Πώς εξηγείται η περιφρόνηση του πλούτου από την Αγία Γραφή;
Για να απαντήσουμε σωστά σε αυτό το ερώτημα, πρέπει να εξετάσουμε το ιστορικό πλαίσιο της Καινής Διαθήκης.
Άρθρο του Cody Cook, δημοσιευμένο στις 13 Φεβρουαρίου 2024 από το Foundation for Economic Research (FEE).
Η Καινή Διαθήκη περιέχει μερικές από τις πιο σκληρές δηλώσεις σχετικά με τον πλούτο και τους πλούσιους:
«Πόσο δύσκολο είναι για τους πλούσιους να μπουν στη βασιλεία του Θεού!» (Λουκάς 18:24)
«Ο Θεός γέμισε τους πεινασμένους με καλά πράγματα και τους πλούσιους τους άφησε με άδεια χέρια». (Λουκάς 1:53)
«Ακούστε τώρα, πλούσιοι, κλάψτε και θρηνήστε για τη δυστυχία που σας περιμένει». (Ιακώβου 5:1)
«Μην μαζεύετε θησαυρούς για τον εαυτό σας στη γη, όπου οι σκόροι και τα παράσιτα τους καταστρέφουν, και όπου κλέφτες εισβάλλουν και κλέβουν». (Ματθαίος 6:19)
«Δεν υπήρχαν άποροι μεταξύ των Χριστιανών. Γιατί από καιρό σε καιρό, όσοι είχαν γη ή σπίτια τα πουλούσαν, προσκόμιζαν τα χρήματα από τις πωλήσεις, τα απέθεταν στα πόδια των αποστόλων και τα μοιράζονταν σε όποιον είχε ανάγκη». (Πράξεις 4:34–35)
Αυτό το τελευταίο θα μπορούσατε να το αναγνωρίσετε από την προσαρμοσμένη του εκδοχή στον Καρλ Μαρξ: «Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του».
Με τόσο εμφατικές δηλώσεις κατά του πλούτου στη Αγία Γραφή, μπορεί να μοιάζει σαν εξ ορισμού αντίφαση το ότι ένας Χριστιανός θα μπορούσε να είναι καπιταλιστής της ελεύθερης αγοράς. Εάν ακόμη και η Καινή Διαθήκη ακούγεται σαν τον Καρλ Μαρξ, πώς μπορεί ένας αφοσιωμένος πιστός στον Ιησού να είναι υποστηρικτής του καπιταλισμού – το ακριβώς αντίθετο από αυτό που δίδασκε ο Μαρξ;
Μία από τις κρυφές παραδοχές αυτού του ερωτήματος είναι ότι ο όρος «καπιταλισμός» περιγράφει το οικονομικό σύστημα του κόσμου στον οποίο έζησαν ο Ιησούς και οι απόστολοι. Στην πραγματικότητα, ο καπιταλισμός ως οικονομική φιλοσοφία είναι ηλικίας μόλις μερικών εκατοντάδων ετών. Η κύρια συνεισφορά του στον κόσμο της οικονομίας είναι η πρότασή του ότι η αγορά πρέπει να επιτρέπεται να λειτουργεί με βάση τις αρχές της ελευθερίας, της συνεργασίας και της αποκέντρωσης, σε αντίθεση με τον κεντρικό οικονομικό έλεγχο που ασκείται μέσω της βίαιης εξουσίας του κράτους.
Αν εκτιμάς την δουλειά που κάνω και θέλεις να μου δώσεις ώθηση να την συνεχίσω, τώρα μπορείς να κάνεις μια δωρεά.
Στο άρθρο του «‘‘You Cannot Serve God and Mammon’’: An Institutional Interpretation of the Gospels», ο Walker Wright παραδέχεται ότι «ο πλούτος θεωρείτο σε μεγάλο βαθμό ως εγγενώς κακός στην εποχή της Καινής Διαθήκης», αλλά υποστηρίζει πως, όταν αγνοούμε το ιστορικό πλαίσιο εκείνης της εποχής, λέμε μόνο ένα μέρος της ιστορίας, με αποτέλεσμα η εφαρμογή της στις μέρες μας «να γίνεται είτε στρεβλή είτε ουσιαστικά άχρηστη.»
