Η σπαζοκεφαλιά της ομόφυλης υιοθεσίας και η λύση της ελεύθερης αγοράς
Είναι αλήθεια ότι τα παιδιά χρειάζονται και μητέρα και πατέρα, κι είναι παράλογο να προσποιούμαστε πως οτιδήποτε λιγότερο είναι εξίσου καλό. Τι γίνεται όμως στις περιπτώσεις που αυτό δεν συμβαίνει;
Ετικέτες: Οικογένεια, Παιδιά, Φιλελευθερισμός
Άρθρο του Jeffrey Tucker, δημοσιευμένο στις 8/7/2023 από το Mises Institute
Στενά συνδεδεμένο με το θέμα του γάμου ομοφυλόφιλων είναι το θέμα της υιοθεσίας των ομοφυλόφιλων. Το θέμα αυξάνει το διακύβευμα στην τρέχουσα πολιτική διαμάχη και, ως συνήθως, η κρατική παρέμβαση περιπλέκει τρομερά την εικόνα.
Σε όσα ακολουθούν, θα υποστηρίξω την εγκυρότητα της πολιτικής διαίσθησης, τόσο της αριστεράς (ότι τα γκέι ζευγάρια δεν πρέπει να απαγορεύεται από το νόμο να υιοθετούν), όσο και της δεξιάς (η νομιμοποίηση εγείρει την ανησυχία ότι τα παιδιά θα τοποθετούνται σε ηθικά δυσλειτουργικά περιβάλλοντα από τα δικαστήρια και κατά τα λοιπά θα χρησιμοποιούνται ως πολιτικά κλωτσοσκούφια). Θα συμπεράνω ότι οι κοινωνικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές συγκρούσεις που σχετίζονται με τον γάμο και την υιοθεσία από ομοφυλόφιλα άτομα επιλύονται καλύτερα μέσω του laissez-faire.
Σε ένα κουραστικά φλύαρο κείμενο για τους ομοφυλόφιλους και τους γάμους, ο Jonah Goldberg γράφει: «Παραμένω πεπεισμένος ότι ο γάμος είναι ένα «θεμελιώδες δικαίωμα» και ως εκ τούτου [πρέπει να είναι] απρόσβλητος από τις κρατικές ρυθμίσεις». Αντί να προσπαθήσουμε να λύσουμε τις μυριάδες συγχύσεις σε αυτήν την πρόταση, ας αναφέρουμε απλώς το προφανές: ο γάμος και η οικογένεια, όπως και η κατοχή της ιδιοκτησίας, προηγούνται χρονικά του κράτους. Έχουν τις ρίζες τους στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και στο δικαίωμα της σύμβασης. Δεν χρειάζονται το κράτος για να υπάρχουν. Σε μια κατάσταση αναρχίας, θα εξακολουθούσε να υπάρχει ιδιοκτησία, γάμος και οικογένεια.
Ιστορικά, οι θρησκευτικοί θεσμοί και η φυλή, όχι το κράτος, είχαν την ισχυρότερη αξίωση για την εκδίκαση θεμάτων που αφορούσαν τον γάμο, αν και σε μια ελεύθερη κοινωνία η απόφαση να παντρευτεί κανείς ανήκει στο άτομο. (Η Καθολική Εκκλησία έχει από καιρό αναγνωρίσει το δικαίωμα του ατόμου στην επιλογή του συζύγου, για παράδειγμα, και το ίδιο το μυστήριο δεν συγκροτείται από τον ιερέα αλλά από το ζευγάρι.) Το κράτος ανέλαβε αυτή την εξουσία και τα έχει κάνει θάλασσα. Θα πρέπει ο γάμος να αποδοθεί ξανά σε ιδιωτικούς θεσμούς και να μην είναι υπόθεση του κράτους.
