσι ώστε να αποφεύγονται όλες οι συγκρούσεις στο δρόμο. Μπορεί να φτιάξει μια καντίνα για χοτ-ντογκ ή bratwurst στο δρόμο του, για παράδειγμα, και να αποκλείσει τους άλλους από το να κάνουν το ίδιο. Ή μπορεί να απαγορεύσει τo να χασομεράει κανείς στο δρόμο του, και να εισπράττει κάποια αμοιβή για την αποκομιδή των σκουπιδιών. Όσον αφορά τους αλλοδαπούς ή τους ξένους, ο ιδιοκτήτης του δρόμου μπορεί να καθορίσει τους κανόνες εισόδου για τους απρόσκλητους αγνώστους. Τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, ως ιδιώτης ιδιοκτήτης του μπορεί να πουλήσει τον δρόμο σε κάποιον άλλο (με όλα τα προγενέστερα κατοχυρωμένα δικαιώματα διέλευσης να παραμένουν άθικτα).
Σε όλα αυτά, είναι πιο σημαντικό το να γίνει μια ιδιωτικοποίηση παρά το ποια συγκεκριμένη μορφή θα πάρει. Στο ένα άκρο του φάσματος των πιθανών ιδιωτικοποιήσεων μπορούμε να φανταστούμε έναν μόνο ιδιοκτήτη. Ένας πλούσιος χωρικός, για παράδειγμα, αναλαμβάνει τη συντήρηση και την επισκευή του δρόμου και έτσι γίνεται ιδιοκτήτης του. Στην άλλη άκρη του φάσματος, μπορούμε να φανταστούμε ότι η αρχική συντήρηση ή επισκευή του δρόμου είναι το αποτέλεσμα μιας πραγματικά κοινοτικής προσπάθειας. Σε αυτή την περίπτωση, δεν υπάρχει μόνο ένας ιδιοκτήτης του δρόμου, αλλά κάθε μέλος της κοινότητας είναι (αρχικά) ισότιμος συνιδιοκτήτης του. Ελλείψει μιας προ-εγκαθιδρυμένης αρμονίας όλων των συμφερόντων και των απόψεων, μια τέτοια συνιδιοκτησία απαιτεί έναν μηχανισμό λήψης αποφάσεων σχετικά με την περαιτέρω ανάπτυξη του δρόμου. Ας υποθέσουμε ότι, όπως και σε μια μετοχική εταιρεία, η πλειοψηφία των ιδιοκτητών του δρόμου είναι που καθορίζει τι να κάνει ή να μην κάνει με αυτόν. Αυτό, δηλαδή ο κανόνας της πλειοψηφίας, μυρίζει συγκρούσεις, αλλά σε αυτή την περίπτωση τα πράγματα δεν είναι έτσι. Κάθε ιδιοκτήτης που είναι δυσαρεστημένος με τις αποφάσεις της πλειοψηφίας των ιδιοκτητών, ο οποίος πιστεύει ότι τα βάρη που του επιβάλλονται από την πλειοψηφία είναι μεγαλύτερα από τα οφέλη που μπορεί να αποκομίσει από την (μερική) ιδιοκτησία του στο δρόμο, μπορεί πάντα και ανά πάσα στιγμή να εγκαταλείψει ή να επιλέξει την «έξοδο» από το εγχείρημα. Μπορεί να πουλήσει το μερίδιο της ιδιοκτησίας του σε κάποιον άλλο, ανοίγοντας έτσι τη δυνατότητα συγκέντρωσης των τίτλων ιδιοκτησίας θεωρητικά σε έναν μόνο κάτοχο, διατηρώντας παράλληλα το αρχικό του δικαίωμα διέλευσης.