Τα βασικά στοιχεία αυτού του πλαισίου του πρώτου αιώνα μ.Χ. είναι:
Μια προσέγγιση του πλούτου σαν φαινόμενο μηδενικού αθροίσματος (σ.σ. όπου ο πλούτος κάποιου προέρχεται από την ισόποση αφαίρεση του πλούτου κάποιων άλλων)
Ένα ανελεύθερο οικονομικό σύστημα, όπου ο πλούτος ήταν συνυφασμένος με «εκμεταλλευτικές, ιμπεριαλιστικές πολιτικές»
Υπό «μια αριστοκρατική αυτοκρατορία» στην οποία «μια μικρή ελίτ περίπου 2 ή 3 τοις εκατό του πληθυσμού κυβερνούσε […] με κληρονομικό έλεγχο των πόρων της γης και της εργασίας της αυτοκρατορίας», καταναλώνοντας «περίπου το 65 τοις εκατό της παραγωγής της» και κατάσχοντας «ένα εκτιμώμενο 20 με 40 τοις εκατό των αλιευμάτων, της σοδειάς ή των κοπαδιών [των αγροτών]», δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η απλή κατοχή πλούτου θεωρείτο κλοπή από τους φτωχούς. Προσθέστε σε αυτήν την εκμεταλλευτική εικόνα το γεγονός ότι ένα σημαντικό ποσοστό των μη πλουσίων ήταν σκλάβοι, και δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί η Καινή Διαθήκη είχε τόσο αρνητική αντίληψη για τους πλούσιους. Σε έναν τέτοιο κόσμο, κάθε φτωχός ήταν αναπόφευκτα καταπιεσμένος και κάθε πλούσιος ήταν αναπόφευκτα καταπιεστής, ή τουλάχιστον ο πρόθυμος αποδέκτης των καρπών αυτής της καταπίεσης.
Τέτοια συστήματα καταπίεσης είναι γνωστά για την παραγωγή περιορισμένης μόνο ποσότητας αγαθών, επειδή εμποδίζουν την καινοτομία και αμβλύνουν τα κίνητρα για προσωπικό κέρδος στις παραγωγικές μάζες. Σε αυτές τις κοινωνίες, υπάρχουν λίγα υλικά αγαθά, και οι ισχυροί παίρνουν την μερίδα του λέοντος με τη βία. Η επιβίωση και η ευημερία χωρίς ελεύθερες αγορές είναι πραγματικά ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος.
Αντίθετα, οι σύγχρονες καπιταλιστικές αρχές των δικαιωμάτων ιδιωτικής ιδιοκτησίας, οι αμερόληπτοι κανόνες που δεν ευνοούν κάποιους έναντι άλλων, και το ελεύθερο εμπόριο δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ανοδική κοινωνική κινητικότητα, όπου όσοι βρίσκονται στο κάτω μέρος έχουν σημαντικές ευκαιρίες να ανέλθουν οικονομικά. Υπό αυτές τις συνθήκες, το ποσό του πλούτου αυξάνεται και εξαπλώνεται στην πραγματικότητα, ακόμη και στους πιο φτωχούς ανάμεσά μας.
Στο σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα που ο προηγμένος κόσμος υιοθέτησε έστω και εν μέρει αυτές τις αρχές, τα αποτελέσματα ήταν πέρα από αυτό που θα μπορούσε να φανταστεί οποιοσδήποτε άνθρωπος της αρχαιότητας. Οι Bailey και Tupy, στο βιβλίο τους Ten Global Trends Every Smart Person Should Know, αναφέρονται σε αυτή την περίοδο ως «Ο Μεγάλος Εμπλουτισμός» και αναφέρουν λεπτομερώς τις επιδράσεις του: «Από το 1820, το μέγεθος της παγκόσμιας οικονομίας έχει υπερ-εκατονταπλασιαστεί». Σε σύγκριση με την, σε μεγάλο βαθμό, στάσιμη ανάπτυξη των προηγούμενων 1.800 ετών, αυτός ο αριθμός είναι ακόμη πιο απίστευτος από ό,τι ακούγεται αρχικά. Παρά τα όσα θα μπορούσαν να ισχυριστούν οι αριστεροί επικριτές των ελεύθερων αγορών, αυτή η ανάπτυξη δεν ωφέλησε μόνο τους υπερπλούσιους. Οι Bailey και Tupy αντιπαραβάλλουν το εκτιμώμενο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού που υπέφερε από ακραία φτώχεια το 1820 (σχεδόν 84%) με το ίδιο ποσοστό το 1910 (66%), το 1950 (55%), το 1981 (42%) και το 2018 (8,6%) ). Εν ολίγοις, ο καπιταλισμός αποτέλεσε ένα μνημειώδες όφελος για τους φτωχούς.