Πρέπει λοιπόν να επιτρέπεται στους ομοφυλόφιλους να παντρεύονται; Ο Μάικλ Κίνσλι έχει δίκιο : το κράτος πρέπει να αποχωρήσει από το ζήτημα του γάμου. Αυτή η απάντηση απορρέει άμεσα από τη γενική υιοθέτηση της αρχής του ελεύθερου συνεταιρίζεσθαι: θα πρέπει να επιτρέπεται στους ανθρώπους να κάνουν ό,τι θέλουν, υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζουν τα δικαιώματα κανενός. Δεν έχουν το δικαίωμα να περιμένουν από την Εκκλησία, τους εργοδότες τους, ή οποιονδήποτε άλλο να αναγνωρίσει τις επιλογές τους ως έγκυρες και ηθικά νόμιμες, φυσικά. Αν οι άνθρωποι έχουν πρόβλημα με την ιδέα να παντρευτούν δύο άντρες ή δύο γυναίκες – όπως είχαν σχεδόν όλοι οι άνθρωποι σε ολόκληρη την ιστορία του κόσμου – υπάρχει μια εύκολη λύση: μην το αναγνωρίζετε ως γάμο.
Αυτό το κάνουμε όλη την ώρα στη ζωή μας. Λατρεύω τη μουσική, αλλά δεν αναγνωρίζω τη ραπ, τη σύγχρονη χριστιανική μουσική και τη χέβι μέταλ ως γνήσια μουσική. Νομίζω ότι είναι σκουπίδια και χαίρομαι που το λέω. Στην πραγματικότητα, η γνώμη μου είναι ότι όποιος ακούει αυτά τα πράγματα κάνει κακό στον εαυτό του και, με την ευρύτερη δυνατή έννοια, ευτελίζει τον πολιτισμό. Όμως το να ακούς αυτή τη μουσική δεν είναι επιβλαβές για κανέναν παρά μόνο γι’ αυτούς που επιλέγουν να το κάνουν, επομένως δεν είναι μέσα στα δικαιώματά μου να το αποτρέψω. Όσο για τον πολιτισμό, δεν απολαμβάνω το δικαίωμα να τον διαμορφώνω σύμφωνα με τις δικές μου απόψεις για το τι συνιστά ομορφιά, τέχνη και αλήθεια. (Αν το έκανα, θα ανάγκαζα τους πάντες να ακούν εκκλησιαστική μουσική του 16ου αιώνα, σωστά εκτελεσμένη.)
Έτσι είναι και με τους γάμους των ομοφυλοφίλων. Αν νομίζετε ότι είναι μια απάτη, τίποτα δεν εμποδίζει έναν ελεύθερο άνθρωπο σε μια ελεύθερη κοινωνία να το πει, όπως τίποτα δεν εμποδίζει κανέναν να αποκαλεί «γάμο» μια ένωση δύο ή περισσότερων ατόμων. Αν δεν σας αρέσει αυτό και πιστεύετε ότι η κοινωνία απαιτεί μια γενική καταναγκαστική εξουσία για να επιβάλει την οικογενειακή δομή, δεν πιστεύετε πολύ στην αυθόρμητη τάξη των ανθρώπινων επιλογών, δεν είστε φιλελεύθερος με την κλασική έννοια και δεν θα σας αρέσει το υπόλοιπο αυτού του άρθρου. Αρκεί να πούμε ότι η παραδοσιακή οικογενειακή δομή δεν είναι ένα νομικό τεχνούργημα. Είναι απόρροια τάσεων στην ανθρώπινη φύση και δεν πρόκειται να εξαφανιστεί επειδή κάποιοι άντρες στο Τέξας σπιτώνονται μαζί και αυτοαποκαλούνται παντρεμένοι.