Αντίθετα, ένα πολύ διαφορετικό είδος ιδιοκτησίας του δρόμου δημιουργείται εάν η επιλογή εξόδου δεν υπάρχει, δηλαδή, εάν ένα άτομο δεν επιτρέπεται να πουλήσει το μερίδιό του στην ιδιοκτησία του δρόμου, ή του αφαιρεθεί το προηγούμενο δικαίωμα διέλευσης. Αυτό, ωστόσο, είναι ακριβώς αυτό που καθορίζει και χαρακτηρίζει τη δεύτερη, «δημόσια» εκδοχή ιδιοκτησίας. Ο δημόσιος δρόμος, με αυτή τη σύγχρονη έννοια της λέξης «δημόσιος», δεν είναι άκτητος όπως ήταν κάποτε. Υπάρχει ένας ιδιοκτήτης του δρόμου - είτε πρόκειται για ένα συγκεκριμένο άτομο, τον «βασιλιά του δρόμου», είτε για έναν δημοκρατικά εκλεγμένο κυβερνήτη του δρόμου - που έχει τον αποκλειστικό λόγο στον καθορισμό των κανόνων της κυκλοφορίας και στον καθορισμό της μελλοντικής ανάπτυξης του δρόμου. Αλλά ο κυβερνήτης του δρόμου δεν επιτρέπει στους εκλογείς του, δηλαδή στους ανθρώπους οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι ισότιμοι συνιδιοκτήτες του δρόμου, να πουλήσουν το μερίδιο της ιδιοκτησίας τους (και έτσι τους καθιστά υποχρεωτικά ιδιοκτήτες σε κάτι το οποίο θα προτιμούσαν να αποχωριστούν).
Τα αποτελέσματα αυτής της διευθέτησης είναι προβλέψιμα. Αρνούμενος την επιλογή της «εξόδου», ο ιδιοκτήτης του «δημόσιου» δρόμου έχει πετύχει τον στραγγαλισμό του πληθυσμού του χωριού. Κατά συνέπεια, τα τέλη και οι άλλοι όροι που επιβάλλονται στους κατοίκους του χωριού για τη συνεχή χρήση του πρώην «δωρεάν» δρόμου θα τείνουν να γίνονται όλο και πιο επαχθή. Οι συγκρούσεις δεν θα αποφεύγονται. Το αντίθετο, οι συγκρούσεις θα είναι πλέον θεσμοθετημένες. Επειδή η επιλογή εξόδου είναι κλειστή, δηλαδή επειδή οι χρήστες του δημόσιου δρόμου πρέπει τώρα να πληρώνουν για ό,τι στο παρελθόν είχαν δωρεάν, και επειδή κανένας κάτοικος δεν μπορεί να πουλήσει και να απαλλαγεί από το μερίδιο της υποτιθέμενης ιδιοκτησίας του στον δρόμο, αλλά παραμένει συνεχώς δεσμευμένος από τις αποφάσεις που λαμβάνει ο κυβερνήτης ή βασιλιάς του δρόμου, όχι μόνο οι συγκρούσεις σχετικά με την περαιτέρω χρήση, συντήρηση και ανάπτυξη του ίδιου του δρόμου καθίστανται μόνιμες και πανταχού παρούσες, αλλά, με τους «δημόσιους» δρόμους εμφανίζονται συγκρούσεις εκεί που προηγουμένως δεν υπήρχαν. Γιατί εάν οι ιδιώτες ιδιοκτήτες των σπιτιών, των κήπων και των χωραφιών κατά μήκος του δρόμου πρέπει να καταβάλλουν εισφορές στον ιδιοκτήτη του δρόμου για να συνεχίσουν να κάνουν αυτό που έκαναν πριν, δηλαδή, εάν πρέπει να πληρώνουν φόρους στον ιδιοκτήτη του δρόμου, τότε, με τον ίδιο τρόπο, ο ιδιοκτήτης του δρόμου έχει αποκτήσει τον έλεγχο των ιδιωτικών τους ιδιοκτησιών. Ο έλεγχος ενός ιδιώτη ιδιοκτήτη στη χρήση του σπιτιού του παύει πλέον να είναι αποκλειστικός. Αντίθετα, ο ιδιοκτήτης του παρακείμενου δρόμου μπορεί να παρεμβαίνει στις αποφάσεις ενός ιδιοκτήτη σχετικά με το σπίτι του. Μπορεί να πει στον ιδιοκτήτη του σπιτιού τι να κάνει ή να μην κάνει με το σπίτι του, εάν θέλει να βγαίνει ή να μπαίνει σ' αυτό όπως πριν. Δηλαδή, ο ιδιοκτήτης του δημόσιου δρόμου είναι σε μια θέση απ' όπου μπορεί να περιορίσει, και τελικά ακόμη και να εξαλείψει, δηλ. να απαλλοτριώσει, κάθε ιδιωτική ιδιοκτησία και κάθε ιδιοκτησιακό δικαίωμα, και επομένως να καταστήσει τις συγκρούσεις αναπόδραστες και πανταχού παρούσες.