Ωστόσο, δεν αρκεί για τους Χριστιανούς να καταλάβουν γιατί το να είσαι πλούσιος τον πρώτο αιώνα ήταν συνδεδεμένο με τη βίαιη εκμετάλλευση των φτωχών. Θα πρέπει επίσης να είμαστε σε θέση να διαγνώσουμε αυτήν την ίδια ηθική ασθένεια όταν τη βλέπουμε στην εποχή και τον τόπο μας. Ο οικονομολόγος Milton Friedman δίνει σε όσους είναι υπέρ των ελεύθερων αγορών την φρασεολογία που χρειάζεται, ώστε να ξεχωρίσουμε από τους οπισθοδρομικούς υποστηρικτές της βιομηχανίας που συνεργάζονται με την κυβέρνηση:
«Πρέπει να διαχωρίσετε το να είναι κανείς «υπέρ της ελεύθερης επιχειρηματικότητας» από το να είναι «υπέρ των επιχειρήσεων». Σχεδόν κάθε επιχειρηματίας είναι υπέρ της ελεύθερης επιχειρηματικότητας για όλους τους άλλους, αλλά υπέρ των ειδικών προνομίων και της ειδικής κρατικής προστασίας για τον εαυτό του. Ως αποτέλεσμα, [αυτού του είδους οι επιχειρηματίες] υπήρξαν σημαντική κινητήριος δύναμη στην υπονόμευση του συστήματος των ελεύθερων επιχειρήσεων. Σταματήστε να αυταπατάστε πιστεύοντας ότι μπορείτε να χρησιμοποιήσετε την επιχειρηματική κοινότητα ως μέσο προώθησης της ελεύθερης επιχειρηματικότητας. Δυστυχώς, οι περισσότεροι από αυτούς δεν είναι φίλοι μας από αυτή την άποψη.»
Όπως και οι ρωμαϊκές ελίτ της εποχής του Ιησού, οι εταιρείες που πιέζουν τους πολιτικούς για ειδικές εύνοιες κατάσχουν χρήματα από εμάς τους υπόλοιπους (ή νοθεύουν την ελεύθερη αγορά με άλλο τρόπο) για να αυξήσουν τα δικά τους κέρδη. Εμποδίζουν την ελεύθερη, μη καταναγκαστική και ευρεία διανομή των πόρων προς όλους, κάτι που εξυπηρετούν οι ελεύθερες αγορές. Πόσο δύσκολο είναι για τέτοιους ανθρώπους να εισέλθουν στη βασιλεία του Θεού!
Φυσικά υπάρχουν όρια στο τι μπορεί να κάνει ακόμη και η ελεύθερη επιχειρηματικότητα. Δεν είναι κάθε περίπτωση οικονομικής δυσπραγίας αποτέλεσμα κάποιας κακής πολιτικής. Η ασθένεια, η αναπηρία, οι καταστροφές, και άλλες απρόβλεπτες προκλήσεις, θέτουν τους ανθρώπους σε ανάγκη. Ειδικά οι Χριστιανοί πρέπει να είναι γενναιόδωροι άνθρωποι, που αναζητούν ευκαιρίες για να βοηθήσουν τους άλλους—όχι μόνο για να λάβουν υπ’ όψη την προτροπή του Ιησού να αποθηκεύουν θησαυρούς στον ουρανό όπου θα μας ωφελούν περισσότερο, αλλά επειδή επιθυμούμε να ζούμε σε μια κοινωνία όπου οι πλησίον αγαπούν ο ένας τον άλλον αρκετά, ώστε να συνεισφέρουν στο να καλύπτει ένας τις ανάγκες του άλλου.
Ωστόσο, αν παίρνουμε στα σοβαρά το να ανακουφίζουμε τις κακουχίες των γύρω μας, ένας βασικός παράγοντας για να το επιτύχουμε -κάτι που δεν θα μας κοστίσει τίποτα, αλλά θα κάνει πολύ καλό τόσο σε εμάς όσο και στους πλησίον μας- είναι η υποστήριξη των ελεύθερων αγορών.
Πρόσθετα αναγνώσματα (μεταφρασμένα στα ελληνικά):
«Όχι, ο Χριστός δεν ήταν σοσιαλιστής» του Lawrence W. Reed
«Ο μύθος για τις σοσιαλιστικές, δήθεν, ρίζες του Χριστιανισμού» των Lawrence W. Reed & Burton W. Folsom
Ο Κόντι Κουκ είναι μεταπτυχιακός φοιτητής θεολογίας που ζει κοντά στο Σινσινάτι του Οχάιο.