Η ύπαρξη του κράτους, καθώς και τα κρατικά οφέλη και τα νομικά δικαιώματα που συνδέονται με τον γάμο, προσθέτουν ένα επιπλέον στρώμα σύγχυσης. Η ίδια η ύπαρξη νόμιμων συζυγικών προστασιών και παροχών ζητά από το κράτος να ορίσει τι συνιστά νόμιμο γάμο. Αυτό από μόνο του είναι μια επικίνδυνη εξουσία. Εάν το κράτος μπορεί να ορίζει έναν γάμο, μπορεί επίσης να υπαγορεύει τη λειτουργία του γάμου και της οικογένειας. Μπορεί να ελέγχει την ανατροφή των παιδιών, να απαγάγει παιδιά, να τα εμποδίζει να εργάζονται για μισθούς που έχουν διαπραγματευτεί μέσω σύμβασης, να περιορίζει ή να επιβάλλει το μέγεθος της οικογένειας και ένα σωρό άλλα ζητήματα.
Το ότι ο γάμος πρέπει να αποκρατικοποιηθεί είναι αρκετά σαφές, αλλά μένει απ’ έξω ένα κρίσιμο ζήτημα: τα παιδιά. Αυτός ο παράγοντας είναι το κύριο μέλημα εκείνων που θα απαγόρευαν νομικά τις συζυγικές ενώσεις μεταξύ των ομοφυλόφιλων. Η ανησυχία είναι ότι, από τη στιγμή που το κράτος επιτρέπει στους ομοφυλόφιλους να αυτοπροσδιορίζονται ως παντρεμένοι, τίποτα δεν τους εμποδίζει να υιοθετήσουν και να μεγαλώσουν παιδιά – γεγονός που προκαλεί σημαντικές ανησυχίες για την ψυχική υγεία των παιδιών σ’ ένα περιβάλλον που σε όλες τις εποχές και σε όλους τους χώρους θεωρείται ηθικά απαράδεκτο από τα κυρίαρχα κοινωνικά ήθη.
Ωστόσο, ας είμαστε ακριβείς σχετικά με το τι συγκεκριμένα φαίνεται ιδιαίτερα ανησυχητικό στην υιοθεσία, σε σημείο που πολλοί να πιστεύουν ότι η ισχύς του νόμου οφείλει να την αποτρέπει. Δεν μπορεί να είναι απλώς η επιθυμία να μεγαλώσουν όλα τα παιδιά σε απόλυτα σταθερά και ηθικά οικιακά περιβάλλοντα. Όλοι γνωρίζουν παιδιά που μεγαλώνουν σε συνθήκες λιγότερο από ιδανικές, από μονογονεϊκά νοικοκυριά που προέρχονται από θάνατο ή διαζύγιο, μέχρι σε συνθήκες φτώχειας και περιπτώσεις παραμέλησης. Όσο θλιβερές κι αν είναι αυτές οι περιπτώσεις, σχεδόν κανείς δεν πιστεύει ότι το κράτος πρέπει να διορθώσει κάθε μία από αυτές, επιβάλλοντας εξιδανικευμένες περιστάσεις, και αυτό είναι εύλογο.
Εξετάζουμε τέτοιες περιπτώσεις, νιώθουμε άσχημα για αυτές, αλλά τις αναγνωρίζουμε ως κομμάτι της ζωής – ουσιαστικά ιδιωτικές τραγωδίες (φυσικά, αφήνω έξω τις περιπτώσεις σοβαρής σωματικής κακοποίησης). Είναι αλήθεια ότι τα παιδιά χρειάζονται και μητέρα και πατέρα, κι είναι παράλογο να προσποιούμαστε ότι οτιδήποτε λιγότερο είναι εξίσου καλό. Όταν όμως αυτό δεν συμβαίνει, βοηθάμε όπου και όταν μπορούμε, αλλά δεν πιστεύουμε απαραίτητα ότι το κράτος πρέπει να παρέμβει ενεργά για να συντρίψει όλες τις λιγότερο ιδανικές οικογενειακές ρυθμίσεις.
Επιπλέον, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ένα σταθερό σπίτι με δύο υπεύθυνους γονείς του ίδιου φύλου θα ήταν πιο προτιμώμενο περιβάλλον από ένα ασταθές σπίτι με γονείς διαφορετικού φύλου ή ένα μονογονεϊκό νοικοκυριό. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα γνωρίζουν για ομοφυλόφιλους γονείς με παιδιά και δεν έχουν οδηγήσει σε κανένα είδος κοινωνικής καταστροφής. Τέτοιες οικογένειες εχουν απρόσμενα αστικές αξίες, όσον αφορά την εσωτερική τους ζωή και τα αποτελέσματα μιας τέτοιας ανατροφής στα παιδιά. Ίσως αυτό δεν είναι περίεργο, καθώς η επιθυμία να μεγαλώσουν ένα υιοθετημένο παιδί μπορεί να αντανακλά την επιθυμία για ομαλοποίηση και νομιμοποίηση εκ μέρους των γκέι.
Τίποτα απ’ αυτά δεν υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι πρέπει ή δεν πρέπει να εγκρίνουν τις υιοθεσίες ομοφυλόφιλων. Παντού, σε όλες τις κοινωνίες, τέτοιες περιπτώσεις υπήρχαν πάντοτε κάτω από ένα σύννεφο κάποιου βαθμού κοινωνικής αποδοκιμασίας και πάντα θα υπάρχουν. Το μόνο ζήτημα πολιτικής σημασίας είναι εάν η πολιτεία πρέπει να παρεμβαίνει ενεργά για την αποτροπή τους, ή αν αυτό είναι ένα θέμα που πρέπει να αντιμετωπίζεται με μη βίαια μέσα. Ως έχει, δεν μπορεί -ή δεν πρέπει- να κάνει τίποτα το κράτος σχετικά με τους άγαμους που αποκτούν και μεγαλώνουν παιδιά εκτός του συμβατικού γάμου (φυσικά δεν πρέπει ούτε να επιδοτούνται από το κράτος). Επομένως, δεν είναι σαφές γιατί οι υιοθεσίες δεν πρέπει να επιτρέπονται ομοίως, ως απλή συνέπεια της εκούσιας επιλογής.
Ένα κύριο πρόβλημα που υφίσταται αδιαμφισβήτητα εδώ είναι η αίσθηση ότι οι υιοθεσίες από ομοφυλόφιλους θα επιβάλλονταν με κάποιο τρόπο στην κοινωνία μέσω του δικαστικού συστήματος, ως επιβολή, καθώς τα δικαστήρια πασχίζουν για να δώσουν στους ομοφυλόφιλους πολλά ειδικά προνόμια απέναντι στο νόμο (π.χ. το υποτιθέμενο δικαίωμα να μην υπόκεινται σε διακρίσεις). Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τις κρατικές υπηρεσίες υιοθεσίας, και εκείνες που έχουν άδεια από το κράτος, να υιοθετούν έναν κανόνα «μη διάκρισης» μεταξύ ομοφυλοφίλων και μη ομοφυλόφιλων νοικοκυριών, έναν εντελώς παράλογο κανόνα, για τον οποίο όμως θα ασκούνταν πιέσεις από οργανωμένους ομοφυλόφιλους ακτιβιστές. Η πολιτική πίεση για υποχώρηση σε οποιαδήποτε τέτοια διάκριση υπέρ ή κατά των γκέι θα ήταν έντονη.
Διαβλέποντας ένα σύστημα υιοθεσίας τόσο πολιτικά δηλητηριασμένο όσο το σημερινό σύστημα αναδοχής, πολλοί άνθρωποι υποψιάζονται ότι το αίτημα για το δικαίωμα του γάμου και της υιοθεσίας είναι απλώς ένα τέχνασμα για να παρέμβει το κράτος ξανά ενάντια στις αστικές αξίες. Αυτό δεν είναι μια παράλογη υπόθεση. Οι εν λόγω κρατικές υπηρεσίες υιοθεσίας, εάν τους επιτραπεί να επιλέγουν ομοφυλόφιλους γονείς, δεν θα ανησυχούν ιδιαιτέρως για την ευημερία των παιδιών ή την επιθυμία της μητέρας-δότριας. Θα τοποθετούν τα παιδιά σε οικογένειες έχοντας διάφορες άλλες γραφειοκρατικές και πολιτικές εκτιμήσεις στο μυαλό τους.
Ακόμη και τώρα, όλη η διαδικασία της υιοθεσίας είναι γεμάτη παρεμβάσεις που εμποδίζουν την ανάπτυξή της. Οι θετοί γονείς δεν μπορούν να αγοράσουν γονεϊκά δικαιώματα, επομένως δεν υπάρχει αγορά αυτή καθαυτή. Οι φορείς παρεμποδίζονται στην ικανότητά τους να συνάπτουν συμβάσεις προς όλες τις κατευθύνσεις. Οι ιδιωτικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που θα πλήρωναν τις μητέρες για να γεννήσουν τα παιδιά, είτε απαγορεύονται είτε εκτοπίζονται από τις δημόσιες υπηρεσίες. Το πρώτο βήμα για ένα ξεκαθάρισμα του τοπίου, λοιπόν, είναι να καταργηθούν όλες αυτές οι παρεμβάσεις και να μην επιβληθούν νέες, νομοθετώντας ούτε υπέρ ούτε κατά των πρόσθετων δικαιωμάτων για τους γκέι. Το όλο πρόβλημα θα μπορούσε να αφεθεί σε (μη κρατικά ελεγχόμενους) ιδιωτικούς οργανισμούς.
Πώς θα λειτουργούσε η υιοθεσία σε μια ελεύθερη κοινωνία, στην οποία οι γκέι θα επιτρεπόταν να αυτοαποκαλούνται παντρεμένοι; Ο δωρητής γονέας είναι συμβαλλόμενο μέρος και θα εγκαταλείψει ένα παιδί μόνο εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Το να μεγαλώσει το παιδί σε ένα τακτοποιημένο οικογενειακό περιβάλλον είναι η ελάχιστη προσδοκία που θα ζητούσαν οι περισσότερες μητέρες (και οι πατέρες) που δωρίζουν τα παιδιά τους. Αν το παιδί τους ανατρεφόταν από ένα ομόφυλο νοικοκυριό, σίγουρα θα έπρεπε να το εγκρίνουν. Γενικά, ποιος είναι σε καλύτερη θέση να επιθυμεί το καλύτερο δυνατό περιβάλλον για ένα παιδί εκτός από τη μητέρα του;
Σε μια ελεύθερη κοινωνία, δεν υπάρχουν λόγοι να εμποδίσουμε τις γυναίκες που γεννούν παιδιά να οργανώσουν ειρηνικές ανταλλαγές και συμφωνίες συνεργασίας σχετικά με τα γονεϊκά δικαιώματα που κατέχουν εξ αρχής. Εάν μια γυναίκα συλλάβει ένα παιδί, έχει τα γονεϊκά δικαιώματα και μπορεί να επιλέξει να το χαρίσει ή να το πουλήσει όπως αυτή κρίνει. Σε αυτή την περίπτωση, είναι πολύ πιθανό η μητέρα να αναζητήσει συμβατικές οικογένειες για να υιοθετήσουν το παιδί της. Ίσως τα ομόφυλα νοικοκυριά να αντιμετωπίζουν έλλειψη διαθέσιμων παιδιών για υιοθεσία. Σίγουρα θα έπρεπε να πληρώσουν ένα υψηλό τίμημα για τα δικαιώματα, δεδομένου ότι θα ήταν λογικό να περιμένουμε πολύ λιγότερες μητέρες να εγκρίνουν αυτές τις συνθήκες, σε σχέση με τις πιο συμβατικές οικογένειες.
Είναι αλήθεια ότι οι γκέι έχουν υψηλότερο εισόδημα από τους μη γκέι, και θα μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά το τίμημα. Αλλά υπάρχει ένα άλλο τίμημα που πρέπει να λάβετε υπόψη σε μια ελεύθερη αγορά: η ίδια η μητέρα θα ήταν σε θέση να κερδίσει χρήματα από τη σύναψη συμβάσεων με τους γονείς για τα γονεϊκά δικαιώματα. Οι οργανισμοί δωρητών που επικεντρώνονται στην ετερόφυλη γονεϊκότητα μπορεί να βρεθούν σε θέση να πλειοδοτήσουν σε σχέση με τις οργανώσεις δωρητών που επικεντρώνονται στην γονεϊκότητα των ομοφυλοφίλων.
Στην πραγματικότητα, θα μπορούσαμε να περιμένουμε ότι οι φορείς και οι δωρητές θα έχουν κάθε κίνητρο με βάση μια βαθιά ηθική πεποίθηση να υπερθεματίσουν στις προσφορές των εταιρειών υιοθεσίας υπέρ των ομοφυλόφιλων, και να πείσουν τις μέλλουσες μητέρες που αποστρέφονται τα ρίσκα, ότι το παιδί τους θα πρέπει να υιοθετηθεί από μη ομοφυλόφιλα άτομα. Κάθε πλευρά θα είχε κάθε κίνητρο για να υποστηρίξει την ισχυρότερη δυνατή επιχειρηματολογία υπέρ ή κατά της υιοθεσίας από ομοφυλόφιλους, παρέχοντας έτσι ένα περιβάλλον στο οποίο η έρευνα και τα ευρήματα σχετικά με τις προοπτικές της ανατροφής από ομοφυλόφιλα άτομα θα λάμβαναν τη μέγιστη ενθάρρυνση και έκθεση.
Μπορούμε, λοιπόν, να δούμε ότι η ελεύθερη αγορά μπορεί να καταλήξει να αποθαρρύνει σοβαρά τις υιοθεσίες από ομοφυλόφιλα άτομα, απλώς και μόνο επειδή οι μητέρες που παραιτούνται από τα γονεϊκά τους δικαιώματα θα προτιμούσαν πιθανώς τους μη γκέι γονείς, από τους γκέι. Θα συνέχιζαν να υπάρχουν νοικοκυριά στα οποία τα γκέι ζευγάρια μεγαλώνουν υιοθετημένα παιδιά; Σίγουρα, αλλά το κρίσιμο σημείο εδώ είναι ότι όλα τα μέρη θα πρέπει να συμφωνήσουν στη ρύθμιση. Θα υπήρχαν κακοποιητικά και ηθικώς απαράδεκτα περιβάλλοντα για τα παιδιά; Σίγουρα, αλλά αυτά υπάρχουν και τώρα, είτε οι οικογένειες είναι γκέι είτε όχι.
Σύμφωνα με την αρχή του laissez-faire, όλα τα μέρη θα έχουν κάθε λόγο να θέλουν να συνεχίσουν να επιβλέπουν τις ρυθμίσεις από την στιγμή που θα συμφωνηθούν. Επιπλέον, η εμπειρία των τωρινών και των μελλοντικών υιοθεσιών από ομοφυλόφιλα άτομα θα είχε μεγάλη επίδραση στην δημοφιλία τους στο μακρινό μέλλον. Η ανατροφοδότηση (feedback) λειτουργεί και εδώ: οι ομοφυλόφιλοι γονείς θα είχαν κάθε λόγο να κάνουν την καλύτερη δυνατή δουλειά, ώστε να βελτιώσουν τη φήμη του γκέι γονέα.
Φυσικά όσοι αντιτίθενται για ηθικούς λόγους θα συνεχίσουν να είναι ελεύθεροι να αποδοκιμάζουν τέτοιες ρυθμίσεις, όπως ακριβώς οι ομοφυλόφιλοι γονείς θα είχαν κάθε λόγο να αμφισβητούν τους ισχυρισμούς τους. Αυτή η λύση δεν λύνει κάθε πρόβλημα αλλά ούτε η ίδια η ελευθερία δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Η ελευθερία τουλάχιστον βγάζει την πολιτική από την συζήτηση, κάτι που είναι το πρώτο βήμα για την ανακάλυψη της αλήθειας σε ένα ειρηνικό κλίμα.
Ο Jeffrey A. Tucker είναι ο ιδρυτής του Ινστιτούτου Brownstone και ανεξάρτητος σύμβουλος σύνταξης.






